[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Πάλι έστειλες;» μου είπε ο Στέλιος, κρατώντας το κινητό μου στο χέρι πριν καν προλάβω να βγάλω τα παπούτσια μου. Τον κοίταξα και κατάλαβα αμέσως. Είχε δει το μήνυμα της τράπεζας. Εκείνο το ψυχρό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Πάλι έστειλες;» μου είπε ο Στέλιος, κρατώντας το κινητό μου στο χέρι πριν καν προλάβω να βγάλω τα παπούτσια μου.

Τον κοίταξα και κατάλαβα αμέσως.

Είχε δει το μήνυμα της τράπεζας.

Εκείνο το ψυχρό, μικρό μήνυμα που έγραφε πως μεταφέρθηκαν 120 ευρώ. «Η μάνα μου δεν είχε πετρέλαιο, Στέλιο.

Στο χωριό κάνει κρύο το βράδυ» του είπα και άφησα τις σακούλες στον πάγκο.

Δεν φώναξε αμέσως.

Αυτό ήταν το χειρότερο.

Έσφιξε μόνο το σαγόνι του και έβαλε το κινητό πάνω στο τραπέζι, σιγά, σαν να φοβόταν ότι αν το ακουμπούσε πιο δυνατά θα γκρεμιζόταν όλο το σπίτι. «Και η δική μου μάνα; Στην Αθήνα τι νομίζεις, δεν παγώνει; Δεν της φτάνει η σύνταξη.

Δεν έχει ανάγκες;» Αυτός ήταν ο καβγάς μας τους τελευταίους μήνες.

Όχι για απιστία, όχι για ψέματα της νύχτας, όχι για κάτι θεαματικό.

Για σακούλες από το σούπερ μάρκετ, για 50 ευρώ, για φάρμακα, για λογαριασμούς της ΔΕΗ, για το ποια μάνα πονάει περισσότερο.

Η δική μου μάνα, η Ελένη, μένει μόνη της σ’ ένα μικρό χωριό έξω από τη Ναύπακτο.

Ο πατέρας μου έφυγε πριν πέντε χρόνια, κι από τότε εκείνη μίκρυνε.

Αυτό νιώθω.

Σαν να μίκρυνε μέσα στα ρούχα της, μέσα στο σπίτι της, μέσα στη φωνή της.

Παίρνει μια σύνταξη που δεν φτάνει ούτε για τα βασικά.

Κι εγώ, όσο μπορούσα, της έστελνα λίγα χρήματα και της έκανα παραγγελία τρόφιμα από την πόλη.

Λάδι είχε από τις ελιές, αλλά μέχρι εκεί. Ο Στέλιος δεν είναι κακός άνθρωπος.

Αυτό πονάει πιο πολύ, γιατί αν ήταν κακός θα ήταν πιο εύκολο να θυμώσω.

Δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ σε συνεργείο.

Εγώ είμαι σε φαρμακείο.

Το νοίκι τρέχει, το ρεύμα τρέχει, τα καύσιμα τρέχουν, όλα τρέχουν.

Και η δική του μάνα, η Βάσω, χήρα κι εκείνη, σε ένα παλιό διαμέρισμα στα Πατήσια, με σύνταξη που τελειώνει στις δεκαπέντε του μήνα.

Στην αρχή μου το είπε ήρεμα. «Δεν γίνεται, Μαρία, να βοηθάμε μόνο τη δική σου μάνα.

Αν δίνουμε, θα δίνουμε και στις δύο το ίδιο.» «Δεν είναι διαγωνισμός πόνου» του απάντησα. «Ούτε και διαγωνισμός αγάπης είναι.

Αλλά εγώ έτσι νιώθω.

Σαν να είναι η δική σου οικογένεια πιο πάνω απ’ τη δική μας.» Εκεί κόλλησα.

Γιατί μέσα στη λέξη “δική μας” με έβαζε απέναντι.

Σαν να μην ήταν και δική μου η οικογένεια που φτιάξαμε.

Σαν να ήμουν περαστική.

Άρχισαν οι λεπτομέρειες που σκοτώνουν έναν γάμο αθόρυβα.

Ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό του νερού.

Ποιος πήγε σούπερ μάρκετ.

Πόσα έδωσα στη μάνα μου.

Πόσα έδωσε εκείνος στη δική του.

Μέχρι και αποδείξεις αφήναμε πάνω στο τραπέζι, λες και ήμασταν λογιστές σε εχθρική εταιρεία. Μια Κυριακή πήγαμε στη Βάσω για φαγητό.

Είχε κάνει φασολάκια και είχε αφήσει το καλοριφέρ κλειστό.

Το κατάλαβα από τη μυρωδιά του κρύου σπιτιού, αυτή τη μυρωδιά που δεν ξεγελάει κανέναν. «Μη στενοχωριέστε για μένα», είπε εκείνη. «Εγώ έμαθα στα δύσκολα.» Ο Στέλιος με κοίταξε τότε, όχι επιθετικά. Χειρότερα.

Με εκείνο το βλέμμα που λέει “βλέπεις;”. Το ίδιο βράδυ πήρα τη μάνα μου τηλέφωνο. «Μάνα, θα αργήσω λίγο αυτόν τον μήνα να σου στείλω.» Έγινε μια σιωπή.

Μικρή, αλλά την άκουσα ολόκληρη. «Καλά, παιδί μου.

Έχω κάτι φακές, μη σε νοιάζει.» Οι μανάδες λένε πάντα “μη σε νοιάζει” ακριβώς όταν πρέπει να σε νοιάζει πιο πολύ.

Μετά άρχισαν και τα χειρότερα.

Οι υπαινιγμοί. «Αν ήταν να συντηρούμε δύο σπίτια, να μην παντρευόμασταν» είπε ένα βράδυ ο Στέλιος. «Συντηρώ τη μάνα μου, δεν ταΐζω ξένους!» του φώναξα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences