[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ... Ήταν η 04 Αυγούστου του 1865, όταν ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού καθιερώθηκε ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας... Θα σας κουράσω λιγάκι με τις 158 στροφές. Προσπάθησα να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ... Ήταν η 04 Αυγούστου του 1865, όταν ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού καθιερώθηκε ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας... Θα σας κουράσω λιγάκι με τις 158 στροφές.

Προσπάθησα να είναι στον ίδιο αριθμό με αυτές του μεγάλου μας ποιητή στο γνωστό του ποίημα.

Αρχίζω αμέσως μετά τον θάνατό του και φτάνω στις μέρες μας... ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (Γεννήθηκε στις 08 Απριλίου του 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού και πέθανε στις 09 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα) Τα μετά το έργο του Εθνικού Ποιητή '' Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν'' (...κουβέντα με τον ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ) 1. Να φύγεις βιάστηκες, θαρρώ, στα σύννεφα να κάτσεις, σε στίχους ψάχνω για να βρω να πω Ελλάδας πράξεις. 2. Γερά κρατήσου, Σολωμέ στον θρόνο που θρονιάζεις και θα φωνάζεις, «οϊμέ!», συμπέρασμα να βγάζεις. 3. Σ' ακουμπηστήρι ν' ακουμπάς να μην κατρακυλήσεις και πανοπλία να φοράς, πυρά να σταματήσεις. 4. Η λευτεριά που ύμνησες, στη χώρα μας που θα 'ρθει μες στις δικές σου θύμησες πολλές φορές εγδάρθει. 5. Τα μάτια σου σαν έκλεισες ο αγώνας συνεχίσθει Διονύση μου, δεν έζησες η γη συχνά που εσείσθει. 6. Ρωμιών κεφάλια πέσανε, αίμα πολύ εχύθει, τη λευτεριά σαν δέσανε ως λέων εβρυχήθει. 7. Βαριές πολύ στα χέρια τους, χοντρές οι αλυσίδες, σου στέλνουν τα χαμπέρια τους, καινούργιες ηρωίδες. 8. Μεσολογγιού πώς μοιάζουνε, γυναίκες στην αντάρα, άντρες σαν τότε κράζουνε, Ρωμιών σκληρή κατάρα. 9. Πολλές εξόδους κάνανε τη νύχτα του Λαζάρου και των Βαγιών τα βάλανε με την οργή του Χάρου. 10. Χαντζάρια δε στεγνώσανε, τα βόλια δεν κοπάσαν και έλεος δε δώσανε, λαβές στο στήθος σπάσαν. 11. Όπως τα ξέρεις, ποιητή, τα πράγματα εμείναν, μες στην Ελλάδα φυτευτοί, οι Τούρκοι δεν εφύγαν. 12. Χρόνια πολλά περάσανε, ώσπου οι εχθροί να φύγουν, ποτέ τους δεν κοπάσανε τον Έλληνα να πνίγουν. 13. Κι από την άλλη ο βασιλιάς, ξένος, και τόπων άλλων, εγίνηκεν ο κατσαπλιάς και σμιλευτής σκανδάλων. 14. Κορόνα γράμμα παίξανε τη λευτεριά, Διονύση και στην Μελούνα τρέξανε, πάλι το αίμα βρύση. 15. Κεφάλια κατρακύλησαν στου κάμπου τα λουλούδια, τα στόματά τους φίλησαν της άνοιξης καλούδια. 16. Όπως και τότε, ποιητή, Μεσολογγιού το δράμα, χαντζάρα βρέθηκε λυτή σαν ξυραφιού τη λάμα. 17. Νεκρά κορμιά να κείτονται σε Θεσσαλίας χώμα, τα νύχια τους να μπήγονται στου Απριλιού το γιόμα. 18. Σαράντα χρόνια πέρασαν, τη μέρα που 'χεις φύγει και τα κουρέλια γέρασαν, ασπρίσαν οι κολίγοι. 19. Και να, τα πόδια σέρνονται, τη λευτεριά ζητάνε και σε λημέρια έρχονται, σκληρό εχθρό να φάνε. 20. Καλώς τόνε, μας φάνηκε ο εικοστός αιώνας, ο Έλληνας δε χάρηκε, μα φοβερός κυκλώνας. 21. Στων Ελλήνων τη διχόνοια, βασιλιάδες στη σειρά, δείχνουν δήθεν τη συμπόνια και μας ρίχνουν στην πυρά. 22. Και καρτερεί του Αλέξανδρου σπαθί να ορθοποδήσει, να πολεμά του άναδρου κατακτητή τη ζήση. 23. Στρατιές να στείλει ο Φίλιππος, Βεργίνας Μακεδόνες, να λάμψει πάλι έφιππος, σε στέργιους προμαχώνες. 24. Αχ, να φανεί η λυγερή, κόρη Θεσσαλονίκη και τα καλά της να φορεί, να πάει εκεί που ανήκει. 25. Βουνά του Πύρρου ορφανά κι οι αετοί σου κλαίνε, στα ύψη πάνω στα στερνά, πικρό τραγούδι λένε. 26. Στυγνός σατράπης ο Αλής κι αν έφυγε πριν χρόνια, πίκρα δεσπόζει της χολής, σκοτάδια καταχθόνια. 27. Όπως και τότε στα νερά, της λίμνης που πνιγήκαν κι άλλες πολλές στα παγερά, κοπέλες εχαθήκαν. 28. Ζακυνθινέ, Ηπείρου γη ακόμα αναστενάζει, των αηδονιών βαθιά σιγή, πουλί λαλιά δε βγάζει. 29. Τρυγόνι μέσα σε κλαδιά, Αγαρηνό φοβάται και καρτερά τη λευτεριά, τ' αγρίμι πώς βρυχάται. 30. Θεριό, σαν είναι σε κλουβί, στα σίδερα δεμένο, να περιμένει χαραυγή, τον ήλιο αναμμένο. 31. Αυτόν που θα 'βγει απ' τα βουνά, της Θράκης τα λημέρια, για να ψαλούν τα ωσαννά, της λευτεριάς χαμπέρια. 32. Καμπάνες της Αγια-Σοφιάς, γλυκά για να λαλήσουν, για ν' ακουστούν ξανά μεμιάς, στη Θράκη ν' αντηχήσουν. 33. Να σηκωθεί ο Βασιλιάς, τα μάρμαρα ν' αφήσει, σε τόπο κόκκινης μηλιάς, Τουρκιά να κυνηγήσει. 34. Ω, ποιητή, δεν πρόλαβες Θρακιώτες να γνωρίσεις και μήνυμα δεν έλαβες, Βοϊβόντα να υμνήσεις. 35. Ωσάν τον γιο της καλογριάς Αγαρηνό να τρώει, Καραϊσκάκη λεβεντιάς να δέρνει σκυλολόι. 36. Στο στήθος πάθος φλογερό για την ελευθερία, κάνει αγώνα φοβερό με ζέστες και με κρύα. 37. Αγρίμι μες στα ρέματα και στις χαράδρες μόνος, στο σώμα του τα αίματα, ατέλειωτος ο πόνος. 38. Στη Θράκη όλο γύριζε, τη λευτεριά ποθούσε, τον Τούρκο δεν χατίριζε, μ' οργή τον πολεμούσε. 39. Τα κόκαλά σου άσπρισαν, ω, ποιητή, στο μνήμα κι άλλο της Θράκης μαύρισαν, μες τις αυλές τα κρίνα. 40. Άργησε ο χρόνος για να 'ρθει, κράτησε αιώνα ένα, ώσπου η φλόγα να φανεί, λάμψη του Εικοσιένα. 41. Κρυμμένες γαλανόλευκες, στηθήκαν στα μπαλκόνια, αυτές που πριν δεν έβλεπες, για εξακόσια χρόνια. 42. Ρωμιοσύνη αναστημένη, από σκότους κατοχή, τον ζυγό να υπομένει, αιώνες μες στην αντοχή. 43. Η παλιά Μεγάλη Ιδέα πήρε θάρρος και πυγμή, για να χτίσει Ελλάδα νέα σε χαμένων τόπων γη. 44. Και ξεσπά καβγάς μεγάλος, στην Ευρώπη την παλιά, πόλεμος δεν ήταν άλλος, κόβει ανθρώπου τη λαλιά. 45. Νέα, σύγχρονα κανόνια, σκάβουν τάφους στη σειρά, οι ανθρώποι σαν τα πιόνια, καίγονται μες στην πυρά. 46. Εφευρέτες του θανάτου αερίων οι στρατιές, τα κουφάρια μες στου βάλτου αριθμούνε τις πρωτιές. 47. Με τα μάτια πεταμένα στ' ουρανού το σταχτωπό, χώμα μαύρο στον αυχαίνα και κορδόνι στενωπό. 48. Κι αν ο θάνατος τους βρήκε σκυθρωπούς μέσα στη γη, διδαχή ποτέ δε βγήκε απ' την άθλια πληγή. 49. Πήραν τότε τα τσαπράζια βασιλιάδες, υπουργοί, τ' άρματα και τα μπαγάζια κι ήρθαν σε Ιωνίας γη. 50. Σμύρνη, Πόλη και Αϊδίνι, του Βοσπόρου τα νερά, στων μαχών τη μαύρη δίνη, σε παιχνίδια δολερά. 51. Και αντί για ελευθερία εις τους τόπους τους ιερούς, πάθανε πανωλεθρία απ' τους άγριους εχθρούς. 52. Τόποι που 'χανε αιώνες ανθισμένο Ελληνισμό, τους ευρήκαν κυκεώνες στης οργής τον εθισμό. 53. Ξεριζώνεται η φαμίλια, μάνα χάνει το παιδί, μακριά ο πατέρας μίλια και ξανά δε θα τους δει. 54. Η γιαγιά κοιτάει εγγόνι μέσα στην καταστροφή, ατελείωτοι οι πόνοι, ζωντανού είναι ταφή. 55. Σμύρνης καίγονται τα σπίτια, οι σφαγμένοι καταγής, όσων ζουν, φωτιά στα στήθια, αίμα ανείπωτης πληγής. 56. Στα νερά τα κρύα κάνει μακροβούτια η προσφυγιά, κι όποιος ως το πλοίο φτάνει εξυμνεί την Παναγιά. 57. Άλλοι, πάλι, μες στις στράτες στων βοδιών πατημασιές, ψάχνουν να 'βρουνε τους φράχτες να φυλάξουν τις ψυχές. 58. Να ικετέψουν μετερίζι προσφυγάκι να δεχτεί, την Ελλάδα για να χτίζει, τα όνειρά του απ' την αρχή. 59. Πόντου μαύρη τραγωδία ρίζες σέρνονται βαθιές, με τον φόβο κουστωδία, με τους πόνους αρμαθιές. 60. Λύρα κλαίει στα παρχάρια, δάκρυα χύνει ο ζουρνάς και τ' αγγείον στα φεγγάρια στέλνει νότες προσφυγιάς. 61. Σολωμέ μου, μες στο μνήμα άκου νέα θλιβερά, πώς καλμάρουνε το κύμα Μαύρης Θάλασσας νερά. 62. Στον βυθό τα μαύρα σπλάχνα, των προσφύγων τις ψυχές και την τελευταία άχνα καταπίνουν οι ορδές. 63. Των ψαριών τα μύρια δόντια αλληλέγγυα στον εχθρό, κι άκαρδα στη μάνα Πόντια που 'χει χάσει το μωρό. 64. Τα φρύδια σμίξαν στον καημό, τα χέρια στην ανάγκη, Ιδέας κλάψαν τον χαμό, Μεγάλης στα πελάγη. 65. Σε παπούτσια μέσα οι σπόροι πέφτουνε σε νέο χώμα, προσφυγάκια βάζουν πλώρη, έλη βάφουνε με χρώμα. 66. Και προσμένουν οι πατρίδες να 'ρθει η δόλια λευτεριά, δούλας γιε, που δεν τις είδες στου ήλιου γέννα τη μεριά. 67. Ρωμιοσύνη ματωμένη ρούχα τρύπια στο κορμί, σ' έχουν πάντα καρφωμένη και σε δέρνουν με ορμή. 68. Γλύφεις τις πληγές σου τώρα ψάχνεις τέκνα για να βρεις, που τα πήρε η μαύρη μπόρα της σκληρής καταστροφής. 69. Ποιος θα φέρει στρατιώτη, του Σαγγάριου τα παιδιά, να τα δει η μάνα πρώτη που προσμένει κι αγωνιά. 70. Λείπει η κόρη της Ιωνίας που 'τρεξε για να σωθεί, θύμα φοβερής μανίας μέσ' τη Σμύρνη έχει χαθεί. 71. Ο πατέρας περιμένει τον λεβέντη να φανεί, στην πατρίδα την χαμένη τ' αηδονάκι, αχ, πονεί. 72. Τάμα κάνει και η μάνα, τον Θεό παρακαλεί, για να γίνει μέγα θαύμα, άντρας να 'ρθει απ' το Μελί. 73. Ψάξανε και βρήκαν φταίχτες της μεγάλης συμφοράς, πώς σφαχτήκαν απ' τους Τσέτες σαν θρεφτάρια αγοράς. 74. Στήσανε στον τοίχο έξι με τα μάτια ανοιχτά, για να δούνε πώς θα φέξει πώς η κάννη αλυχτά. 75. Εκεί πέσαν οι μπερντέδες στην αλάνα του Γουδή, άστρα, αρβύλες και μπερέδες την αντάρα που 'χαν δει. 76. Και συνέχεια αναστενάζει των προσφύγων η φωνή, με την Ρόζα Εσκενάζυ τις πατρίδες να υμνεί. 77. Με σκοπούς και αμανέδες το μινόρε της αυγής και να τρίζουν νταϊρέδες, ήχος πένθιμης πομπής. 78. Σ' έναν πόνου, ποιητή μου, Σμύρνης άμοιρο σκοπό, αχ, να ενώσω τη φωνή μου, μπρος στον τάφο σου να πω. 79. Σαν το μάρμαρο στο μνήμα η καρδιά σου θα ριγεί, π' άνοιξε στον ήλιο ρήγμα κι η λαλιά σου θα πνιγεί. 80. Πιάσε με, τώρα, απ' το χέρι, Σολωμέ μου, να χαρείς, ένα αστέρι να μας φέρει σε νησί που θ' απορείς. 81. Πατριάρχη να γνωρίσεις του ρεμπέτη τη φωνή, και στη Σύρο να γυρίσεις με την Φραγκοσυριανή. 82. Στο Σκαλί της Άνω Χώρας, την δεκάτη του Μαγιού, η στιγμή μεγάλης ώρας, γέννα του μεγάλου γιου. 83. Κι αν εχάθει η Ιωνία, έστειλε τη μουσική στου πολέμου τη μανία, δεν αφήνει να πληγεί. 84. Προσφυγάκια της Αθήνας και παιδιά του Πειραιά, οι ρακένδυτοι της πείνας με το χέρι στην πεννιά. 85. Στο μπουζούκι διαφεντεύουν σε ρεμπέτικους σκοπούς, με τη μουσική μαγεύουν Έλληνες κι αλλοδαπούς. 86. Σαν δεν έφτανε η φτώχεια στην Ελλάδα η σκληρή, στης Ευρώπης τα μετόχια εμφανίζεται απειλή. 87. Φασισμού την μαύρη μπότα γυαλισμένη, στιβαρή, της ανοίξανε την πόρτα, καταφθάνει, φοβερή. 88. Πάλι τρέχουν οι φαντάροι ν' αντικρίσουν τον εχθρό, κι ήτανε να γίνουν φάροι πολεμώντας το σαθρό. 89. Πίνδου χρόνια παγωμένα, γκρίζα βράχια, κοφτερά βάφονται ξανά με αίμα κι η ψυχή κάνει φτερά. 90. Για τη λευτεριά τους τρέχουν, όπως της Ζωής* ο γιος, τη σκλαβιά δεν την αντέχουν να φυλάξουνε το βιος. 91. Στάχτη γέμισε η Αθήνα με αγκυλωτούς σταυρούς, και παιδάκια σαν τα κρίνα ζούσαν σε καιρούς οικτρούς. 92. Ξεκινάει ο πατέρας για να βρει μπουκιά ψωμί, και της πείνας μαύρο τέρας τον ποτίζει με χολή. 93. Τρέμει χέρι μπρος την πόρτα σαν γυρίσει στο τσαρδί, δεν υπάρχουν άγρια χόρτα ούτε μια σταλιά λαρδί. 94. Πάνω στην απελπισιά του φλέβα κόβει πατρική, αίμα απ' τα σωθικά του για να θρέψει το παιδί. 95. Με τα μάτια μες στις κόγχες και πρησμένη την κοιλιά, πεινασμένων χέρια λόγχες ψάχνουνε σκουπιδαριά. 96. Γράφτηκε και μια σελίδα μες στο γκρίζο, φωτεινή, για την δόλια την πατρίδα, ήρωες αληθινοί. 97. Φασισμού σημαία μαύρη στην Ακρόπολη ψηλά, στ' άγιο χώμα πέφτει να 'βρει μια φωνή να της μιλά. 98. Είμαστε του Μακρυγιάννη, γόνοι της ελευθεριάς και σε μας σκλαβιά δεν πιάνει, Γλέζος, Σάντος, της φωτιάς. 99. Κατοχή στη Ρωμιοσύνη, μπότα φασιστών πατά, παλικάρι σπίτι αφήνει, τους δικούς του παρατά. 100.

Σε ίδια πάλι μονοπάτια, περπατά μες στα βουνά κι αντικρίζουνε τα μάτια Κωνσταντίνο τον Γιαννιά*. 101.

Πιάνει ο κλέφτης και ρωτάει, τι 'ναι αυτό που οδηγεί, τον Ρωμιό να τριγυρνάει, μες στα όρη τι ζητεί. 102.

Με κομμένη τη φωνή του νέα λέει θλιβερά, να γλιτώσει τη φωνή του ψάχνει την ελευθεριά. 103.

Στα λουλούδια, στο θυμάρι, συντοφιά του αγριμιού, στο βαθύσκιωτο χορτάρι, χαρακιού του ριζιμιού. 104.

Κλέφτης είναι τώρα αντάρτης, πολεμάει τον φασισμό, γίνεται ο εφιάλτης, προκαλεί τρανό σεισμό. 105.

Βάζουν στους νεκρούς καντάρια, την οδύνη να μετρούν, χίλια, μύρια παλικάρια και τα σίδερα λυγούν. 106.

Ξάπλα, πάλι, αν τα βάλεις τα παιδιά της Κατοχής, δίχως τελειωμό θα βγάλεις οδυρμούς της αντοχής. 107.

Γοργοπόταμο στην Οίτη μ' ασημένια τα νερά, το γεφύρι ως την κοίτη, κίονες βαστούν γερά. 108.

Ανταρτών φιτίλια καίνε σαν τον πόθο φλογερό, να τινάξουν τώρα θένε τον ζυγό τον φοβερό. 109.

Κάθε πέτρα που πετιέται σύμβολο της λευτεριάς, με τη δύναμη μετριέται ο θυμός πικρής σκλαβιάς. 110.

Στήσανε πολλά στον τοίχο παλικάρια στη σειρά, και στων τουφεκιών τον ήχο φρύδια σμίγουνε αδρά. 111.

Χρόνια τέσσερα στη χώρα του Αδόλφου η πληγή, τόνε πήρε τώρα η μπόρα, στο αίμα του έχει πνιγεί. 112.

Σολωμέ, πώς το 'χες γράψει για το μίσος στους Ρωμιούς, αν μες στις καρδιές τους στάξει, θα κοιμούνται με κοριούς. 113.

Το αίμα του λαού θα πίνουν σε παιχνίδι δολερό, και χτυπήματα θα δίνουν με κοντάρι σουβλερό. 114.

Μύτη μολυβιού ξυμένη ακουμπάει στο χαρτί, φύλλο η καρδιά μου, τρέμει, με τρυπάει σαν το καρφί. 115.

Όπως τότε, ποιητή μου, εμφυλίου σπαραγμός, αχ, πώς κόβεται η φωνή μου, των παθών ξεσηκωμός. 116. Βάλανε Κολοκοτρώνη σε μπουντρούμια ζηλευτά, κάνει ο Ανδρούτσος σε μπαλκόνι της Ακρόπολης βουτιά. 117.

Είμαι δώθε, είσαι πέρα των Ρωμιών φανατισμοί, κόβει ο γιος λαιμό πατέρα, μάνα πνίγουν οι λυγμοί. 118.

Και σε μάχη εμφυλίου ο αδερφός στον αδερφό, του μακάβριου ειδυλλίου ψέλνει ύμνο ορφικό. 119.

Του θανάτου το τραγούδι κλειδωτός, οδυνηρός, στων βουνών το πελεκούδι Χάρου γίνεται χορός. 120.

Τόνοι χύθηκαν φαρμάκι στα ζερβά και στα δεξά, δεν το πλένει ούτε ρυάκι μήτε θάλασσας νερά. 121. Στην Ελλάδα δε χωράνε οι ζερβοί στην αγκαλιά, και τη χώρα παρατάνε τρέχοντας σαν τα σκυλιά. 122.

Σ' άλλες χώρες, σ' άλλους τόπους και πατρίδα αλλοδαπή, σε ξενόγλωσσους ανθρώπους ο αντάρτης τι να πει; 123.

Η θυσία είναι μεγάλη για πιστεύω, ιδανικά, να 'ρθει μια Ελλάδα άλλη δίχως ξένα αφεντικά. 124. Γιε Ζακύνθου, τώρα έλα στο «νησί των ιπποτών», για να δεις την ταραντέλα πώς χορεύουν Ιταλών. 125.

Ασπρογάλαζες κορδέλες μπερδευτήκαν στον χορό, μέσα σε χρωμάτων τρέλες τόνε κάναν πηδηχτό. 126.

Ιταλοί, arrivederci λέει Ροδίτης, άντε γεια, τα νησιά μας φτάνουν έτσι στης μανούλας αγκαλιά. 127.

Από τότε που 'χεις κλείσει μάτια, χείλη, ποιητή, χρόνια πέρασαν, Διονύση, η Ελλάδα είναι αυτή. 128.

Κυνηγώντας τότε αρχίσαν, ξερονήσια να εξυμνούν και τ' αντίσκηνα εστήσαν στους ζερβούς να κοιμηθούν. 129.

Μύρια αστέρια να μετράνε μέσ' το θέρος το γλυκό, χόρτα Γυάρου να κρατάνε στο κεφάλι το ξερό. 130.

Να ζηλεύουνε του Μάη παπαρούνα πλουμιστή, χρώμα κόκκινο φοράει στο αγέρι λυγιστή. 131.

Κι όταν έρθει ο χειμώνας με το κύμα ν' αντηχεί, γίνετ' ερημιάς θαμώνας, λάμια να σε καταπιεί. 132.

Σαν φτερό που έχει φτάσει στων Κυκλάδων τα νερά, λευτεριά που έχει χάσει, κλαίει τώρα γοερά. 133.

Σώμα, τώρα, Μακρονήσου, των ζερβών ανεμελιά, άμοιρο νησί στολίσου με ειρήνης κλάδο ελιά. 134. Του Ευστράτη αγιοσύνη κάνει πρώτα την αρχή, τώρα εφάνει η Ρωμιοσύνη σ' εμφυλίου εποχή. 135. Του Ικάρου οι φτερούγες έλιωσαν κι έχουν χαθεί, στου στρατόπεδου τις ρούγες πένθος μαύρο και βαθύ. 136.

Ψάχνουν άλλες να κολλήσουν να πετάξουνε ψηλά, μάνα, αδέρφια να φιλήσουν να τους πάρουν αγκαλιά. 137.

Κλαίει ο Ερμής στην επαρχία και στην πόλη η Ναυσικά, ο πατέρας στα αρχεία «λερωμένος» ποινικά. 138.

Τρίκερι της Μαγνησίας, τις γυναίκες που κρατάς, μην ποτό της αμνησίας και της λήθης τις κερνάς. 139.

Και στην μακρινή Ανάφη, αδερφό τον κουβαλεί, με το αίμα του να βάφει, μίση Ελλήνων αειθαλή. 140.

Σολωμέ, έφυγε αιώνας π' άφησες Γραικούς στη γη, και της λευτεριάς αγώνας μ' αίμα βάφει την αυγή. 141.

Βγαίνει ο ήλιος με καμάρι την ειρήνη για να δει, βλέπει, όμως, παλικάρι κυκλωμένο από δαδί. 142.

Που ανάψανε στο πνεύμα από πεύκο Παρνασσού και προδώσανε σε γεύμα, μυστικό τον Ιησού. 143.

Τσάντα κρέμασα στην πλάτη καμωμένη από πανί, στην Ελλάδα, την εσχάτη Μακρυγιάννης να φανεί. 144.

Να μου πει αλήθειες μόνο, των Ελλήνων πρακτικές, και να καταθέσει πόνο σε αγράμματου γραμμές. 145.

Να μιλάει για εμφυλίου, τα τερτίπια της ντροπής, για την Τρίτη Σεπτεμβρίου, προεστούς περιωπής. 146. Στης Αθήνας την αλάνα η φωνή του ν' ακουστεί, ν' αντικρούει σχέδια πλάνα Σύνταγμα να ψηφιστεί. 147.

Δεν αρέσουν όλα τούτα να τ' ακούσουνε πολλοί, θέλουνε δικά τους φρούτα, ποτισμένα με χολή. 148.

Μού 'μαθαν οι δάσκαλοί μου Ύμνο να 'χω Εθνικό, και σημαία στην αυλή μου στην καρδιά μου ηθικό. 149.

Τις στροφές σου από στήθους έμαθα να τραγουδώ, ως ταιριάζει στα του ήθους με Νικόλαο* μουσουργό. 150.

Σαν κατάλαβα τη ζήση είπανε, η λευτεριά, πήγε χόρτα να βοσκήσει σε λιβάδια μακρινά. 151.

Κάλλιο να 'ναι μαργαρίτες πράσινου αναπνοή, από δόλιους ασφαλίτες, του δικτάτορα φωνή. 152.

Στα μπουντρούμια πάνε αδέρφια και γεμίζουν τα νησιά κι οι «τουρίστες» μες στα κέφια να «χορεύουν» ζεϊμπεκιά. 153. Αχ, Διονύση μου, τα ξέρεις άραξε στην κουπαστή, μες στο νου σου πάλι αν φέρεις η μιζέρια 'ναι φτυστή. 154.

Αρκετά θα σε κουράσουν στο Ιόνιο να πας, σαν τα σκάνδαλα σε φτάσουν τα μαλλιά σου θα τραβάς. 155.

Την παρέα σου μην χάσεις Γεωργίου του Σουρή και ποτέ δε θα ξεχάσεις πώς ο Έλληνας ουρεί. 156.

Στην πατρίδα του, τη μάνα άρμη βάζει στο φαΐ, λευτεριά, φτωχή λαγάνα απ' τη δίψα να καεί. 157.

Θάλασσας υγρή σανίδα στο Αιγαίο θε να βρω και σε μια δαρμού παρτίδα απ' το άχτι μου να βγω. 158.

Ρωμιοσύνη που εγεννήθει απ' τα κόκαλα Γραικού, μες στο βούρκο γαλουχήθει τήνε κάναν τ' αλατιού. *Η Ζωή Διμισκή ή Ντιμισκή είναι η μάνα του Γεωργίου Καραϊσκάκη. *Ο Κωνσταντίνος Γιαννιάς (1760-1805) ήταν κλέφτης που έδρασε στην Πελοπόννησο. *Ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος είναι ο συνθέτης του Εθνικού Ύμνου. Τάσος Δαλακίδης

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences