«-Πόσο χρόνο έχουμε; -Δεν ξέρω. Την τελευταία φορά δεν κράτησε παραπάνω από πέντε λεπτά.» Απόγευμα Κυριακής. Η ξαφνική εμφάνιση του Ημερολογίου στην τηλεόραση με κάνει να σταματήσω ό,τι κάνω. Για...
«-Πόσο χρόνο έχουμε; -Δεν ξέρω. Την τελευταία φορά δεν κράτησε παραπάνω από πέντε λεπτά.» Απόγευμα Κυριακής.
Η ξαφνική εμφάνιση του Ημερολογίου στην τηλεόραση με κάνει να σταματήσω ό,τι κάνω.
Για άλλη μια φορά μου επιβεβαιώνει πως αυτή η ταινία παραμένει στην κορυφή των αγαπημένων μου.
Ίσως γιατί κάθε φορά αγγίζει ένα διαφορετικό κομμάτι μου.
Αυτή τη φορά κατάφερε να με ταξιδέψει στην ιδιαίτερη ιστορία μιας καλής μου φίλης, που καθημερινά χάνεται μέσα στη ζωή της.
Kάθε φορά που την ακούω, που τη συναντώ είναι λίγο χειρότερη από την προηγούμενη.
Σαν αγρίμι εγκλωβισμένο στο ίδιο του το σώμα.
Κάθε φορά λίγο πιο θυμωμένη, πιο νευρική, πιο απότομη, πιο μελαγχολική.
Η ζωή της γεμάτη ανθρώπους, ρόλους και υποχρεώσεις.
Σύζυγος, μαμά, φίλη, επαγγελματίας, αθλήτρια, νοικοκυρά και άλλα τόσα.
Αλλά λες και ο χρόνος την έχει καθηλώσει αποκλειστικά σε έναν ρόλο.
Εκείνον της κόρης.
Η αγαπημένη μου ταινία αγγίζει ένα από τα πιο δύσκολα θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Μια ασθένεια που δύσκολα συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη.
Η άνοια είναι ένα σύνολο συμπτωμάτων που επηρεάζουν τη μνήμη, τη σκέψη και την κρίση και, όσο εξελίσσεται, την ίδια την προσωπικότητα.
Η νόσος Αλτσχάιμερ παραμένει η συχνότερη μορφή άνοιας.
Και ο πόνος που δημιουργεί δεν αφορά μόνο τον ασθενή… Στην ταινία, η πρωταγωνίστρια ζει σε έναν όμορφο και ασφαλή χώρο.
Την φροντίζουν επαγγελματίες, την κρατούν καθαρή, δημιουργική, προστατευμένη.
Ένας αγαπημένος άνθρωπος τής διαβάζει καθημερινά την ιστορία της ζωής της.
Κι ας μην τον αναγνωρίζει.
Είναι χαμένη.
Αλλά είναι ασφαλής.
Και όλη αυτή η κινηματογραφική προσέγγιση προσπαθεί να γλυκάνει μια πικρή πραγματικότητα.
Πόσες αντίστοιχες ιστορίες άνοιας υπάρχουν γύρω μας χωρίς όμως ηλιοβασιλέματα, μουσική και κόκκινο κραγιόν; Χωρίς τη ρομαντική ματιά του Νίκολας Σπαρκς; Η δική μου φίλη χάνει καθημερινά τον εαυτό της, όσο η μητέρα της χάνει σταδιακά τη μνήμη της.
Ζουν σε μια μόνιμη σύγκρουση.
Από τη μία ο φόβος εκείνης που δεν καταλαβαίνει τί της συμβαίνει και από την άλλη η αγωνία εκείνης που καταλαβαίνει ακριβώς τί συμβαίνει.
Πού μπορούν αυτοί οι δύο κόσμοι να συναντηθούν; Πώς; Η άνοια αλλάζει τους ανθρώπους μας.
Τους κάνει αγνώριστους. Ξένους.
Η συγκεκριμένη μητέρα γνωστή για την καθαριότητά της, αρνείται πεισματικά να κάνει ένα μπάνιο.
Η μέχρι τώρα ευγένειά της έχει δώσει τη θέση της στην καχυποψία και στην επιθετικότητα.
Η προσαρμοστικότητά της έχει αντικατασταθεί από μια συνεχή άρνηση, αντίδραση και φόβο.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει το παιδί της.
Ένα παιδί που δεν είναι πια παιδί.
Ένα παιδί που έχει τα δικά του παιδιά, τη δική του οικογένεια, τη δική του ζωή.
Που είναι λες και έχει σταματήσει να ζει, για να χαθεί κι εκείνη μαζί με τη μαμά της μέσα στη νόσο της λήθης.
Χαμένη διαρκώς μέσα στην οθόνη του κινητού της, που πασχίζει να παρακολουθεί τις κινήσεις της μαμάς της, όταν δεν είναι μαζί. Κοιμάται; Πήρε τα φάρμακά της; Έβαλε φαγητό στο κατοικίδιό της; Έκανε μπάνιο; Χαμένη μέσα στα δεκάδες χειρόγραφα χαρτάκια με τις σημειώσεις.
Άλλα κολλημένα σε καθρέφτες κι άλλα σε πόρτες ή ντουλάπια. «Να πάρεις τα χάπια!» «Μην ανάψεις το μάτι!» «Μην ανοίγεις την πόρτα σε κανέναν!» Χάνεται μέσα σε μια καθημερινότητα γεμάτη δρομολόγια, άγχος και νεύρα.
Δεν μπορεί να φύγει διακοπές.
Δεν μπορεί να αφεθεί σε ένα βράδυ με φίλους ή σε έναν καλοκαιρινό, μεσημεριανό ύπνο.
Η φίλη μου δεν μπορεί να κατανοήσει, γιατί η μητέρα της έγινε έτσι.
Και ίσως τελικά να μην χρειάζεται να το κατανοήσει.
Χρειάζεται μόνο να αποδεχθεί ότι αυτή είναι πλέον η νέα πραγματικότητα της μαμάς της.
Κατά τη διάρκεια της ταινίας, ζωντανεύουν μέσα από τις σελίδες ενός ημερολογίου οι επιλογές, τα ανθρώπινα όνειρα, ο απόλυτος έρωτας, η οικογένεια.
Νομίζεις πως οι αναμνήσεις ξεπηδούν από εκείνον που θυμάται.
Όμως όχι.
Είναι η αφήγηση από την οπτική της πρωταγωνίστριας.
Η μητέρα της φίλης μου όμως δεν έζησε τόσο ονειρικά, όσο η γυναίκα της ταινίας.
Η μνήμη της αφήνει πίσω της έναν δύσκολο γάμο.
Έναν γιο που της γύρισε την πλάτη.
Αβάσταχτα χρέη.
Άθελά της όμως παρασύρει και όσους αγάπησε περισσότερο.
Την κόρη της.
Τα εγγόνια της.
Τους ανθρώπους που εξακολουθούν να τη φροντίζουν με την ίδια αγάπη.
Κι ας χρειάζεται να συστήνονται ξανά και ξανά.
Το χαμένο χθες της έχει μετατραπεί σε ένα νέο σήμερα.
Ένα ηλικιωμένο σώμα με τις ανάγκες, τις αντιδράσεις και τα πείσματα άλλοτε ενός μικρού παιδιού και άλλοτε ενός εφήβου.
Χρειάζεται να της επαναλαμβάνεις τα ίδια και τα ίδια.
Να διδάσκεις από την αρχή βασικά πράγματα.
Να κάνεις υπομονή.
Να προσαρμόζεσαι.
Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί εντελώς.
Η κόρη έχει γίνει μητέρα της μητέρας της.
Και δεν φταίει κανείς γι’ αυτό.
Η άνοια μάς διδάσκει πολλά για την ανθρώπινη ύπαρξη.
Για όσα είμαστε.
Για όσα προσπαθούμε να γίνουμε.
Για όσα παλέψαμε για να αποκτήσουμε.
Ίσως μια μέρα πάψουμε να θυμόμαστε.
Η ιστορία μας όμως δεν χάνεται.
Όχι όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται.
Όσο υπάρχουν άνθρωποι που μας θυμούνται.
Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που μπορούν να αφηγηθούν την ιστορία μας μέσα από γραμμένες ή και άγραφες σελίδες.
Αρκεί να μη χαθούν κι εκείνοι.
Να μη λυγίσουν κάτω από το βάρος της φροντίδας.
Γιατί τελικά η άνοια δεν αφορά μόνο εκείνον που ξεχνά. Αφορά και εκείνον που, κάθε μέρα, χρειάζεται να θυμάται για δύο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους