Ο Οσβάλδο Σέσαρ Αρντίλες, γεννημένος στις 3 Αυγούστου 1952, στη Κόρδοβα δεν είχε ούτε τη δύναμη, ούτε τον όγκο, ούτε και ήταν ο πιο γρήγορος. Αγωνιζόμενος ως κεντρικός μέσος (box-to-box και οργανωτής...
Ο Οσβάλδο Σέσαρ Αρντίλες, γεννημένος στις 3 Αυγούστου 1952, στη Κόρδοβα δεν είχε ούτε τη δύναμη, ούτε τον όγκο, ούτε και ήταν ο πιο γρήγορος.
Αγωνιζόμενος ως κεντρικός μέσος (box-to-box και οργανωτής), ο «Πιτόν» ξεχώριζε για το κομψό, ευέλικτο στυλ παιχνιδιού του.
Συνδύαζε την εξαιρετική τεχνική κατάρτιση και τις ντρίμπλες με ζιγκ-ζαγκ κινήσεις (από εκεί προήλθε και το παρατσούκλι "ελ Πίτον", που σημαίνει ο Πυθωνας) σε συνδυασμό ένα ιδιοφυές διάβασμα των φάσεων.
Δεν ήταν ο κλασικός σκληροτράχηλος χαφ της εποχής, αλλά ένας στρατηγός της μεσαίας γραμμής που βασιζόταν στην ακρίβεια της πάσας, την κορυφαία αντίληψη του χώρου και την ικανότητα να συνδέει άψογα την άμυνα με την επίθεση.
Ο πατέρας του, δικηγόρος, δεν έβλεπε το ποδόσφαιρο ως επάγγελμα, κι έτσι ο μικρός Αρντίλες γράφτηκε στη Νομική, παράλληλα με τα πρώτα του βήματα στην Ινστιτούτο ντε Κόρδοβα από κει ακολούθησε η συμπολίτισσα Μπελγκράνο και έπειτα μία 3ετία η Ουρακάν του Μπουένος Άιρες.
Η καθημερινότητα δεν άφηνε πια χώρο για βιβλία και το ποδόσφαιρο κέρδισε γρήγορα τη μάχη.
Το 1978, στο έδαφος της ίδιας του της χώρας, ο Αρντίλες έζησε τη στιγμή που θα καθόριζε τη ζωή του. Η Αργεντινή, βυθισμένη σε πολιτική αστάθεια μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, αναζητούσε μια ανάσα ενότητας στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο Αρντίλες αγωνίστηκε βασικός και στους επτά αγώνες της διοργάνωσης, συνθέτοντας μαζί με τον Μάριο Κέμπες μια τηλεπαθητική σχέση στο γήπεδο. Η Αργεντινή κατέκτησε το τρόπαιο και ο νεαρός μέσος από την Κόρδοβα έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής.
Η φήμη του τον οδήγησε στην Αγγλία.
Ο προπονητής της Τότεναμ, Κιθ Μπέρκινσο, τον προσέγγισε αμέσως μετά τον τελικό και η μεταγραφή κλείστηκε στο Μπουένος Άιρες.
Μαζί με τον Ρικάρδο Βίγια, έγιναν από τους πρώτους Λατινοαμερικανούς στο αγγλικό ποδόσφαιρο, αμέσως μόλις έληξε η απαγόρευση έκδοσης δελτίων για παίκτες εκτός Ευρώπης και Κοινοπολιτείας. «Ήταν μια μεγάλη περιπέτεια», θυμόταν. Στο Ουάιτ Χαρτ Λέιν, ο «Πιτόν» έγινε αντικείμενο λατρείας.
Το 1981 βοήθησε την Τότεναμ να κατακτήσει το Κύπελλο Αγγλίας, μια επιτυχία που γιορτάστηκε με το τραγούδι «Ossie's Dream» σε συνεργασία με το ντουέτο Chas & Dave.
Η τεράστια δημοτικότητά του ξεπέρασε τα γήπεδα το 1981, όταν πρωταγωνίστησε στη θρυλική ταινία «Η Απόδραση των 11» του Τζον Χιούστον.
Υποδύθηκε τον Carlos Rey, έναν αιχμάλωτο πολέμου, παίζοντας δίπλα στον Σιλβέστερ Σταλόνε, τον Μάικλ Κέιν, τον Πελέ και τον Μπόμπι Μουρ.
Λίγο μετά, ο Πόλεμος στις Μαλβίνες μπήκε ανάμεσα σε δύο χώρες που αγαπούσε εξίσου.
Ο ξάδελφός του, Χοσέ Αρντίλες, πιλότος της πολεμικής αεροπορίας, έχασε τη ζωή του στη σύρραξη. «Ο πόλεμος με κατέστρεψε, προφανώς», παραδεχόταν, νιώθοντας συντετριμμένος και στις δύο χώρες. «Όταν υπάρχει πόλεμος, το πρώτο πράγμα που ξεχνούν οι άνθρωποι είναι η αλήθεια», πρόσθετε πικραμένος.
Η παραμονή στο Λονδίνο έμοιαζε τότε αδύνατη, κι έτσι παραχωρήθηκε δανεικός στην Παρί Σεν Ζερμέν για μία σεζόν.
Τελικά επέστρεψε στην Τότεναμ, παραμένοντας πιστός ως το 1988, συμπληρώνοντας συνολικά 311 εμφανίσεις και 25 γκολ.
Το 1984 πρόσθεσε στη συλλογή του το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, μετά από δραματικά πέναλτι απέναντι στην Άντερλεχτ.
Ακολούθησαν οι Μπλάκμπερν, Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς και Σουίντον Τάουν, πριν αποσυρθεί.
Στην προπονητική έφερε παντού τη φιλοσοφία του επιθετικού ποδοσφαίρου: στη Σουίντον, στη Νιούκαστλ, στη Γουέστ Μπρόμγουιτς, και το 1993 πίσω στην Τότεναμ, ως ο πρώτος Αργεντινός τεχνικός στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ.
Το ταξίδι του συνεχίστηκε σε Μεξικό, Ιαπωνία, Κροατία, Σαουδική Αραβία και Ισραήλ.
Το 2008 εντάχθηκε στο Hall of Fame της Τότεναμ, σφραγίζοντας αυτό που οι οπαδοί γνώριζαν από καιρό: πως ένας μέσος με στοιχεία τελείως διαφορετικά από εκείνα του κλασσικού Βρετανού ποδοσφαιριστή είχε καταφέρει να γίνει πιο Άγγλος κι από πολλούς Άγγλους, χωρίς ποτέ να πάψει να είναι, βαθιά, ένας Αργεντινός.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους