«Μην ξαναπάρεις το 100!» φώναξε η Άννα από την κουζίνα, με τα μάτια κόκκινα κι εκείνη από την αϋπνία, αλλά πιο πολύ από τα νεύρα. Κι εγώ στεκόμουν στο σαλόνι με το κινητό στο χέρι, τρέμοντας...
«Μην ξαναπάρεις το 100!» φώναξε η Άννα από την κουζίνα, με τα μάτια κόκκινα κι εκείνη από την αϋπνία, αλλά πιο πολύ από τα νεύρα.
Κι εγώ στεκόμουν στο σαλόνι με το κινητό στο χέρι, τρέμοντας ολόκληρος, ενώ από πάνω ακούγονταν πάλι καρέκλες να σέρνονται, βαριά βήματα και εκείνο το καταραμένο μπάσο που έκανε τα τζάμια να τρίζουν στις τρεις και είκοσι τη νύχτα.
Εκείνη την ώρα δεν ήμουν άνθρωπος.
Ήμουν ένα κουφάρι που δούλευε το πρωί, γύριζε σπίτι και φοβόταν το βράδυ.
Μένουμε σε μια παλιά πολυκατοικία στη Νίκαια.
Τρίτος εμείς, τέταρτος ο Σταύρος.
Στην αρχή είπαμε πως θα είναι προσωρινό.
Ένας άνθρωπος είναι, θα καταλάβει.
Πήγα δυο φορές με το καλό. «Σταύρο, σε παρακαλώ, δουλεύω από τις επτά.
Δεν μπορώ άλλο, κάνε λίγη ησυχία μετά τις έντεκα.» Με κοίταζε με ένα μισό χαμόγελο, σαν να ήμουν ενοχλητική μύγα. «Σπίτι μου είναι, φίλε.
Ό,τι θέλω θα κάνω.» Το είπε ήρεμα.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Μετά άρχισα να ξυπνάω πριν καν κοιμηθώ. Καταλαβαίνεις; Έπεφτα εξαντλημένος στις δύο και στις τρεις πεταγόμουν από έναν κρότο, από μουσικές, από γέλια, από πόρτες που κοπανούσαν.
Στη δουλειά έκανα λάθη.
Είμαι αποθηκάριος στο Ρέντη, και μια μέρα παραλίγο να ρίξω παλέτα πάνω σε συνάδελφο.
Ο προϊστάμενος με τράβηξε στην άκρη. «Γιάννη, τι έχεις; Είσαι αλλού.» Τι να του έλεγα; Ότι με διαλύει ένας γείτονας και κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα; Η Άννα στην αρχή ήταν μαζί μου.
Χτυπούσε το ταβάνι με τη σκούπα, ανέβαινε πάνω, μίλαγε στον διαχειριστή, τον κύριο Μανώλη, έναν άνθρωπο που όλο έλεγε «θα το δω» και «μην κάνουμε φασαρίες στην πολυκατοικία». Λες και δεν ζούσαμε ήδη μέσα στη φασαρία.
Μαζεύτηκαν κι άλλοι ένοικοι.
Η κυρία Σοφία από το δεύτερο, ο Θανάσης από το ισόγειο.
Όλοι γκρίνιαζαν στην είσοδο, όλοι αγανακτισμένοι, αλλά όταν ερχόταν η ώρα να μιλήσουν πιο σοβαρά, έκαναν πίσω. «Μην μπλέκουμε τώρα με τέτοιους ανθρώπους», έλεγε η Σοφία χαμηλόφωνα.
Κι εγώ έμενα να βράζω μόνος μου.
Καλέσαμε αστυνομία, όχι μία φορά.
Ήρθαν, χτύπησαν, σώπασε για λίγο, κι ύστερα τα ίδια.
Μία νύχτα θυμάμαι τον αστυνομικό να μου λέει σχεδόν βαριεστημένα: «Κάντε μια έγγραφη καταγγελία, κύριε.
Εμείς τώρα τι να κάνουμε;» Ναι, αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή ήθελα να κοιμηθώ.
Όχι να μπω σε άλλον έναν λαβύρινθο από χαρτιά, αναμονές και “ελάτε αύριο”. Οι μήνες πέρασαν κι εγώ άλλαξα.
Έγινα νευρικός, απότομος, ύποπτος με όλους.
Ξεχνούσα πράγματα.
Μια μέρα έβαλα τον καφέ στο ψυγείο και το γάλα στο ντουλάπι. Η Άννα με κοίταξε περίεργα. «Δεν είσαι καλά.» «Δεν κοιμάμαι, Άννα!» της φώναξα. «Πώς να είμαι καλά;» Από εκεί άρχισε να ανοίγει μια ρωγμή ανάμεσά μας.
Εκείνη έλεγε να πάω σε γιατρό, να πάρω κάτι για τον ύπνο, να ηρεμήσω.
Εγώ το άκουγα σαν κατηγορία.
Σαν να μου έλεγε ότι το πρόβλημα ήμουν εγώ και όχι αυτός που μας βασάνιζε κάθε βράδυ.
Το βράδυ που κατέρρευσα ήταν Τετάρτη.
Είχα ήδη τρεις μέρες να κοιμηθώ κανονικά.
Όχι υπερβολές, τρεις μέρες.
Κάτι μισάωρα κομμένα, με την καρδιά να χτυπάει σαν τρελή.
Στις δύο παρά τέταρτο άρχισαν πάλι φωνές, μουσική, κάτι σαν να έσερναν έπιπλα.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι σαν ελατήριο. Η Άννα πετάχτηκε. «Μη πας πάνω.
Σε παρακαλώ.» Πήρα το κινητό και κάλεσα το 100. 👇 «Σταμάτα να καλείς το 100, θα μπλέξεις», μου φώναζε η γυναίκα μου, αλλά εγώ είχα φτάσει στα όριά μου από τις ατέλειωτες νύχτες τρόμου μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Όταν τελικά ήρθαν και μου πέρασαν χειροπέδες, κατάλαβα πως δεν είχα χάσει μόνο τον ύπνο μου… είχα αρχίσει να χάνω και τη ζωή μου. 😔🚔💔 Διάβασε παρακάτω τι συνέβη μετά και πώς διαλύθηκαν όλα μέσα σε μια νύχτα.👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους