Το γάλα της γειτόνισσάς της. Ήταν γάλα αληθινό, ανθρώπινο, ζεστό, αυτό που έτρεχε από το σώμα μιας άλλης γυναίκας για να κρατήσει ζωντανά τέσσερα σώματα που δεν ήταν δικά της. Η Ελένη είχε φτάσει στο...
Το γάλα της γειτόνισσάς της. Ήταν γάλα αληθινό, ανθρώπινο, ζεστό, αυτό που έτρεχε από το σώμα μιας άλλης γυναίκας για να κρατήσει ζωντανά τέσσερα σώματα που δεν ήταν δικά της. Η Ελένη είχε φτάσει στο χωριό στα τέλη του φθινοπώρου του 1942 με τρία παιδιά κρεμασμένα πάνω της, το ένα στο στήθος της τυλιγμένο σε μια κουβέρτα που είχε γίνει πια κουρέλι και τα άλλα δυο να κρατιούνται από το φουστάνι της με χέρια που είχαν ξεχάσει πως είναι να παίζεις.
Ο άντρας της είχε χαθεί στο μέτωπο, χωρίς γράμμα, χωρίς ειδοποίηση, μόνο μια σιωπή που όσο πέρναγε ο καιρός γινόταν πιο βαριά από τον θάνατο.
Η πείνα στην Αθήνα την είχε γδάρει μέχρι το κόκκαλο.
Είχε πουλήσει τα πάντα, το δαχτυλίδι, τα σεντόνια, την καλή κατσαρόλα.
Στο τέλος έβραζε νερό με λίγα φύλλα από όπου έβρισκε και το έδινε στα παιδιά της για να νομίζουν ότι είναι σούπα.
Το σώμα της είχε στερέψει.
Το στήθος της, που λίγους μήνες πριν ήταν γεμάτο και ζωντανό, είχε γίνει άδειο, δέρμα πάνω σε κόκκαλο, και όταν το μωρό έκλαιγε και ζητούσε, δεν κατέβαινε τίποτα, μόνο αίμα καμιά φορά από τις πληγές.
Όταν έφτασε στο χωριό της μητέρας της, νόμιζε ότι θα σωθεί.
Αλλά το χωριό πεινούσε κι αυτό, και οι συγγενείς είχαν πεθάνει ή είχαν φύγει, και το σπίτι ήταν κατειλημμένο από ξένους στρατιώτες που την κοίταξαν σαν να ήταν αόρατη.
Κοιμήθηκε σε ένα αχυρώνα μαζί με τα παιδιά της, πάνω στο άχυρο με το κρύο να περονιάζει τα κόκκαλά τους και η πείνα να να κάνει να γουργουρίζουν τα αντεράκια τους.
Τότε εμφανίστηκε η γειτόνισσα, την έλεγαν Μαρίκα, αλλά στο χωριό τη φώναζαν όλοι Μαριώ.
Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερη, είχε γεννήσει το πέμπτο της παιδί την άνοιξη και το είχε χάσει από πυρετό το καλοκαίρι.
Το σώμα της όμως δεν το ήξερε.
Το γάλα της συνέχιζε να έρχεται, πλούσιο, ασταμάτητο, ποτάμι που δεν έβρισκε στόμα να το πιει, και την πονούσε, την πέτρωνε, την έκανε να πυρετώνει τις νύχτες.
Την είχε δει να μπαίνει στον αχυρώνα, είχε ακούσει τα παιδιά να κλαίνε βουβά, εκείνο το κλάμα της πείνας που δεν έχει δύναμη ούτε να ακουστεί και μια μέρα, χωρίς να ρωτήσει, χωρίς να εξηγήσει, χωρίς τελετή, σήκωσε την μπλούζα της και πήρε το μωρό της Ελένης στην αγκαλιά της.
Το μωρό, που δεν ήξερε τι είναι μίσος και ιδιοκτησία, πιάστηκε αμέσως, το γάλα κατέβηκε και μαζί με το γάλα, η ζωή επέστρεψε στον αχυρώνα.
Δεν ήταν μια πράξη, ήταν μια κατάσταση που κράτησε μήνες. Η Μαριώ ερχόταν δύο φορές την ημέρα, το πρωί πριν ξυπνήσει το χωριό και το βράδυ όταν έπεφτε το σκοτάδι για να μην τη δουν και τη σχολιάσουν.
Θήλαζε το νεογέννητο, μετά το λίγο μεγαλύτερο που ήταν ακόμη μωρό, και όταν περίσσευε, έβαζε το γάλα της σε ένα τσίγκινο μπολ και η Ελένη το έδινε με τα δάχτυλα στο μεγαλύτερο παιδί, βουτώντας μια άκρη ψωμιού όταν υπήρχε ψωμί.
Το σώμα της Μαριώς γινόταν η κουζίνα, το φαρμακείο, το καταφύγιο για μια οικογένεια που δεν ήταν δική της και όσο έδινε γάλα, το δικό της πένθος για το παιδί που έχασε μαλάκωνε, έβρισκε διέξοδο, μεταμορφωνόταν σε κάτι χρήσιμο, σε κάτι που δεν ήταν μόνο απώλεια αλλά και προσφορά. Η Ελένη, που μέχρι τότε πίστευε ότι η μητρότητα είναι κάτι που ανήκει στο αίμα, κάτι κλειστό και ιδιωτικό, κατάλαβε τότε πως η μητρότητα μπορεί να είναι μεταδοτική, πως μπορεί να περάσει από ένα σώμα σε άλλο όπως περνάει η θερμότητα.
Έβλεπε τα παιδιά της να ροδίζουν, να στέκονται, να παίρνουν βάρος από το σώμα μιας ξένης, και ένιωθε μια ντροπή στην αρχή, μια βαθιά ντροπή που δεν μπορούσε η ίδια να τα θρέψει, και μετά μια ευγνωμοσύνη τόσο μεγάλη που δεν χωρούσε σε λόγια, γι' αυτό και δεν ειπώθηκαν ποτέ πολλά λόγια μεταξύ τους, μόνο βλέμματα και σιωπηλά νεύματα.
Η πείνα είναι αθόρυβη όταν σε σκοτώνει, και η σωτηρία είναι εξίσου αθόρυβη.
Ο χειμώνας πέρασε. Η Κατοχή έσφιγγε αλλά στον αχυρώνα υπήρχε μια παράξενη αφθονία, όχι φαγητού, αλλά γάλακτος.
Τα παιδιά σώθηκαν όλα, και μαζί τους σώθηκε και η Ελένη, γιατί η γυναίκα που δεν μπορεί να ταΐσει τα παιδιά της πεθαίνει δύο φορές, μια από την πείνα και μια από την ενοχή, και η Μαριώ της πήρε τη δεύτερη, την πιο βαριά.
Την κράτησε ζωντανή όχι μόνο γιατί έθρεψε τα παιδιά της, αλλά γιατί της έδειξε πως δεν ήταν μόνη, πως υπάρχει ένα νήμα αόρατο που δένει τις γυναίκες μεταξύ τους όταν οι άντρες λείπουν και ο κόσμος καταρρέει, ένα νήμα από γάλα και αίμα.
Χρόνια μετά, όταν τα παιδιά μεγάλωσαν και έφυγαν στην πόλη και έκαναν δικά τους παιδιά, η Ελένη έλεγε πάντα πως έχει τέσσερα παιδιά, τρία δικά της και ένα που είναι το γάλα και όταν την ρωτούσαν τι εννοεί, χαμογελούσε και δεν εξηγούσε.
Γιατί πως να εξηγήσεις ότι το γάλα της γειτόνισσάς σου δεν είναι απλώς τροφή, είναι μια δεύτερη γέννα.
Η πρώτη σε βγάζει από τη μήτρα μιας γυναίκας, η δεύτερη σε βγάζει από το θάνατο με το στήθος μιας άλλης και από εκείνη τη δεύτερη γέννα δεν ξεφεύγεις ποτέ, κουβαλάς για πάντα μέσα στο αίμα σου τη γεύση ενός ξένου σώματος που έγινε δικό σου για να ζήσεις. Η Μαριώ πέθανε πολλά χρόνια αργότερα, ήσυχα στον ύπνο της, και στην κηδεία της η Ελένη στάθηκε πίσω με τα τρία παιδιά της, που ήταν πια άντρες και γυναίκα με παιδιά δικά τους, και τους έβαλε το χέρι στο στόμα να σωπάσουν, όχι από ντροπή, αλλά από σεβασμό, γιατί ήξερε πως το γάλα που τους έσωσε ακούγεται ακόμη μέσα τους, σαν μια υπόκωφη βοή, σαν την πρώτη και πιο αληθινή μουσική του κόσμου, και μπροστά σε αυτή τη μουσική κάθε κραυγή περισσεύει. Άννα Δανάλη. Ομφαλός της γης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους