[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σημερα ενα μεγαλο αφιερωμα σε εναν απο τους αγαπημενους μου λαικους μουσικοσυνθετες της αυτοδιδακτης λαικης μας παραδοσης Τον ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΥΦΛΟΥΖΕΛΗ.!!! .Εδω στο σημερινο μας αφιερωμα απο παλεοτερες...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σημερα ενα μεγαλο αφιερωμα σε εναν απο τους αγαπημενους μου λαικους μουσικοσυνθετες της αυτοδιδακτης λαικης μας παραδοσης Τον ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΥΦΛΟΥΖΕΛΗ.!!! .Εδω στο σημερινο μας αφιερωμα απο παλεοτερες αναρτησεις μου θα ειναι σε δυο μερη αφιερωμα και συνεντευξη απο τον Γιο του Σταυρο που ειχε παραχωρηση παλεοτερα σε περιοδικο..Ο Γιωργος Μουφουζελης αφησε σημαντικά τραγούδια, όπως «Ο ψαράς μέσα στη χώρα», «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο» (το οποίο ερμήνευσε Ο Γρηγορης Μπιθικωτσης και αργότερα και ο Γιώργος Νταλάρας), Που σουν μαγκα τον χειμωνα κ.ά. Ο δίσκος «50 Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι» πέτυχε ρεκόρ πωλήσεων και είναι ο πρώτος πλατινένιος δίσκος στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας. Ο Γιωργος Μουφουζελης πέθανε στο Γαλάτσι παμφτωχος.

Λαϊκός δημιουργός με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή, Γιώργης Μουφλουζέλης, γεννήθηκε το 1912 στη Μυτιλήνη, από μια οικογένεια φτωχική.

Αχθοφόρος ο πατέρας, όμως καλός νοικοκύρης, μια και «δεν άφησε τα παιδιά του να πεινάσουν», αυστηρός και απόμακρος για τον ίδιο και για τα μικρότερα 3 αδέλφια του, και η μάνα, νοικοκυρά, αφοσιωμένη στα παιδιά της.

Από το σχολείο τον σταμάτησε ο πατέρας του μετά τη δευτέρα δημοτικού για να δουλέψει, και μάλιστα πολύ σκληρά για ένα παιδί της ηλικίας του, στην οικοδομή. «Στη ζωή μου μαρτύρησα από παιδί» θα πει. «Τότες τα γιαπιά δεν ήταν σαν τα σημερινά.

Πολλές φορές κουβαλάγαμε πέτρες από εκατό μέτρα μακριά.

Ούτε στον εχτρό σου...». Έτσι, ο αγώνας για το μεροκάματο άρχισε νωρίς για το «Γιωργέλι», ένας αγώνας που θα συνεχιστεί όμως και σε όλη του τη ζωή, είτε ως χτίστης είτε ως μουσικάντης, αργότερα.

Το περιβάλλον της ιδιαίτερης πατρίδας του ήταν πλούσιο σε μουσικές.

Δημοτικοί ρυθμοί, ο νησιώτικος καρσιλαμάς, ο καλαματιανός, το ζεϊμπέκικο, το οποίο ειδικά στη Μυτιλήνη βρίσκεται μέσα στο δημοτικό – λαϊκό κύκλο της παράδοσης, το σμυρνέϊκο, ήταν οι ήχοι που γέμισαν τα αυτιά του από τα μικράτα του.

Ό,τι αργότερα θα συνθέσει και θα τραγουδήσει είναι παραλλαγή, διασκευή ή έμπνευση από αυτή την πλούσια μουσική παρακαταθήκη.

Η λαϊκή μουσική όμως από νωρίς ασκούσε επάνω του μια ισχυρή έλξη. «Μ’ άρεζαν τα τραγούδια που στίχος και μουσική μοιάζανε παντρεμένα και άμα ήτανε καλή και η φωνή... ε, με έσφαζες...» θα πει στην αυτοβιογραφία του.

Τα χασικλήδικα και τα κουτσαβάκικα τραγούδια τα πρωτάκουσε από το γραμμόφωνο και αργότερα στην εφηβεία και στη νεαρή ανδρική του ηλικία από τις παρέες του με τους μάγκες της Μυτιλήνης και με τους ρεμπέτες του Πειραιά.

Από τα πρώτα του ακούσματα στο μπουζούκι, ο συντοπίτης του, ο βαρελάς ο Μιστόκλης, ο οποίος και τον μάγεψε.

Ένα μαντολίνο που ξέμεινε στο σπίτι τους χρησίμευσε πολύ στην προσπάθειά του να αποτυπώσει εκεί τις μουσικές που γέμιζαν τα αυτιά του.

Έπειτα, οι φωνογραφητζήδες, όπου κάθε Σαββατόβραδο ακουμπούσε το χαρτζηλίκι που του έμενε, μια και τα λεφτά που έβγαζε από τη δουλειά στα γιαπιά, πήγαιναν στην οικογένεια.

Τελικά, έμαθε μπουζούκι εντελώς μόνος του, με βάση τα ακούσματα που είχε, πραγματικά αυτοδίδακτος στο όργανο αυτό, όπως και στον τζουρά και στον μπαγλαμά, τα οποία επίσης έμαθε να παίζει.

Κάποιες περιοδείες του στη Σύρο, Τήνο και Σάμο όπου έπαιζε ο ίδιος μπουζούκι και ένας φίλος του κιθάρα, στα 22 του χρόνια, ήταν μια πρώτη εμπειρία, και ερασιτεχνική αλλά και «επαγγελματική» με το όργανο.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπαιζε και πάλι μπουζούκι στη Μυτιλήνη και στα γύρω χωριά.

Ήταν και αυτή μια πολύτιμη εμπειρία για το νεαρό Γιώργη, γιατί εκείνη την εποχή απαγορευόταν να βγάλει πιατάκι, μια και αυτό θεωρείτο επαιτεία.

Έτσι, αναγκαστικά, έγινε μουσικάντης χωρίς να το θέλει, γιατί «μουσικάντης είναι αυτός που ξέρει να μπει στο πνεύμα του ανθρώπου, που διαλέγει να παίξει το τραγούδι που αρέσει», ώστε να τον «φιλοτιμήσει» και η πληρωμή να έρθει από μόνη της, χωρίς να το ζητήσει ο μουσικάντης! Μετά τη στρατιωτική θητεία του το 1933 στη Μυτιλήνη, αποφάσισε να καταταγεί στη Χωροφυλακή, μια και ο μισθός ήταν ικανοποιητικός για τα δεδομένα της εποχής.

Διορισμένος πια χωροφύλακας στη Σάμο, δεν του πήγαινε η ψυχή του να φορτώνει με μηνύσεις φτωχούς πολίτες είτε γιατί δεν είχαν άδεια να σοβατίσουν είτε να ασβεστώσουν το καλύβι τους.

Το αποτέλεσμα ήταν πως όταν παρουσιάστηκαν αρκετοί από τους συναδέλφους του για να ζητήσουν απόλυση, ο Διοικητής κοίταξε να τους αλλάξει γνώμη και τους έπεισε να παραμείνουν στο Σώμα.

Όταν έφτασε η σειρά του Γιώργη, μετά από μια ματιά στο υπηρεσιακό του σημείωμα, ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος: Διοικητής: «Πότε είπαμε απολύεσαι;» Γιώργης: «Το Σάββατο» Διοικητής: «Έλα αύριο να σε απολύσω»... Η γνωριμία του με τους ρεμπέτες Από το 1930 ταξίδεψε αρκετές φορές ως την πρωτεύουσα, μια και είχε μεγάλη επιθυμία να γνωρίσει επαγγελματίες μπουζουκτσήδες και από το 1958 εγκαταστάθηκε μόνιμα πια στην Αθήνα.

Πρώτη του γνωριμία ο Μπάτης, στο καφενείο του οποίου «Τα Τέσσερα Βάσανα, οι Έξι Πόνοι» - όπως το ονόμαζε ο ίδιος ο Μπάτης – έπιασε δουλειά ψήνοντας καφέδες.

Εκεί γνώρισε επίσης το Βαμβακάρη, το Δελιά, τον Παπαϊωάννου.

Με τον Μπάτη συνδέθηκε με φιλία βαθιά, εκεί άκουσε τους «καλούς ταξιμιτζήδες που κάνανε όμορφα ταξίμια» με τα μπουζούκια του Μπάτη, τα οποία είχαν και ονόματα, ήταν ο «Μάγκας», ο «Δερβίσης», ο «Ασίκης». Με αφοπλιστική ειλικρίνεια ομολογεί ο Γιώργης πως πήρε κανά δυο μουσικές από τον Μπάτη, συγκεκριμένα για το τραγούδι «Πάρε, κόρη, το λουτρό σου» στο οποίο τραγούδι πρόσθεσε και δικούς του στίχους, πέρα από την πρώτη στροφή, που ήταν του Μπάτη. Στη Μυτιλήνη, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, γνώρισε και την πρώτη του γυναίκα.

Για τη συντρόφισσα αυτή της ζωής του, με την οποία έζησε φτωχικά αλλά με πολλή αγάπη 15 χρόνια μέχρι που τους χώρισε ο θάνατός της, η τελευταία του σπαρακτική αναφορά είναι και η αποκαλυπτική του ονόματός της: «Τη γυναίκα μου τη λέγανε Παναγιώτα...». Στην Αθήνα, μόνιμα εγκαταστημένος πια από το 1958, ήρθε αντιμέτωπος με τα κυκλώματα των εταιρειών του τραγουδιού.

Ένιωσε πολύ καλά τι είναι «να είσαι φουκαράς, να παίρνεις καμιά δεκάρα και να κάνεις τουμπεκί». Τραγούδια του πέρασαν στη δισκογραφία με ονόματα άλλων και ο Γιώργης έπαιρνε ως αντάλλαγμα εκατό, διακόσιες ή τρακόσες δραχμές, ανάλογα με το πώς κοστολογούσαν κάθε φορά την ανάγκη του για επιβίωση.

Γνωρίστηκε με τον Απόστολο Καλδάρα, ο οποίος και του στάθηκε στη ζωή του φίλος πραγματικός στις δύσκολες στιγμές, την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, της οποίας η απλότητα, η καλοσύνη, κυρίως όμως το μοναδικό ταλέντο να σκαρώνει στίχους ή να επεμβαίνει αποφασιστικά και πετυχημένα όπου σκάλωνε ο στίχος, τον εντυπωσίασαν πάρα πολύ.

Στη ζωή του Γιώργη ήρθε και ένας δεύτερος, αποτυχημένος, γάμος, από τον οποίο απέκτησε ένα γιο, τον αγαπημένο του Σταυράκη.

Το παιδάκι αυτό έμελλε να το αναστήσει εντελώς μόνος του, από δυο χρονών μωρό, πατέρας αλλά και μάνα μαζί γι αυτό, όταν η δεύτερη γυναίκα του και μάνα του παιδιού διάλεξε να φύγει μακριά τους.

Για το Γιώργη ο αγώνας για την επιβίωση γίνεται πιο επιτακτικός και το πιατάκι συνεχιζόταν στις ταβέρνες και στα κουτούκια, τώρα πια μαζί με το παιδί...Τωρα μας μιλα ο γιος τους Σταυρος..Σταύρο Μουφλουζελη πές μας για τον πατέρα σου.

Ποια ήταν η δουλειά του; Πωs ζούσατε; Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1912 στη Μυτιλήνη και το 1958 έρχεται στην Αθήνα και κατοικεί στο Γαλάτσι.

Το πρώτο μας σπίτι ήταν στην Πηγή, στο παλιό τέρμα απέναντι από την Αγία Γλυκερία.

Είναι ο χώροs που γεννήθηκα το 1966.

Απ’ όταν ήρθε στην Αθήνα το βιοποριστικό του επάγγελμα ήταν η μουσική. ‘Επαιζε μπουζούκι, μαντολίνο και μπαγλαμά σε πανηγύρια και ταβερνάκια του Γαλατσίου.

Πάντα ασχολιόταν με τη μουσική, έγραφε στίχο και συνέθετε τραγούδια και για να ζήσουμε αυτά τα δύσκολα χρόνια, έκανε γύρα στα ταβερνάκια του Γαλατσίου και έβγαζε πιατάκι, για να μαζέψει πενταροδεκάρες.

Από το 1969 και μετά ήμασταν μόνοι μας χωρίς τη μητέρα μου.

Ο πατέρας μου με έπαιρνε μαζί του όταν έβγαινε για το μεροκάματο.

Θυμάμαι καθόμουν σε ένα καρεκλάκι και τον παρακολουθούσα που έπαιζε με το μπαγλαμαδάκι και τραγουδούσε. * Αργότερα όμωs άλλαξαν κάπωs τα πράγματα.

Δεν είναι έτσι; Ναι, αργότερα τον ανακάλυψε ο Αλέξανδρος Πατσιφάς που τον βοήθησε να κυκλοφορήσει το πρώτο του προσωπικό δίσκο.

Τότε εγώ ήμουν στην πρώτη δημοτικού.

Αμέσως μετά το πρώτο του δίσκο σταματάει το πιατάκι και ξεκινά να εμφανίζεται στην Πλάκα, σε ένα κουτούκι στον “Πρίγκιπα” πίσω από την πλατεία Μαβίλη.

Αργότερα παίζει και σε άλλα μαγαζιά της Πλάκας, στην “Αυλαία” μαζί με το νέο κύμα, επίσης στο “Αthens by night”, στο “Θεμέλιο”, στο “Σχόλιο”. Τελειώνοντας αυτή η περίοδος παίζει και σε άλλα μαγαζιά στο Γαλάτσι, στη Συκιά, στου Μαργιολά, στα Μπακαλιαράκια, στον Παντελή, στην Κληματαριά, στου Κατσινοπούλου ,στις Καλύβες του Θανασάκη στην Ανω Κυψέλη κανονικά, κάνοντας εμφανίσεις και σιγά – σιγά η ζωή μας άλλαξε προς το καλύτερο.

Παρ’ όλ’ αυτά ο πατέρας μου παρέμεινε ρεμπέτης.

Η ρεμπέτικη ζωή του είχε σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερότητα, έτσι αλλάζαμε συνεχώς κατοικία.

Πάντα όμως σπίτια με κοινή αυλή με δέντρα, κεραμίδια στη σκεπή και πολλά μικρά δωμάτια και πολλούς συγκάτοίκους. * Το θυμάσαι ότι μέναμε στον ίδιο …. δρόμο, στην οδό Δρίσκου ; Ναι, και ήταν το τελευταίο σπίτι που μείναμε στην οδό Δρίσκου 13. Είχε μια μεγάλη αυλή και γύρω γύρω τέσσερα μικρά σπιτάκια σαν γκαρσονιερούλες.

Eκεί αργότερα γυρίστηκε και το “Μινόρε της Αυγής”, το τηλεοπτικό σήριαλ.

Στο σπίτι αυτό γυρίστηκε και ένα ντοκυμαντέρ αφιέρωμα στον πατέρα μου από την τηλεόραση της ΕΡΤ.

Τότε ήμουν έξι ετών. * Πες μας για τον πατέρα σου, για τη σχέση σας, για το χαρακτήρα του, την προσωπικότητά του.

Σε ότι αφορά τη σχέση μας ήταν πολύ στενή.

Ήμασταν οι δυο μας στον κόσμο, ήμασταν πάρα πολύ κοντά ο ένας στον άλλον.

Ο πατέρας μου ήταν και πατέρας και μητέρα, ήταν τα πάντα για μένα.

Από τις πιο ζωντανές εικόνες που έχω από τον πατέρα μου- εγώ ήμουν 8 – 10 ετών- είναι στο γαλακτοπωλείο του Γεωργίου, στην πλατεία Λιναρά στην οδό Δρίσκου, δίπλα στο μπακάλικο του Κατσώνη.

Εκεί καθόταν και έπινε τα κρασάκια του.

Θυμάμαι πηγαίναμε στο Μαγκλάρα και ψωνίζαμε με πίστωση, κρατούσε “τεφτέρι”. θυμάμαι αυτό το μαγαζί γεμάτο μυρωδιές, θυμάρι, παστό μπακαλιάρο και τυριά.

Ο πατέρας μου ήταν αξιόλογος άνθρωπος, χωρίς ποτέ να μου πει τι θα κάνω, χωρίς περιορισμούς, μέσα από την απόλυτη ελευθερία κατάφερνε πάντα να μου δώσει να καταλάβω μέχρι που είναι τα όρια και μέχρι που θα φτάσω για να μη τα ξεπεράσω. “Σε αυτό του βγάζω το καπέλο, είχε τον τρόπο του”. Ποτέ δεν με κυνήγησε να διαβάσω, ποτέ δεν κυνήγησε να κάνω κάτι που δεν με ενδιέφερε.

Αυτά που δεν με ενδιέφεραν δεν μπορούσε κανένας να με κάνει να ασχοληθώ μαζί τους.

Ακόμα και σήμερα ασχολούμαι με αυτό που μου αρέσει σαν παραγωγός στην ‘Fm Records’. Είναι ελληνική εταιρεία, πάντα σε ελληνικό ρεπερτόριο. * Ποιές συνεργασίες είχε ο πατέρας σου, με ποιούs καλλιτέχνες; Έγραψε τραγούδια για τον Γ. Νταλάρα, τον Γρ. Μπιθικώτση, τον Αντ.

Ρεπάνη, τον Στ.Καζαντζίδη, τη Δούκισσα, τη Σ. Μπέλλου και τραγούδησε μαζί τους σε νυχτερινά μαγαζιά.

Έχει κάνει πέντε προσωπικούς δίσκους και πολλά μικρά σαρανταπεντάρια.

Υπάρχει και ένας δίσκος, “Μουφλουζέλης – Γενίτσαρης” που περιέχει τα περισσότερα από αυτά.Επίσης βρίσκουμε τραγούδια του στα “πενήντα χρόνια ρεμπέτικο” με τον Γ. Νταλάρα και σε σαρανταπεντάρια της Σ. Μπέλλου * Ο Σταύρος Μουφλουζέλης ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του Γιώργου Μουφλουζέλη συνθέτει κι αυτός μουσική.

Πολύ καλός Μουσικός, με σπουδές και ικανότατος παραγωγός στην Γαλατσιώτικη εταιρία “Fm Records”. * Εδώ το φιλμάκι της μνήμης φτάνει στο τέλος του.

Δεν σταματά όμως ξετυλίγεται κάθε που τα βήματά μου με οδηγούν εκεί στην οδό Δρίσκου.

Σκηνή τελευταία: Απόγευμα καλοκαιριού, έχει δροσίσει λιγάκι και οι γείτονες βγαίνουν σιγά-σιγά για τη βόλτα τους, στον τόπο συνάντησης, στην πλατεία Λιναρά.

Κοιτάζονται με σημασία.

Πίσω από την σιδερένια ψηλή πόρτα στο νούμερο 13 οι πενιές από τον μπαγλαμά φτάνουν μέχρι έξω στο χωματένιο δρόμο.

Κοντοστέκονται κι ακούν… “Ο μπάρμπα Γιώργος ο Μουφλουζέλης είναι.

Θα παλεύει κανένα καινούργιο τραγούδι”. Και η φωνή του ακούγεται δυνατή από το βάθος της αυλής……. “Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο”(Στην φωτογραγια απο την δεκαετια του 70 αρχες περιπου μαζι με τον αγαπημενο του γιο που ακουλουθησε κι αυτος τα βηματα του πατερα του στην μουσικη).

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences