[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μνήμη Γιάννη Παπαϊωάννου 💖💖 🎶🎵🎶 Το προσφυγάκι από την Μικρασία που έγινε δεξιοτέχνης του μπαγλαμά και ψαράς. «Καπετόν Αντρέας Ζέπος», "Πως θα περάσει η Βραδιά". «Πριν το χάραμα». «Σβήσε το φως να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μνήμη Γιάννη Παπαϊωάννου 💖💖 🎶🎵🎶 Το προσφυγάκι από την Μικρασία που έγινε δεξιοτέχνης του μπαγλαμά και ψαράς. «Καπετόν Αντρέας Ζέπος», "Πως θα περάσει η Βραδιά". «Πριν το χάραμα». «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε", είναι μερικά από τα αγέραστα τραγούδια που χάρισε ο Γιάννης Παπαϊωάννου στο λαϊκό τραγούδι.

Καθήκον του θεωρούσε να ψυχαγωγεί τον κόσμο που ερχόταν στο μαγαζί του για να ξεδώσει από τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, βιρτουόζος του μπαγλαμά υπηρέτησε το ελληνικό πεντάγραμμο με τη γραφή, τη μουσική και τη φωνή του.

Στα κομμάτια του είχε στοιχεία καντάδας, μπάλου και ακούσματα από τη Μικρασία, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ως την ηλικία των οχτώ χρόνων.

Τότε ορφάνεψε από τον πατέρα του. κάτι που λύγισε οικονομικά την οικογένεια, ενώ ακολούθησε η Μικρασιατική Καταστροφή, που ολοκλήρωσε την τραγωδία τους. Στην Ελλάδα ήρθε πολύ μικρός.

Είχε να θρέψει τη μητέρα και τον εαυτό του.

Έμειναν μαζί σε μια τσιμεντένια παράγκα στις Τζιτζιφιές.

Γρήγορα ρίχτηκε αμέσως στη βιοπάλη και εγκατέλειψε το σχολείο σε μικρή ηλικία, όπως πολλά προσφυγόπουλα.

Έπιασε δουλειά ως ψαράς, στο πλευρό του φημισμένου Ανδρέα Ζέπου, τον οποίο θα έκανε αργότερα τραγούδι.

Εργάστηκε ως μαραγκός, σε οικοδομές, σε συνεργεία αυτοκινήτων και χαμάλης στο λιμάνι του Πειραιά, κουβαλώντας αμοχάλικο που το φόρτωνε στα ζώα.

Όταν έγινε γνωστός συνθέτης βοήθησε όσους βρέθηκαν κοντά του.

Καταφύγιο στις δυσκολίες αναζητούσε στη μουσική.

Έτσι το 1928 ξεκίνησε να παίζει φυσαρμόνικα, αλλά τον κέρδισε προσωρινά το ποδόσφαιρο.

Έπειτα από σοβαρό τραυματισμό του στον «Φαληρικό», όπου έπαιζε τερματοφύλακας, η μητέρα του έκανε δώρο ένα μαντολίνο για να παρατήσει τη μπάλα.

Κάποιο μεσημέρι σε ένα ταβερνάκι άκουσε το δίσκο το "Μινόρε του τεκέ", του Γιάννη Χαλκιά.

Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε μπουζούκι.

Το ερωτεύτηκε και το υπηρέτησε πιστά έως το τέλος της ζωής του.

Θέλησε να αγοράσει ένα μπουζούκι.

Χρήματα όμως δεν είχε.

Αλλά και να είχε η μάνα του δεν θα τον άφηνε.

Το μπουζούκι ήταν κακόφημο εκείνη την εποχή. Ο Γκινόπουλος το αφεντικό του στη δουλειά είχε ένα μπουζούκι.

Όταν ο νεαρός ξεμπέρδευε από τη δουλειά, το άρπαζε κρυφά και μάθαινε τις πρώτες πενιές. "Μπουζούκι, μου 'λεγε, έφερες εδώ πέρα, να σηκωθείς να φύγεις, και δως του τα ίδια και τα ίδια.

Με έδιωξε.

Έδιωξε η μάνα το παιδί για το μπουζούκι! Λες και ήταν φονικό όργανο.

Κακόμοιρο όργανο, πόσα δεν τράβηξες κι εσύ μαζί με εμάς; Άσχετα αν σήμερα αυτό το όργανο το έκαναν μπαλαρίνα, όπως και τα λαϊκά τραγούδια", έγραφε στην αυτοβιογραφία του «Ντόμπρα και σταράτα». Επαγγελματικά με το τραγούδι ασχολήθηκε από το 1933 και μέσα σε δυο χρόνια το πρώτο δικό του τραγούδι ήταν στα στόματα όλων, αν και επισήμως σε δίσκο θα κυκλοφορούσε το 1937: ήταν η σπουδαία «Φαληριώτισσα», που έγινε αμέσως επιτυχία και του έδωσε έτσι τη δυνατότητα να συνεχίσει στα μουσικά πόλκα.

Από τότε το 20χρονο παιδί από τις Τζιτζιφιές γνώρισε όλους τους γνωστούς ρεμπέτες και έγραψε πλήθος τραγουδιών που τον καθιέρωσαν στην πρώτη γραμμή των Ελλήνων λαϊκών συνθετών.

Η μεταξική δικτατορία απαγόρευσε δια νόμου το ρεμπέτικο και εισήγαγε τη λογοκρισία όχι μόνο στους στίχους, αλλά και στη μουσική. Ο Παπαϊωάννου τότε μαζί με τον Χιώτη πήγαν μέχρι το γραφείο του Μεταξά για να τον πείσουν να ελαφρύνει τη λογοκρισία και να δώσει άδειες στα τραγούδια τους.

Ζεϊμπέκικο που έγραψε το 1972 ο Τσιτσάνης για την απώλεια του φίλου και κουμπάρου του Γ. Παπαϊωάννου.

Παίζοντας μπαγλαμά και μαζί του, στο μπουζούκι ο Διαμαντής Πανάρετος.

Περιέχεται στον δίσκο «Τα τραγούδια από το τηλεοπτικό αφιέρωμα στον Γιάννη Παπαϊωάννου» του 1983.

Μουσική-Στίχοι-Ερμηνεία-Μπαγλαμά : Βασίλης Τσιτσάνης Μπουζούκι: Διαμαντής Πανάρετος. Το Γιάννη μας τον ζήλεψε και του 'στησε καρτέρι ένα πρωί στο Πέραμα του Χάρου το μαχαίρι Τώρα κλαιν οι Τζιτζιφιές που 'ριχνες τις γλυκές πενιές κι οι μάγκες όλου του Ντουνιά σε κλαιν απαρηγόρητα Γιάννη με τη χρυσή καρδιά Τους μάγκες όλους γλένταγες κι αυτοί σε αγαπάνε και στ' όνομά σου Γιάννη μου τα πίνουν και τα σπάνε Τώρα κλαιν οι Τζιτζιφιές που 'ριχνες τις γλυκές πενιές κι οι μάγκες όλου του Ντουνιά σε κλαιν απαρηγόρητα Γιάννη με τη χρυσή καρδιά Στον Κάτω Κόσμο εκεί που πας στα μαύρα κυπαρίσσια ρίξε δυο τρεις γλυκές πενιές ν' ακούσουν τα ντερβίσια και το χορό να' ρχίσουνε τα πιο όμορφα κορίτσια Τώρα κλαιν οι Τζιτζιφιές που' ριχνες τις γλυκές πενιές κι οι μάγκες όλου του Ντουνιά σε κλαιν απαρηγόρητα Γιάννη με τη χρυσή καρδιά.. https://youtu.be/aGQg1NkzEdk ( Via Γιώργος Βιδάκης )

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences