[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κωνσταντίνος Λογοθέτης* * Πρώην εισαγγελέας, δικηγόρος που έδωσε αγώνες και αποκάλυψε τις άθλιες συνθήκες κράτησης στο Γεντί Κουλέ, συγγραφέας του βιβλίου «Γεντί Κουλέ: Ετσι έκλεισε το κάτεργο…» (εκδ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Κωνσταντίνος Λογοθέτης* * Πρώην εισαγγελέας, δικηγόρος που έδωσε αγώνες και αποκάλυψε τις άθλιες συνθήκες κράτησης στο Γεντί Κουλέ, συγγραφέας του βιβλίου «Γεντί Κουλέ: Ετσι έκλεισε το κάτεργο…» (εκδ. Μπαρμπουνάκη) Γεντί Κουλέ: Οι χρήσεις (και οι παραχρήσεις) ενός μύθου Οταν ο αναθρώσκων από τις ψησταριές καπνός, αναμεμιγμένος με τους ενθουσιώδεις ήχους των λαϊκών ασμάτων διαχέεται στον ίδιο χώρο που ανέρχονταν οι οιμωγές των βασανιζομένων και οι κραυγές της απόγνωσής τους, το πράγμα αποκτά μια άλλη διάσταση, αν όχι μεταφυσική, τουλάχιστον ανατριχιαστική Γεντί Κουλέ: Οι χρήσεις (και οι παραχρήσεις) ενός μύθου Δεν θα ήταν υπερβολή εάν χαρακτηρίζαμε τον τόπο αυτόν (Γεντί Κουλέ) ιερό, φορτωμένο με βαρύτατο φορτίο οδυνηρών βιωμάτων και τραυματικών αναμνήσεων Αξιότιμη Κυρία Υπουργέ, Με αφορμή το ζήτημα που πρόσφατα ανέκυψε ως προς τη σχεδιαζόμενη χρήση των μνημείων της χώρας μας, επιτρέψατέ μου μια σύντομη επ’ αυτού παρέμβαση.

Εξ αρχής ακόμα διευκρινίζω, πως λόγω της δικηγορικής (τώρα) και εισαγγελικής (παλαιότερα) ιδιότητάς μου, δεν έχω τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις που θα μπορούσαν γενικά να βοηθήσουν στην ορθότερη προσέγγιση του θέματος.

Για κάποιο συγκεκριμένο όμως μνημείο, αυτό του πρώην κατέργου του Γεντί Κουλέ, τολμώ να πιστεύω πως η εντονότατη υπηρεσιακή -και σχεδόν- βιωματική σχέση που είχα υπό την εισαγγελική μου ιδιότητα με τις φρικαλέες συνθήκες που εκεί επικρατούσαν, μου δίνουν, νομίζω, τη δυνατότητα κάτι να εισφέρω στον σημερινό προβληματισμό.

Όταν για πρώτη φορά, μετά το κλείσιμο του κατέργου, σε επιστημονική διημερίδα της Θεσσαλονίκης τέθηκε το ίδιο ζήτημα, οι απόψεις των συμμετασχόντων ήταν ποικίλες, με κύριους πάντως άξονες είτε την διατήρηση του χώρου ως έχει, είτε την ολοσχερή κατεδάφιση των νεότερων κτιρίων για την πλήρη ανάδειξη του φρουριακού συγκροτήματος.

Προσωπικά, υπό την τιμητική για μένα πρόσκληση και συμμετοχή ως τον εισαγγελέα που κάπως συνέβαλε στη αποκάλυψη της φρίκης και στο κλείσιμο του κατέργου, έντονα και ανεπιφύλακτα τάχθηκα υπέρ της διατήρησης ανέπαφου του χώρου, τουλάχιστον για το προσεχές μέλλον και για όσο ακόμα θα υπήρχαν ανάμεσά μας όσοι, υπό οιανδήποτε ιδιότητα, μαρτύρησαν σ’ αυτόν.

Κατά τις σχετικές συζητήσεις, η θέση μου αυτή χαρακτηρίστηκε άλλοτε «συναισθηματική» (Γ. Βελένης) και άλλοτε «μόνη συγκεκριμένη με στοιχεία» (Κ. Παπαγιαννόπουλος). Πώς όμως θα μπορούσε να είναι «συναισθηματική» (όπως και πράγματι ήταν), μια εισήγηση που αναφερόταν απλά και σε κτίρια μηδαμινής αξίας; Τελικά, αυτή η άποψη πάντως επικράτησε και γι ‘αυτό μέχρι σήμερα και το συγκρότημα παραμένει ακέραιο και οι εκδηλώσεις σ’ αυτό γίνονται με φειδώ, μέτρο και σεβασμό.

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι απλή, απλούστατη, αφορά μόνον το συγκεκριμένο μνημείο και έχει ως εξής: Το μέλλον του Επταπυργίου είναι σχεδόν υποχρεωτικά προκαθορισμένο, αφού δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα δεμένο με το παρελθόν του, με το Γεντί Κουλέ των πονεμένων θρήνων όσων στο πετσί τους έζησαν την αθλιότητα αυτή του σωφρονιστικού μας συστήματος (που, τελικά, ούτε «σωφρονιστικό» ούτε «σύστημα» ήταν). Δυστυχώς, δυστυχέστατα, ήταν ένα αποτρόπαιο φάντασμα που για αιώνες πλανιόταν πάνω απ’ την πόλη μας και τις ψυχές μας και κατάφερε να συνδέσει τη χιλιοτραγουδισμένη Θεσσαλονίκη με κάποιες από τις αγριότερες στιγμές της ιστορίας του ταλαίπωρου αυτού τόπου.

Δεν υπάρχει άλλο μνημείο, στον Ελλαδικό τουλάχιστον χώρο, που για δεκαετίες να αποτελούσε άντρο βιασμών, ναρκωτικών και κάθε είδους βασανισμών κρατουμένων, ανδρών και γυναικών, ενηλίκων και ανηλίκων, άλλοτε ποινικών, άλλοτε πολιτικών και άλλοτε αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης.

Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή εάν χαρακτηρίζαμε τον τόπο αυτόν ΙΕΡΟ, φορτωμένο με βαρύτατο φορτίο οδυνηρών βιωμάτων και τραυματικών αναμνήσεων.

Έχοντας την τύχη (ή την ατυχία), ως Εισαγγελέας, να γνωρίζω από μέσα το κάτεργο πολύ πριν παραδοθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού, υπενθυμίζω κάποιες τραγικές στιγμές της καθημερινής ζωής του, που ανάγλυφα μπορούν να καταδείξουν πολλά περισσότερα από οποιαδήποτε θεωρητική προσέγγιση ως προς το είδος της μνήμης που πρέπει να διατηρηθεί: «Κοιτώνες ανηλίκων» : Ένας μικρός, σχεδόν ασφυκτικός θάλαμος, φιλοξενούσε δεκαπέντε έως είκοσι νεαρούς, με την ακόλουθη, ανατριχιαστική «ευρεσιτεχνία». Επειδή τα παιδιά δεν χωρούσαν στον θάλαμο, τα σιδερένια κρεβάτια τους ήταν διπλά (το ένα δηλαδή πάνω στο άλλο), από τον έναν τοίχο στον άλλο, με απόσταση μεταξύ τους μόλις λίγων εκατοστών.

Έτσι, κατεβαίνοντας από το κρεβάτι, ο ανήλικος κρατούμενος το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περπατήσει ένα – δύο μέτρα σ’ ένα διάδρομο πλάτους λίγων εκατοστών, χωρίς καν να μπορεί να στρέψει το σώμα του και χωρίς να βλέπει τίποτα μπροστά του, αφού το ύψος των ματιών του βρισκόταν περίπου στο ύψος του επάνω κρεβατιού.

Μερικές από τις χειρότερες πράξεις αυτοκαταστροφής γίνανε σ’ αυτόν τον θάλαμο, ο οποίος «εκ κατασκευής θυμίζει αποθήκη και όχι θάλαμο κρατουμένων…» (Εισαγγελική έκθεση της 22.6.1984). «Απομόνωση»: Η μονολεκτική και ψυχρή απόδοση της κόλασης του κατέργου.

Αξίζει εδώ να παραθέσουμε αυτολεξεί την περιγραφή του χώρου, από εισαγγελικό πόρισμα της 12.12.84: «Είναι μεσαιωνικά μπουντρούμια με πολύ μικρό χώρο το καθένα, εντελώς σκοτεινά, δεν έχουν παράθυρο ώστε να έχουν φυσικό φωτισμό ούτε διαθέτουν τεχνητό φωτισμό.

Δεν έχουν ακόμη αερισμό, τουαλέτα, ούτε κρεβάτι.» Φυσικά η περιγραφή που γίνεται σ’ ένα «χαρτί», δεν μπορεί να αποδώσει τη φρικτή κατάσταση των πειθαρχικών κελιών.

Μόνο η αυτοψία, ή η πένα συγγραφέως μπορεί να εξεικονίσει την πραγματική κατάσταση, και μόνο η φαντασία μας μπορεί να αναπλάσει το φρικαλέο μωσαϊκό της αθλιότητας.

Αν σ’ αυτό προσθέσουμε τους ξυλοδαρμούς, τον σταυρό και την καθήλωση, τα ρόπαλα και τους χαλκάδες, εύκολα καταλαβαίνουμε την ιστορική αναγκαιότητα να διατηρήσουμε τις μνήμες, αφού αυτές είναι που ριζικά διαφοροποιούν το Επταπύργιο από οποιοδήποτε άλλο μνημείο της χώρας μας.

Προφανώς, λοιπόν, ως προς τις χρήσεις του χώρου η μόνη σύμφωνη με τις παραπάνω απόψεις είναι -νομίζω- η ακόλουθη: Ανεξάρτητα από το είδος και τη συχνότητα των εκδηλώσεων που μπορούν να φιλοξενηθούν στο χώρο, το περιεχόμενό τους δεν πρέπει για κανέναν λόγο να ξεφεύγει από το διαχρονικό φαινόμενο της καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Για παράδειγμα, το τόσο αμφιλεγόμενο ακόμη και σήμερα σωφρονιστικό μας σύστημα άφθονο παρέχει υλικό για τη διοργάνωση σεμιναρίων, συζητήσεων, συνεδρίων και ημερίδων.

Ακόμη πιο εξειδικευμένοι προβληματισμοί όπως τα βασανιστήρια, οι αδικαιολόγητες προφυλακίσεις, η στιγματιστική λειτουργία του ποινικού σωφρονισμού και η κοινωνική επανένταξη των αποφυλακιζομένων μπορούν να αποτελέσουν τη θεματική τέτοιων επιστημονικών εκδηλώσεων.

Με την ίδια, όμως, σαφήνεια συνάγεται, πως με τα όσα ελάχιστα αλλά καταλυτικά προαναφέρθηκαν, οι εκδηλώσεις σ’ αυτόν τον χώρο δεν συνάδουν με συμπόσια, γάμους, βαπτίσεις, γλέντια, τραγούδια και χορούς και τα συναφή.

Αντιλαμβάνομαι -φυσικά- πώς τα παρομαρτούντα τέτοιων εκδηλώσεων (γύροι και σουβλάκια, μπύρες και ουζάκια) προφανώς δεν είναι από μόνα τους απαγορευτικά ή βλαπτικά. ¨Όταν όμως ο αναθρώσκων από τις ψησταριές καπνός, αναμεμιγμένος με τους ενθουσιώδεις ήχους των λαϊκών ασμάτων ανέρχεται στον ίδιο χώρο, στον ίδιο αέρα, στον ίδιο ουρανό που ανέρχονταν οι οιμωγές των βασανιζομένων, οι κραυγές της απόγνωσης τους και οι θρήνοι των συγγενών, το πράγμα αποκτά μια άλλη διάσταση, αν όχι μεταφυσική τουλάχιστον ανατριχιαστική. Κυρία Υπουργέ, Προ αρκετών ετών είδα στη μεγάλη αίθουσα των κρατουμένων μια επιγραφή τοποθετημένη από το Υπουργείο Πολιτισμού στην οποία τιμητικά αναγράφεται το όνομά μου καθώς και εκείνο της αείμνηστης εισαγγελέως Χρ. Γιαταγάνα.

Δεν γνωρίζω πότε και επί Υπουργίας ποίου συναδέλφου σας τοποθετήθηκε.

Εάν πάντως, το Υπουργείο εξακολουθεί να έχει την ίδια τιμητική άποψη για το πρόσωπό μου, θερμά παρακαλώ να σταθμίσει και αυτήν την οπτική των πραγμάτων, με την υπόσχεση να αποστείλω και το πλήρες αρχείο της υπόθεσης αυτής, εάν φυσικά σας φαίνεται χρήσιμο.

Τελειώνοντας, ζητώ την κατανόησή σας για το ότι οι σκέψεις μου κινήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την σωφρονιστική λειτουργία του μνημείου.

Δυστυχώς όμως, όποιος βρέθηκε στη συγκυρία -κάτω από οποιαδήποτε ιδιότητα- να γνωρίσει το Γεντί Κουλέ, δύσκολα μπορεί να «ξεφύγει» από την καταλυτική επίδρασή του. * Πρώην εισαγγελέας, δικηγόρος που έδωσε αγώνες και αποκάλυψε τις άθλιες συνθήκες κράτησης στο Γεντί Κουλέ, συγγραφέας του βιβλίου «Γεντί Κουλέ: Ετσι έκλεισε το κάτεργο…» (εκδ. Μπαρμπουνάκη)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences