ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ (1909–1970) Πενήντα έξι χρόνια χωρίς τον μεγάλο σατιρικό της ελληνικής ψυχής Υπάρχουν συγγραφείς που διαβάζονται. Υπάρχουν κι εκείνοι που, όσο τους διαβάζεις, νιώθεις πως σε διαβάζουν...
ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ (1909–1970) Πενήντα έξι χρόνια χωρίς τον μεγάλο σατιρικό της ελληνικής ψυχής Υπάρχουν συγγραφείς που διαβάζονται.
Υπάρχουν κι εκείνοι που, όσο τους διαβάζεις, νιώθεις πως σε διαβάζουν οι ίδιοι. Ο Νίκος Τσιφόρος ανήκει στη δεύτερη, σπάνια κατηγορία.
Δεν περιγράφει απλώς τον άνθρωπο, τον ξεγυμνώνει από τις μάσκες του, τον πιάνει επ' αυτοφώρω στις μικρότητες, στις αδυναμίες, στις αυταπάτες και στις γελοιότητές του.
Κι όμως, δεν τον εξευτελίζει ποτέ.
Τον σατιρίζει με εκείνο το χαμόγελο του σοφού που γνωρίζει πως όλοι, λίγο ή πολύ, είμαστε παιδιά της ίδιας ατελούς ανθρώπινης φύσης.
Στις 6 Αυγούστου 1970, ο Λιμνιώτης Νίκος Τσιφόρος άφησε τον κόσμο των ανθρώπων.
Άφησε όμως πίσω του έναν κόσμο άλλον, πολύ πιο ζωντανό: τον κόσμο των βιβλίων του.
Έναν κόσμο όπου η ιστορία παύει να είναι σκονισμένο σχολικό μάθημα και γίνεται ανθρώπινη περιπέτεια όπου οι ήρωες δεν είναι μαρμάρινα αγάλματα αλλά πλάσματα γεμάτα πάθη, φόβους, κουτοπονηριές, μεγαλείο και γελοιότητα.
Δεν υπήρξε μόνο ευθυμογράφος, ούτε μόνο μυθιστοριογράφος.
Υπήρξε ένας σπάνιος ψυχανατόμος του κοινωνικού βίου.
Με τη λεπτή του ειρωνεία ξεσκέπασε τις υποκρισίες της εξουσίας, τις αδυναμίες των ανθρώπων, τα ελαττώματα της φυλής μας και τις επαναλαμβανόμενες φάρσες της ιστορίας.
Γι' αυτό και τα βιβλία του δεν παλιώνουν.
Αλλάζει ο χρόνος… όχι ο άνθρωπος.
Οι δρόμοι της παλιάς Αθήνας, τα καπηλειά, τα λιμάνια, οι φυλακές, τα λαϊκά σπίτια, οι αυλές και οι γειτονιές του γίνονται μικρές θεατρικές σκηνές.
Εκεί όπου ο μάγκας συναντά τον αστυνόμο, ο φουκαράς τον απατεώνα, ο έντιμος τον καιροσκόπο και όλοι μαζί αποκαλύπτουν, χωρίς να το καταλαβαίνουν, το μεγάλο δράμα της ανθρώπινης κωμωδίας.
Κανείς, ίσως, δεν αφηγήθηκε την ιστορία των λαών με τόσο απολαυστικό τρόπο. Ο Τσιφόρος αποκαθήλωσε βασιλιάδες, στρατηλάτες και αυτοκράτορες από τα βάθρα τους, όχι για να τους μικρύνει, αλλά για να τους επαναφέρει στις πραγματικές τους διαστάσεις: ανθρώπους με φιλοδοξίες, πάθη, φόβους και ανοησίες.
Η σάτιρά του δεν υπήρξε ποτέ κακεντρεχής, υπήρξε βαθιά μορφή παιδείας.
Κι όμως, η επίσημη Ελλάδα δεν τον τίμησε όσο του άξιζε.
Ίσως, γιατί οι σατιρικοί συγγραφείς έχουν το άβολο προνόμιο να ενοχλούν όλους.
Δεν χαρίζονται σε κανέναν.
Δεν υπηρετούν παρατάξεις ούτε ιδεολογίες.
Υπηρετούν μονάχα την αλήθεια και το γέλιο, κι αυτά συχνά πληρώνονται ακριβά.
Σήμερα, πενήντα έξι χρόνια μετά την αναχώρησή του, ο Νίκος Τσιφόρος εξακολουθεί να είναι τρομακτικά επίκαιρος.
Γιατί άλλαξαν οι κυβερνήσεις, οι μόδες, οι τεχνολογίες και οι λέξεις.
Δεν άλλαξαν όμως η ματαιοδοξία, η υποκρισία, η απληστία, η μικροψυχία, η αλαζονεία και η αιώνια ανθρώπινη ανοησία.
Εκείνος τις είχε ήδη περιγράψει όλες.
Ίσως, γι' αυτό να ταιριάζει σήμερα να παραποιήσουμε, με σεβασμό, τον προφητικό λόγο του Οδυσσέα Ελύτη: «...τυραννίες, ζηλοφθόνιες, φόνους, εμπρησμούς, τ' αλέθω για τους χρόνους τους μελλούμενους...» Γιατί κι ο Τσιφόρος αυτό έκανε.
Άλεσε μέσα στον μύλο της σάτιρας τα διαχρονικά πάθη των ανθρώπων και μας τα παρέδωσε σαν καθρέφτη.
Έναν καθρέφτη που, όσο κι αν αποφεύγουμε να κοιτάξουμε μέσα του, πάντοτε μας επιστρέφει το ίδιο πρόσωπο: το δικό μας.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη ενός συγγραφέα.
Να μη χρειάζεται υπερασπιστές ούτε μνημόσυνα.
Να αρκεί να ανοίξει κανείς μία σελίδα του και να ακούσει ξανά εκείνο το πονηρό, μειλίχιο χαμόγελο να ψιθυρίζει πως ο κόσμος δεν διορθώνεται εύκολα, γίνεται όμως απείρως πιο υποφερτός όταν μπορούμε ακόμη να γελάμε με τα ελαττώματά του. Ο Νίκος Τσιφόρος δεν κρυβόταν στα ευθυμογραφήματά του αλλά στον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να συμφιλιώσει τον απλό αναγνώστη με την Ιστορία.
Εκεί όπου τα σχολικά εγχειρίδια παρέθεταν χρονολογίες, ονόματα και μάχες, εκείνος έβλεπε ανθρώπους.
Αντί για αγάλματα, παρουσίαζε πρόσωπα με πάθη, αδυναμίες, φιλοδοξίες και γελοιότητες.
Με το απαράμιλλο χιούμορ του απέδειξε πως η Ιστορία δεν είναι ένα νεκρό μουσείο γεγονότων, αλλά μια αδιάκοπη επανάληψη της ανθρώπινης φύσης.
Οι εποχές αλλάζουν, τα κοστούμια αλλάζουν, οι σημαίες αλλάζουν, εκείνο που παραμένει αναλλοίωτο είναι ο άνθρωπος.
Η φιλοδοξία, η ματαιοδοξία, η δίψα για εξουσία, ο φόβος, η απληστία και η αυταπάτη ταξιδεύουν μέσα στους αιώνες με διαφορετικά ονόματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι χιλιάδες Έλληνες αγάπησαν την Ιστορία διαβάζοντας πρώτα τον Τσιφόρο και έπειτα τους ιστορικούς.
Εκείνος δεν υποκατέστησε ποτέ την επιστήμη της έδωσε, όμως, ψυχή, χιούμορ και ανθρώπινο πρόσωπο.
Κάποτε είχε γράψει πως «ο άνθρωπος φεύγει, μα το γέλιο μένει». Κι αυτό να είναι το πιο αληθινό επιτύμβιο για τον ίδιο.
Γιατί ο Νίκος Τσιφόρος δεν άφησε πίσω του μόνο βιβλία, άφησε έναν τρόπο να αντικρίζουμε τον κόσμο.
Με λιγότερη σοβαροφάνεια, περισσότερη αυτογνωσία και εκείνο το λυτρωτικό χαμόγελο που γεννιέται όταν ο άνθρωπος τολμά να σατιρίσει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό.
Αυτός ήταν ο Νίκος Τσιφόρος.
Και γι' αυτό θα παραμένει πάντοτε ζωντανός.
Το παρόν αφιέρωμα δε θα μπορούσε να λάβει τη μορφή που έχει χωρίς την πολύτιμη συμβολή του καλού φίλου και επί σειρά ετών άξιο συνεργάτη του Δημήτρη Αποστόλου του «Τσιφορικού Ελύμνιου», ενός ανθρώπου που δεν αντιμετωπίζει τον Νίκο Τσιφόρο ως ακόμη μία σημαντική λογοτεχνική μορφή, αλλά ως διαχρονικό συνοδοιπόρο του ελληνικού πνεύματος.
Με την αγάπη, την ευαισθησία και τη βαθιά γνώση που τον διακρίνουν, συνέβαλε ουσιαστικά στην ανάδειξη πτυχών του έργου και της προσωπικότητας του μεγάλου σατιρικού, προσφέροντας πολύτιμες σκέψεις, παρατηρήσεις και δημιουργικές προσεγγίσεις.
Η συνεργασία αυτή υπήρξε για μένα μια γόνιμη πνευματική συνάντηση, μέσα από την οποία αναδείχθηκε ακόμη περισσότερο η διαχρονική αξία του Νίκου Τσιφόρου. Και τον ευχαριστώ πολύ για αυτό! Παναγιώτα Δαυιδούλα Περήφανου Ιστορικός - Φιλόλογος, Πολιτισμολόγος, Αρθρογράφος & Συγγραφέας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους