[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Κέννυ και Φενού». Η 4η παράσταση του 16ου Φεστιβάλ Θεάτρου Αίγινας. Όταν ο αντίπαλος απέναντι αποκτά πρόσωπο. Σύνορα που χαράσσονται επάνω στη γη και σύνορα που ορίζονται μέσα στον άνθρωπο. Τα πρώτα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Κέννυ και Φενού». Η 4η παράσταση του 16ου Φεστιβάλ Θεάτρου Αίγινας.

Όταν ο αντίπαλος απέναντι αποκτά πρόσωπο.

Σύνορα που χαράσσονται επάνω στη γη και σύνορα που ορίζονται μέσα στον άνθρωπο.

Τα πρώτα είναι ορατά.

Ένας φράχτης, μια γραμμή, ένα συρματόπλεγμα, μια σκοπιά.

Τα δεύτερα είναι πολύ πιο επικίνδυνα, γιατί δεν φαίνονται.

Φυτρώνουν μέσα στη σκέψη, ποτίζονται από τον φόβο, μεγαλώνουν με την προκατάληψη και κάποια στιγμή γίνονται τόσο αυτονόητα, ώστε ξεχνάμε πως κάποτε δεν υπήρχαν.

Κάπως έτσι αρχίζει και το «Κέννυ και Φενού» της Αφροδίτης Φλώρου.

Με δύο ανθρώπους τοποθετημένους απέναντι.

Δύο στρατιώτες, δύο διαφορετικές πλευρές, δύο χρώματα, δύο κόσμοι που έχουν μάθει πως ο ένας πρέπει να φοβάται τον άλλον.

Και ανάμεσά τους, εκείνη η αόρατη γραμμή που η ανθρωπότητα έχει χαράξει αμέτρητες φορές στην ιστορία της, για να μπορεί ευκολότερα να αποφασίζει ποιος είναι ο δικός της και ποιος ο ξένος.

Μόνο που η σκηνή έχει μια περίεργη συνήθεια.

Ξεγυμνώνει τις βεβαιότητες.

Και όταν ο Κέννυ και ο Φενού αρχίζουν να υπάρχουν, όχι πια ως στρατιώτες αλλά ως άνθρωποι, τότε το οικοδόμημα του εχθρού αρχίζει να τρίζει.

Γιατί ο εχθρός, όσο παραμένει μακριά, είναι εύκολος.

Είναι μια ιδέα, ένα χρώμα, μια στολή, ένα όνομα που μας είπαν να φοβόμαστε.

Όταν όμως καθίσει δίπλα μας, όταν μας μιλήσει, όταν γελάσει, όταν πονέσει, όταν μας διηγηθεί τη δική του ιστορία, τότε γίνεται άνθρωπος.

Και ο άνθρωπος είναι πολύ δυσκολότερο να εχθρευτεί τον αδερφό του.

Αυτό είναι το μεγάλο τέχνασμα της παράστασης.

Δεν χρειάζεται να υψώσει έναν τεράστιο αντιπολεμικό λόγο.

Τον αφήνει να γεννηθεί μέσα από την καθημερινότητα δύο υπάρξεων που αναγκάζονται να συνυπάρξουν.

Από την αμηχανία στη γνωριμία, από την καχυποψία στην περιέργεια, από την αντιπαράθεση στο χιούμορ και από εκεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, στη συντροφικότητα.

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ο πόλεμος αρχίζει να χάνει τη φοβέρα του.

Γιατί ο πόλεμος χρειάζεται τον απέναντι.

Η φιλία χρειάζεται μόνο τον άνθρωπο.

Ο πόλεμος χρειάζεται στρατόπεδα.

Η συντροφικότητα τα διαλύει.

Ο πόλεμος επιμένει να μας πείθει πως είμαστε διαφορετικοί.

Η ζωή επιμένει να μας αποδεικνύει πως οι ανάγκες μας είναι σχεδόν πάντοτε ίδιες.

Και αυτό είναι το πιο πικρό, αλλά και το πιο αισιόδοξο παράδοξο του έργου: πως δύο άνθρωποι μπορούν να ανακαλύψουν ο ένας στον άλλον όλα εκείνα που τους ενώνουν, μόνο και μόνο επειδή κάποιος τρίτος, κάποτε, τους είχε πείσει ότι πρέπει να χωρίζονται.

Το «Κέννυ και Φενού» δεν μιλά μόνο για τον πόλεμο.

Μιλά για την ανθρώπινη ανάγκη να ταξινομούμε τον κόσμο.

Να βάζουμε τους ανθρώπους σε κουτάκια για να τους καταλαβαίνουμε ευκολότερα.

Να τους βαφτίζουμε «καλούς» και «κακούς», «δικούς μας» και «ξένους», «σωστούς» και «λάθος». Είναι πολύ πιο εύκολο να πολεμάς μια ταμπέλα, παρά έναν άνθρωπο.

Η παράσταση έρχεται να μας υπενθυμίσει πως πίσω από κάθε ταμπέλα υπάρχει ένα πρόσωπο.

Ένα πρόσωπο που έχει φοβηθεί, που έχει αγαπήσει, που έχει κάνει λάθη, που έχει νοσταλγήσει, που έχει γελάσει, που κάποια στιγμή στη ζωή του χρειάστηκε κάποιον άλλον.

Κι εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, γιατί η φιλία των δύο ηρώων δεν είναι μια εύκολη και γλυκερή συμφιλίωση.

Δεν είναι ένα θεατρικό που «έζησαν αυτοί καλά». Η αλήθεια έχει πάντοτε κόστος.

Το παρελθόν δεν εξαφανίζεται επειδή δύο άνθρωποι αποφάσισαν να συμφιλιωθούν.

Οι πληγές δεν κλείνουν επειδή το επιθυμούμε.

Και η συγχώρεση δεν είναι λήθη.

Είναι επιλογή.

Είναι η πιο δύσκολη μορφή ελευθερίας που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος: να γνωρίζει τί έχει συμβεί και παρ' όλα αυτά να αποφασίζει πως δεν θα αφήσει το μίσος να του υπαγορεύσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Εκεί ακριβώς η Αφροδίτη Φλώρου μετακινεί την ιστορία από το πολιτικό στο υπαρξιακό.

Από το πεδίο της μάχης στο πεδίο της ανθρώπινης ψυχής.

Γιατί το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι τελικά ποιος κέρδισε έναν πόλεμο.

Είναι τί απέμεινε από τον άνθρωπο μετά τη λήξη του.

Και η απάντηση βρίσκεται στη σχέση των δύο ηρώων.

Στις ερμηνείες τους, ο Αλέξανδρος Γεροκόμης και ο Σήφης Μανταδάκης έχουν να διαχειριστούν μια δύσκολη ισορροπία.

Να διατηρήσουν το κωμικό στοιχείο χωρίς να ακυρώσουν το βάρος της ιστορίας.

Να αφήσουν το χιούμορ να λειτουργήσει όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως μηχανισμός αποσυμπίεσης ενός κόσμου που διαφορετικά θα ήταν ασφυκτικός.

Γιατί ο άνθρωπος έχει και αυτή την παράξενη ικανότητα: να γελά ακόμη και όταν γύρω του όλα μοιάζουν να καταρρέουν.

Γιατί το γέλιο είναι και αυτό μια μικρή πράξη αντίστασης.

Απέναντι στη βαρβαρότητα, στο φόβο, στην επιβεβλημένη σοβαροφάνεια της Ιστορίας.

Γιατί τί άλλο είναι τελικά ο πόλεμος, αν όχι η πιο τραγική μορφή της ανθρώπινης σοβαροφάνειας… Άνθρωποι που αποφασίζουν πως η δική τους αλήθεια είναι αρκετά σημαντική ώστε να χαθούν άλλοι γι' αυτήν.

Σύνορα που αποκτούν μεγαλύτερη αξία από τους ανθρώπους που βρίσκονται εκατέρωθεν.

Ιδέες που επιβιώνουν, ενώ οι άνθρωποι που τις υπηρέτησαν χάνονται.

Κι ύστερα έρχεται το θέατρο, και τους βάζει όλους ξανά στο ίδιο δωμάτιο.

Τους εχθρούς, τους φίλους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς, την Ιστορία και τη μνήμη της.

Και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε.

Αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό επίτευγμα του «Κέννυ και Φενού». Μας ζητά να επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζουμε τον «άλλον». Να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά τις δικές μας μικρές καθημερινές γραμμές.

Εκείνες που χαράζουμε ανάμεσα σε ανθρώπους, ιδέες, κοινωνικές ομάδες, διαφορετικότητες, ακόμη και μέσα στις ίδιες μας τις σχέσεις.

Γιατί μπορεί να μην κρατάμε όπλο, όμως όλοι μας, κάποια στιγμή, έχουμε υψώσει ένα μικρό τείχος.

Κι αυτό είναι το σημείο όπου η παράσταση παύει να είναι απλώς μια ιστορία δύο στρατιωτών και γίνεται ιστορία όλων μας.

Γιατί όλοι έχουμε υπάρξει κάποτε Κέννυ.

Και όλοι έχουμε υπάρξει Φενού.

Όλοι έχουμε σταθεί απέναντι σε κάποιον και έχουμε πιστέψει πως γνωρίζουμε ποιος είναι, χωρίς ποτέ να τον έχουμε πραγματικά γνωρίσει.

Και όλοι, κάποια στιγμή, έχουμε χρειαστεί εκείνη τη μία μικρή ρωγμή μέσα στο τείχος, από την οποία να περάσει λίγο φως.

Δεν είναι τελικά τα δύο χρώματα που έχουν σημασία, Κόκκινο και Μπλε.

Είναι αυτό που συμβαίνει όταν τα δύο χρώματα παύουν να διεκδικούν ποιο θα επικρατήσει και αρχίζουν να συνυπάρχουν.

Γιατί η ζωή δεν ήταν ποτέ ασπρόμαυρη, ούτε κόκκινη, ούτε μπλε.

Η ζωή είναι εκείνη η ακατάστατη, απρόβλεπτη παλέτα που δημιουργείται όταν ο ένας άνθρωπος συναντά τον άλλον και ανακαλύπτει πως απέναντί του δεν στέκεται ένας εχθρός, αλλά ένας καθρέφτης.

Και τότε συμβαίνει η πραγματική ανακωχή.

Όχι όταν πέσουν τα όπλα, αλλά όταν πέσουν οι ταμπέλες.

Γιατί στο τέλος, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να νικήσει τον άνθρωπο.

Χρειάζεται μόνο να τον αναγνωρίσει.

Κι αν το θέατρο έχει τη δύναμη να κάνει κάτι τέτοιο, τότε η σκηνή δεν είναι απλώς ένας τόπος όπου λέγονται ιστορίες.

Είναι το σημείο όπου, για λίγο, οι απέναντι πλευρές συναντιούνται.

Τούτο είναι το πιο όμορφο είδος νίκης που μπορεί να μας χαρίσει η Τέχνη. Φωτό: Ειρήνη Κουνάδη / Ανέστης Κορνέζος Κείμενο: Ανέστης Κορνέζος Ήχος / Φωτισμοί / Τεχνική υποστήριξη: Νίκος Κωστάκος (Sound & Vision) Συντελεστές: Κείμενο / Σκηνοθεσία: Αφροδίτη Φλώρου Παίζουν: Αλέξανδρος Γεροκόμης, Σήφης Μανταδάκης Πρωτότυπη μουσική: Φίλιππος Περιστέρης Φωνή: Διονυσία Παπούλη Σκηνογραφία: Ελένη Μαραθού Φώτα / Ήχος: Μάριος Χαριζάνης

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences