«Μη με κοιτάς έτσι, μάνα μου, είμαι καλά. Απλά μια μικρή πτώση, δεν είναι τίποτα», μου είπε η Ελένη, ενώ προσπαθούσε να κρύψει το πρόσωπό της πίσω από τα μαλλιά της. Ήμαμε στον διάδρομο του...
«Μη με κοιτάς έτσι, μάνα μου, είμαι καλά. Απλά μια μικρή πτώση, δεν είναι τίποτα», μου είπε η Ελένη, ενώ προσπαθούσε να κρύψει το πρόσωπό της πίσω από τα μαλλιά της.
Ήμαμε στον διάδρομο του νοσοκομείου, εκείνο το κρύο, λευκό φως που σε κάνει να νιώθεις γυμνό.
Η κόρη μου, η μικρή μου, έτρεμε.
Όχι από κρύο.
Από κάτι άλλο.
Κοιτάζω τον Μάρω, τον άντρα μου.
Στέκεται δύο βήματα πιο πέρα, κοιτάζει το ταβάνιο, τα χέρια του στις τσέπες.
Δεν με κοιτάει στα μάτια.
Ποτέ δεν με κοιτάει πια όταν είμαστε με την Ελένη. «Ποια πτώση, παιδί μου;» φώναξα, σχεδόν υστερικά. «Πώς να πέσεις και να έχεις τέτοια μελανόματα στο μπράσο; Ποιος σε χτύπησε;» Η Ελένη απέφυγε το βλέμμα μου. Ο Μάρω πλησίασε αργά, έβαλε το χέρι του στον ώμο μου. «Μαρία, άσε την τώρα.
Είναι σοκαρισμένη.
Θα τα πούμε στο σπίτι», ψιτύρισε.
Αλλά δεν τα είπαμε στο σπίτι.
Για δύο εβδομάδες, το σπίτι μας έγινε ένας νεκροtaireίος. Η Ελένη κλειδωνόταν στο δωμάτι της. Ο Μάρω έκανε τα πάντα για να με αποπροσε⌘χύνει.
Με έστελνε για ψώνια, με έλεγε «κουρασμένη είσαι», «μης το πας πάνω στο παιδί». Κι εγώ, που είμαι γυναίκα, ένιωθα το κενό.
Ένα κενό που μύριζε μούδια και ψέματα.
Ένα απόγευμα, ενώ ο Μάρω ήταν στο μπάνιο, βρήκα το κινητό της πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Δεν είμαι από τις που κρυπτοκοιτούν, αλλά το τηλέφωνο δεν σταμάταγε να δονείται.
Το όνομα στην οθόνη ήταν ο Στέφανος.
Ο πρώην της.
Εκείνος που είχε φύγει πριν έναν χρόνο, αφού μας είχε πείσει όλους ότι ήταν «το ιδανικό παιδί». Άνοιξα τα μηνύματα.
Το χέρι μου άρχισε να τρέμει.
Μπορεί να συγχωρέσει κανείς μια τέτοια προδοσία στο όνομα της προστασίας; Η απάντηση και η συνέχεια της ιστορίας βρίσκονται στο σχόλιο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους