[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Έλα, ρε μάνα, τώρα… που νηστεύουν τα σπουργίτια τον Δεκαπενταύγουστο!» Κι όμως… Ήταν ένα ζεστό καλοκαιριάτικο μεσημέρι του Ιουνίου του 2019. Είπα να πάω να δω λίγο τη μάνα μου. Την είδα να κρατά ένα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Έλα, ρε μάνα, τώρα… που νηστεύουν τα σπουργίτια τον Δεκαπενταύγουστο!» Κι όμως… Ήταν ένα ζεστό καλοκαιριάτικο μεσημέρι του Ιουνίου του 2019.

Είπα να πάω να δω λίγο τη μάνα μου.

Την είδα να κρατά ένα δισκάκι με δυο φέτες βρεγμένο ψωμί.

Προχωρούσε αργά, με μικρά βήματα, στην αυλή του σπιτιού μας.

Απίθωσε με τρεμάμενα χέρια το ψωμί πάνω στον φούρνο.

Μα τι έκανε; Απρόσμενα, ένα σμήνος σπουργίτια κατέβηκε από το πουθενά κι άρχισε χαρούμενο να τσιμπολογά τα βρεγμένα ψιχουλάκια.

Τραγουδούσαν, πετάριζαν με τα μικρά τους φτεράκια, χοροπηδούσαν εδώ κι εκεί.

Ήταν ένα πανέμορφο θέαμα.

Φιλονικούσαν, σπρώχνονταν για να χωρέσουν στη στέγη του φούρνου και κελαηδούσαν μες στην τρελή χαρά.

Ήταν τρισευτυχισμένα. — Τα καημένα… σχολίασε η γριά μάνα μου.

Εδώ και χρόνια τα ταΐζω κάθε μεσημέρι.

Πεινούν κι αυτά.

Δεν βρίσκουν εύκολα φαγητό.

Κοίταξέ τα. Για λίγα ψίχουλα πόση χαρά νιώθουν! Άκου τι ωραία κελαηδούν.

Ευχαριστούν τον Θεό για το λιγοστό ψωμάκι, δοξολογούν τον Πλάστη τους… Έμεινα άφωνη να τα κοιτάζω.

Και να κοιτάζω τη μάνα μου, την καλόψυχη, τη σπλαχνική, που συμπονούσε ακόμη και τα σπουργίτια.

Εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ να ταΐζω τα σπουργίτια, και μάλιστα σε σταθερή βάση.

Ναι, να φροντίσουμε αδέσποτα σκυλιά και γατιά, να ρίξουμε λίγα ψίχουλα τον χειμώνα… Αλλά κάτι τέτοιο δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου.

Σκέφτηκα για πολλοστή φορά πως την αξιοσύνη της μάνας μας δεν μπορέσαμε να τη φτάσουμε ποτέ, κανένα από τα παιδιά της.

Τα σπουργίτια συνέχισαν τον χορό και το τραγούδι πάνω στον φούρνο της μικρής μας αυλής, που χώρεσε, αλήθεια, τόσες όμορφες στιγμές και τόσες οικογενειακές χαρές.

Τώρα τα πουλιά πέταξαν μακριά από τη φωλιά και έχτισαν τις δικές τους φωλιές.

Όμως το τραγούδι δεν σταμάτησε ποτέ, γιατί τώρα το πατρικό μου σπίτι φιλοξενεί άλλα πουλιά: τα σπουργίτια της γειτονιάς.

Παρατήρησα ένα σπουργίτι.

Στεκόταν φρουρός στα κεραμίδια του σπιτιού, καθώς τα άλλα σπουργιτάκια γλεντούσαν τρώγοντας.

Κοίτα τώρα σοφία και οργάνωση, αν και πουλιά, σκέφτηκα.

Έχουν ακόμη και φρουρό ασφαλείας! Είπα στα εγγόνια μου το περιστατικό. — Να πάμε να τα τραβήξω βίντεο, είπε ένας εγγονός μου. Χαμογέλασα.

Άλλη γενιά, άλλα έθιμα.

Να πάμε μια μέρα… Οι μέρες πέρασαν και σβήστηκαν στο πέρασμα του χρόνου.

Στις αρχές Αυγούστου η μάνα μας αρρώστησε.

Βεβαίως, θυμηθήκαμε τα σπουργίτια της.

Επί το έργον.

Το καθήκον μας καλούσε.

Έτσι ακριβώς όπως έκανε κι εκείνη πριν πέσει στο κρεβάτι, βάλαμε ψωμί πάνω στον φούρνο ξανά και ξανά.

Και πάλι την επόμενη μέρα, και την άλλη, και τη μεθεπόμενη… Όμως τα σπουργίτια δεν ξαναφάνηκαν.

Τα περιμέναμε. — Σήμερα δεν μπορεί, θα έρθουν να φάνε.

Έχουν τόσες μέρες… Στις 11 Αυγούστου η μάνα μας ζήτησε να την καθίσουμε λίγο στην αυλή.

Καθίσαμε τα αδέλφια δίπλα της, όπως τον παλιό καλό καιρό που καθόμασταν παιδάκια στην ποδιά της για να μας πει παραμύθια.

Θυμηθήκαμε τα σπουργίτια.

Σχολιάσαμε: — Ακόμη και τα σπουργίτια κατάλαβαν ότι αρρώστησε η μαστόρισσά τους, γι’ αυτό δεν έρχονται πια, αν και καθημερινά τους βάζουμε ψωμί.

Η μάνα μας κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της. — Όχι, δεν είναι γι’ αυτό που δεν έρχονται.

Λάθος κάνετε. — Ε, τότε γιατί; — Είναι Δεκαπενταύγουστος.

Μεγάλη νηστεία.

Τα σπουργίτια δεν τρώνε… — Έλα, ρε μάνα, τώρα… Γελάσαμε αυθόρμητα.

Απίστευτα πράγματα.

Τι έλεγε τώρα; — Σωστά σας λέω.

Έτσι είναι.

Τα σπουργίτια νηστεύουν. — Έλα τώρα, ρε μάνα, αντέτεινα.

Πώς ξέρουν τα πουλιά ότι είναι Δεκαπενταύγουστος και πως πρέπει να νηστέψουν; — Είναι πολύ έξυπνα πουλιά.

Έχουν χάρισμα από τον Θεό.

Κοιταχτήκαμε χαμογελώντας, σαν συνένοχοι.

Ναι, τώρα που… Η μάνα μας κατάλαβε τη σκέψη μας. — Να σας το αποδείξω, για να πειστείτε. Ξαναγέλασα.

Θυμήθηκα τα Μαθηματικά στο Δημοτικό της γενιάς μου, στο δημόσιο σχολείο της αριστείας, που στην Τρίτη Δημοτικού μάς μάθαιναν αυτή τη βασική αρχή: Τα δεδομένα, το ζητούμενο, η απόδειξη.

Να τώρα η μάνα μου, που μόνη της έθετε επί τάπητος και την απόδειξη.

Μου ήρθε ακόμη στο μυαλό μια χρονιά που, ως νεαρή δασκάλα, πήγα στο χωριό καταγωγής της μάνας μου για να εργαστώ στις εκλογές.

Με πλησίασε ο κοινοτάρχης του χωριού, παλιός συμμαθητής της μάνας μου, και μου τόνισε πόσο έξυπνη μαθήτρια ήταν, ειδικά στα Μαθηματικά.

Τόσο έξυπνη, που πηδώντας από τάξη σε τάξη, μέσα σε τρία χρόνια τελείωσε την Ε΄ Δημοτικού.

Ήταν οι χρυσοί καιροί που τα προικισμένα παιδιά άνοιγαν τον δρόμο.

Και τότε ο παππούς την έβγαλε από το σχολείο, για να βοηθά στα χωράφια.

Τρεις μήνες τον παρακαλούσε ο δάσκαλος να στείλει το παιδί πίσω στο σχολείο… Η μάνα μας δεν μας είπε ποτέ αυτή την ιστορία.

Να την τώρα, λοιπόν, τη μάνα μας με το τετράγωνο μυαλό, που θα μας το αποδείκνυε κιόλας.

Χαμογελάσαμε ξανά, σαν άπιστοι Θωμάδες.

Αν είναι δυνατόν τα σπουργίτια να νηστεύουν για τον Δεκαπενταύγουστο… — Κοιτάξτε, ξαναείπε η μάνα μας ήρεμα και γαλήνια, με μισοσβησμένη φωνή.

Θα το δείτε.

Τα σπουργίτια θα ξανάρθουν στο σπίτι μας στις 15 Αυγούστου, όταν τελειώσει η νηστεία.

Θα έρθουν για το τραπέζι του Δεκαπενταύγουστου, πρόσθεσε χαμογελώντας.

Κλείσαμε το στόμα μας, τα παιδιά της, οι «πολύξεροι» εκπαιδευτικοί.

Να το πιστέψουμε; Μα ήταν δυνατόν; Θυμήθηκα μια ιστορία που είχα διαβάσει για τον Γέροντα Παΐσιο, που έμενε σχεδόν νηστικός όλο τον Δεκαπενταύγουστο, τιμώντας έτσι την Παναγία.

Τόσο μεγάλη νηστεία είναι. — Ναι, είπε ξανά η μάνα μας.

Τόσο μεγάλη νηστεία είναι.

Για την Παναγία μας.

Τα ασημένια της μαλλιά, το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο, τα ροζιασμένα της χέρια, η σοφία των ενενήντα χρόνων της, οι πικρές εμπειρίες της χηρείας από τα νιάτα της, το ξεκάθαρο βλέμμα και η γαλήνια μορφή της δεν μας άφηναν να συνεχίσουμε.

Ήταν τόσο σίγουρη γι’ αυτό που έλεγε.

Κι άλλο τόσο ήμασταν εμείς σίγουροι πως δεν ήταν δυνατόν… Όμως δεν τολμούσαμε να συνεχίσουμε.

Σεβόμασταν τη μάνα μας.

Ήταν άρρωστη. Έφευγε; Πλήρης ημερών… Μια θλίψη μάς πλάκωνε.

Πού ήταν κι αυτά τα σπουργίτια να μας δώσουν λίγη χαρά; Πού είχαν χαθεί; Οι μέρες πέρασαν ξανά.

Το ψωμί πάνω στον φούρνο δεν έλειψε.

Περίμενε κι αυτό τους πεινασμένους, φτερωτούς φίλους της γειτονιάς.

Όμως τα σπουργίτια δεν πάτησαν το πόδι τους. Ξημέρωσε Δεκαπενταύγουστος.

Κατά το μεσημέρι, τα σπουργιτάκια άρχισαν να καταφθάνουν το ένα πίσω από το άλλο στον φούρνο της μάνας μας.

Η μικρή μας αυλή γέμισε κελαηδήματα, τραγούδια και χαρές.

Μα ήταν δυνατόν; Σωστά έβλεπαν τα μάτια μας; — Να τα! είπε η μάνα μας χαμογελώντας.

Ήρθαν για το τραπέζι του Δεκαπενταύγουστου, μετά από τόση νηστεία για την Παναγία μας.

Είδατε που σας έλεγα; Βάλτε ψωμί για τα πουλιά! Τα σπουργίτια του Δεκαπενταύγουστου φτερούγιζαν όλο χαρά με τα μικρά τους φτεράκια, τσιμπολογούσαν το φτωχικό τους φαγητό και δοξολογούσαν τον Πλάστη τους.

Γλεντούσαν για τη ζωή και για το ψωμί, τιμούσαν την Παναγία μας και ευχαριστούσαν τη γριά μάνα μας για το τραπέζι του Δεκαπενταύγουστου. Λουκία Βούργια – Δημητριάδου

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences