«Μάνα, σε πήρα χθες. Τι έγινε πάλι;» μου είπε η Ελένη, κι εγώ έμεινα με το κινητό στο χέρι, όρθια στην κουζίνα, με τη ζάλη να μου κόβει τα γόνατα και το νερό να βράζει και να χύνεται στο μάτι της...
«Μάνα, σε πήρα χθες. Τι έγινε πάλι;» μου είπε η Ελένη, κι εγώ έμεινα με το κινητό στο χέρι, όρθια στην κουζίνα, με τη ζάλη να μου κόβει τα γόνατα και το νερό να βράζει και να χύνεται στο μάτι της κουζίνας.
Για μια στιγμή δεν μίλησα.
Άκουγα μόνο την ανάσα της, γρήγορη, εκνευρισμένη, σαν να την είχα τραβήξει από κάτι πιο σημαντικό από μένα.
Και ξαφνικά ένιωσα αυτό που φοβόμουν μήνες τώρα.
Δεν την ενοχλούσε το τηλεφώνημα.
Την ενοχλούσα εγώ. «Ελένη, δεν σε πήρα για κουβέντα.
Ζαλίστηκα πάλι.
Ήθελα μόνο να σου πω να το ξέρεις, σε περίπτωση που…» «Πάλι τα ίδια, μαμά; Σε παρακαλώ.
Έχω σύσκεψη σε δέκα λεπτά, ο Μανώλης έχει φροντιστήριο, η μικρή είναι άρρωστη, ο Στέλιος λείπει Λάρισα.
Δεν μπορώ κάθε φορά να πανικοβάλλομαι.» Κάθε φορά.
Το είπε έτσι απλά.
Σαν να ήμουν μια βρύση που στάζει.
Ένα πρόβλημα του σπιτιού.
Έκλεισα το τηλέφωνο πριν με ακούσει να κλαίω.
Κάθισα στην καρέκλα της κουζίνας και κοίταξα απέναντι το ψυγείο.
Πάνω του ήταν ακόμα κολλημένη με μαγνητάκι μια ζωγραφιά της από το δημοτικό.
Ένα σπίτι, ένας ήλιος, κι εγώ δίπλα της με τεράστια χέρια. «Η μαμά μου με προστατεύει», είχε γράψει τότε η δασκάλα από κάτω, γιατί η Ελένη δεν ήξερε ακόμα να γράφει καλά.
Την προστάτευσα όσο μπορούσα.
Και παραπάνω.
Δούλευα είκοσι χρόνια σε καθαριστήριο στα Πατήσια.
Το πρωί εκεί, το απόγευμα σκάλες σε μια πολυκατοικία στον Άγιο Νικόλαο.
Τα χέρια μου μύριζαν χλωρίνη και ατμό.
Τα νύχια μου σπασμένα, η μέση μου μόνιμα πιασμένη.
Αλλά η Ελένη πήγε αγγλικά, πήγε πιάνο δυο χρόνια μέχρι που μου είπε πως δεν της άρεσε, πήγε στο καλό ιδιωτικό όταν ο πατέρας της μας άφησε και εξαφανίστηκε με κάτι χρέη και μια άλλη ζωή στον Βόλο.
Δεν της έλειψε τετράδιο.
Δεν της έλειψε μπουφάν.
Εμένα μου έλειψαν πολλά, αλλά δεν πειράζει, μάνα είσαι, λες, θα περάσει.
Θυμάμαι μια νύχτα που είχε πυρετό στις πανελλήνιες.
Την είχα αγκαλιά στην άκρη του καναπέ και της έλεγα «θα γράψεις, κορίτσι μου, και θα φύγεις μπροστά, να μη ζήσεις όσα έζησα εγώ». Δεν κοιμήθηκα ούτε λεπτό.
Το πρωί πήγα κανονικά στη δουλειά.
Γύρισα με 39 πυρετό κι εγώ.
Δεν της το είπα.
Όταν πέρασε στη Νομική Θεσσαλονίκης, έκλαψα πιο πολύ από εκείνη.
Πήρα δάνειο.
Έκοψα από παντού.
Πουλούσα μέχρι και κάτι χρυσαφικά της μάνας μου, στα κρυφά. «Μην ανησυχείς για μένα», της έλεγα. «Εσύ να κοιτάς τα μαθήματά σου.» Και τα κοίταξε.
Τα κατάφερε.
Έγινε αυτό που ήθελα.
Δικηγόρος, με γραφείο στο Μαρούσι, δυο παιδιά, καλό σπίτι, ζωή γεμάτη υποχρεώσεις.
Μια ζωή που εγώ βοήθησα να χτιστεί, το ξέρω, αλλά δεν το πέταξα ποτέ στη μούρη της.
Μέχρι που άρχισε να το πετάει εκείνη στη δική μου με έναν άλλο τρόπο. «Μαμά, δεν είσαι η μόνη που κουράζεται.» «Μαμά, όλοι έχουμε προβλήματα υγείας μετά τα εξήντα.» «Μαμά, αν σε ακούω κάθε μέρα να λες τα ίδια, λογικό είναι να πιέζομαι.» Τα ίδια.
Η πίεση μου, το ζάχαρο, οι πόνοι στα γόνατα, οι αϋπνίες, οι νύχτες που πετάγομαι γιατί νομίζω πως θα σταματήσει η καρδιά μου.
Τα ίδια ήταν και η μοναξιά μου μάλλον.
Το άδειο σαλόνι.
Η τηλεόραση ανοιχτή μόνο για να ακούγεται μια φωνή.
Το τάπερ που μένει μισό γιατί δεν έχω όρεξη να φάω μόνη.
Αυτά τα ίδια.
Πριν τρεις μήνες έπεσα στο μπάνιο.
Όχι βαριά, αλλά τρόμαξα.
Χτύπησα τον ώμο μου και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να σηκωθώ.
Την πήρα τηλέφωνο με τρεμάμενα χέρια. «Μπορείς να έρθεις;» της είπα.
Σιωπή. «Τώρα;» Αυτό το τώρα ακόμα το ακούω. «Αν μπορείς...» είπα σιγά. «Μαμά, είμαι στο δικαστήριο.
Να στείλω τον Στέλιο το βράδυ;» Δεν ήθελα τον Στέλιο.
Το παιδί μου ήθελα.
Αλλά ντράπηκα που το σκέφτηκα. ⬇️Της έδωσα τα πάντα: χρόνια, λεφτά, ύπνο, υγεία.
Και τώρα, μόνη σε ένα διαμέρισμα με τα χάπια στο κομοδίνο, κατάλαβα πως κάθε μου τηλεφώνημα στην κόρη μου το ακούει σαν υποχρέωση, όχι σαν αγάπη... 💔📞😔 Διάβασε τι έγινε παρακάτω και πες μου αν τελικά ζητάω πολλά ή μόνο λίγη καρδιά.⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους