«Είσαι εγωίστρια, Μαρία. Δεν καταλαβαίνεις ότι μπορεί να πεθάνεις;» Ο Στέλιος το φώναξε τόσο δυνατά, που το ποτήρι με το νερό έτρεμε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Η πεθερά μου, η κυρία Δήμητρα...
«Είσαι εγωίστρια, Μαρία. Δεν καταλαβαίνεις ότι μπορεί να πεθάνεις;» Ο Στέλιος το φώναξε τόσο δυνατά, που το ποτήρι με το νερό έτρεμε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Η πεθερά μου, η κυρία Δήμητρα, σταυροκοπιόταν δίπλα στον νεροχύτη και ο πεθερός μου κοιτούσε κάτω, λες και ντρεπόταν γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.
Εγώ κρατούσα με τα δυο χέρια τον φάκελο από το Ιπποκράτειο.
Μέσα είχε τις λέξεις που μου διέλυσαν τη ζωή σε ένα πρωινό: τρίδυμη κύηση, σοβαρός κίνδυνος, προϋπάρχουσα καρδιοπάθεια.
Ήμουν 34 χρονών όταν έμεινα έγκυος.
Είχα μια στένωση στη μιτροειδή από μικρή, το ήξερα, το παρακολουθούσα, έπαιρνα τα φάρμακά μου, πρόσεχα.
Δεν ζούσα σαν άρρωστη.
Δούλευα σε φαρμακείο στον Νέο Κόσμο, ανέβαινα σκάλες, έτρεχα για τις δουλειές του σπιτιού, γκρίνιαζα για τους λογαριασμούς όπως όλος ο κόσμος.
Μόνο που μέσα μου είχα πάντα έναν φόβο: αν μείνω έγκυος, θα αντέξει η καρδιά μου; Όταν ο γυναικολόγος μάς είπε «βλέπω τρεις σάκους», ο Στέλιος γέλασε νευρικά. «Τρία; Γιατρέ, κάνετε πλάκα;» Δεν έκανε.
Στην αρχή έκλαιγα από χαρά.
Μετά ήρθε ο καρδιολόγος και μου έκοψε τα πόδια. «Μαρία, πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά.
Αυτή η εγκυμοσύνη είναι πολύ επικίνδυνη.
Και για εσένα και για τα έμβρυα.
Η καρδιά σου θα πιεστεί πολύ.
Η πιο ασφαλής ιατρικά λύση είναι να γίνει μείωση.» Μείωση.
Τόσο ψυχρή λέξη.
Λες και μιλούσαν για έξοδα, όχι για παιδιά.
Έμεινα σιωπηλή. Ο Στέλιος απάντησε πρώτος. «Αν αυτό τη σώσει, να γίνει.» Γύρισα και τον κοίταξα. «Να γίνει; Έτσι απλά;» «Μαρία, μιλάμε για τη ζωή σου!» Ναι, για τη ζωή μου μιλούσαμε.
Αλλά μέσα στη δική μου ζωή είχαν ήδη μπει άλλες τρεις καρδιές.
Από εκείνη τη μέρα, το σπίτι μας έγινε πεδίο μάχης.
Η πεθερά μου ερχόταν σχεδόν κάθε απόγευμα με τάπερ και φόβο. «Κορίτσι μου, σκέψου λογικά.
Να σωθείς εσύ πρώτα.
Μετά θα κάνετε κι άλλα παιδιά.» Ήθελα να της πω ότι αυτά ήταν τα παιδιά μου.
Όχι μια πρόβα.
Όχι κάτι που αντικαθίσταται.
Αλλά κρατιόμουν. Ο Στέλιος είχε αλλάξει.
Δεν ήταν κακός άνθρωπος.
Ήταν τρομοκρατημένος.
Ξυπνούσε τη νύχτα και έλεγχε αν αναπνέω.
Έψαχνε γιατρούς, διάβαζε φόρουμ, μιλούσε με γνωστούς.
Με αγαπούσε, το ήξερα.
Αλλά αυτή η αγάπη είχε γίνει πίεση. «Δεν μπορώ να σε χάσω, καταλαβαίνεις;» μου είπε ένα βράδυ, με τα μάτια κόκκινα. «Κι εγώ δεν μπορώ να αποφασίσω ποιο παιδί μου θα πετάξω.» «Μη το λες έτσι…» «Έτσι το νιώθω.» Μετά από αυτό, δε μιλήσαμε για ώρες.
Μόνο το ψυγείο βούιζε και από τον δρόμο ανέβαινε η φασαρία της Αθήνας, μηχανάκια, κόρνες, άνθρωποι που συνέχιζαν τη ζωή τους σαν να μην είχε ανοίξει η γη κάτω απ’ τα πόδια μου.
Η εγκυμοσύνη ήταν εφιάλτης.
Από τον τρίτο μήνα άρχισαν οι δύσπνοιες.
Πρήζονταν τα πόδια μου, ανέβαινα μισή σκάλα και λαχάνιαζα.
Στο φαρμακείο σταμάτησα νωρίς.
Έμενα σπίτι, ξαπλωμένη τις περισσότερες ώρες, και μετρούσα παλμούς, κινήσεις, μέρες.
Κάθε εξέταση ήταν αγωνία.
Κάθε υπέρηχος χαρά και τρόμος μαζί.
Μια φορά, στο Αλεξάνδρα, μια ειδικευόμενη με ρώτησε χαμηλόφωνα: «Είστε σίγουρη για την απόφασή σας;» Της είπα μόνο: «Κάθε μέρα φοβάμαι.
Αλλά ναι.» Δεν ήμουν ηρωίδα.
Αυτό θέλω να το πω. Έκλαιγα στο μπάνιο για να μη με δουν.
Σκεφτόμουν τη μάνα μου, που είχε πεθάνει νέα, και έτρεμα μήπως τα παιδιά μου με γνωρίσουν μόνο από φωτογραφίες.
Κάποιες νύχτες έβαζα το χέρι στην κοιλιά και τους μιλούσα. «Κρατηθείτε λίγο ακόμα. Κι εγώ το ίδιο κάνω.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους