Προσπαθούσα για χρόνια να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι είναι άδικοι. Γιατί μειώνουν εκείνον που κάποτε ισχυρίστηκαν πως εκτιμούν. Γιατί δείχνουν ότι θαυμάζουν κάτι, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούν...
Προσπαθούσα για χρόνια να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι είναι άδικοι. Γιατί μειώνουν εκείνον που κάποτε ισχυρίστηκαν πως εκτιμούν.
Γιατί δείχνουν ότι θαυμάζουν κάτι, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούν να το ελέγξουν.
Γιατί πλησιάζουν το φως ενός ανθρώπου και, αντί να το χαρούν, επιχειρούν να το περιορίσουν τόσο όσο μπορούν να το αντέξουν.
Αναζητούσα μια εξήγηση, ίσως γιατί πίστευα πως, αν καταλάβαινα το «γιατί», θα πονούσα λιγότερο.
Ίσως, ακόμη βαθύτερα, γιατί ήλπιζα πως πίσω από την αδικία θα ανακάλυπτα κάποιο δικό μου λάθος που μπορούσα να διορθώσω.
Αν έφταιγα εγώ, τότε μπορούσα να αλλάξω, να προσπαθήσω περισσότερο, να βρω τα σωστά λόγια, να αποκαταστήσω την αλήθεια στα μάτια τους.
Ώσπου κατάλαβα κάτι.
Οι άνθρωποι δεν σχετίζονταν πάντοτε με αυτό που πραγματικά ήμουν.
Κάποιες φορές συναντούσαν σε μένα δικά τους βιώματα, φόβους ή προσδοκίες και μου απέδιδαν προθέσεις και ρόλους που δεν μου ανήκαν.
Ύστερα σχετίζονταν όχι με εμένα, αλλά με την εικόνα που είχαν σχηματίσει για μένα.
Για χρόνια προσπαθούσα να διορθώσω αυτή την εικόνα.
Να εξηγήσω ποια είμαι, να αποδείξω τι εννοούσα, να υπερασπιστώ την αλήθεια μου απέναντι στις ερμηνείες τους.
Με τον καιρό, όμως, άρχισα να αναρωτιέμαι όχι μόνο «τι βλέπει ο άλλος σε μένα;», αλλά κυρίως «τι αναγνωρίζω εγώ ως αληθινό για μένα;». Έμαθα να ακούω την κριτική χωρίς να την υιοθετώ αυτομάτως.
Να εξετάζω με εντιμότητα τη στάση μου, να αναλαμβάνω ό,τι μου αναλογεί και να αφήνω στον άλλον ό,τι προέρχεται από τη δική του ιστορία.
Δεν χρειάζεται να θεωρώ κάθε κριτική προβολή για να προστατευτώ.
Χρειάζεται να μπορώ να διακρίνω.
Συνειδητοποίησα επίσης ότι η διαρκής ενασχόλησή μου μαζί τους είτε σε προσωπικό είτε σε κοινωνικό επίπεδο τους παραχωρούσε κάτι πολύτιμο: την προσοχή μου.
Την ίδια προσοχή που στερούσα από ανθρώπους, σχέσεις, δημιουργίες και πλευρές του εαυτού μου που άξιζαν τη φροντίδα και την παρουσία μου.
Ακόμη και η αντίδρασή μου ήταν ένας τρόπος να παραμένουν στο κέντρο της ζωής μου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αδικία πρέπει να μένει αναπάντητη.
Υπάρχουν στιγμές που χρειάζεται να μιλήσουμε, να προστατεύσουμε, να πάρουμε θέση, όχι μόνο για εμάς, αλλά και για εκείνους που δεν έχουν φωνή.
Άλλο, όμως, η καθαρή τοποθέτηση και άλλο η ψυχική αιχμαλωσία.
Άλλο να απαντάς στην αδικία και άλλο να της επιτρέπεις να απορροφά τη ζωτική σου δύναμη.
Κατάλαβα, λοιπόν, πως προτεραιότητα δεν είναι μόνο αυτό που δηλώνω ότι αγαπώ.
Είναι εκεί όπου επιστρέφει καθημερινά ο νους μου, εκεί όπου καταθέτω τον χρόνο, τη συγκίνηση και την ενέργειά μου.
Και όσο επέστρεφα σε εκείνους που μείωναν, αδικούσαν ή παραμόρφωναν, απομακρυνόμουν από όσα μπορούσαν πραγματικά να ανθίσουν μέσα από τη φροντίδα μου.
Η απομάκρυνση δεν ήταν αδιαφορία ούτε φυγή.
Ήταν μια βαθύτερη ανάληψη ευθύνης: να πάψω να προσφέρω το πιο ζωντανό μέρος μου σε ό,τι το εξαντλούσε.
Να στραφώ προς εκείνους που μπορούν να συναντήσουν την παρουσία μου χωρίς να χρειάζονται να την περιορίσουν.
Προς τις σχέσεις που προστατεύονται και από τις δύο πλευρές.
Προς όσα δημιουργώ, αγαπώ και υπηρετώ.
Προς τη ζωή που περίμενε να πάψει η αδικία των άλλων να αποτελεί την πρώτη μου έγνοια.
Δεν χρειάζεται πια να διορθώνω κάθε εικόνα που σχηματίζεται για μένα.
Η αξία μου δεν εξαρτάται από το αν θα καταφέρω να γίνω κατανοητή από όλους.
Μπορώ να παραμένω ανοιχτή στην αυτογνωσία, χωρίς να παραδίδω τον ορισμό του εαυτού μου σε ξένα βλέμματα.
Δεν χρειάζεται να παραβλέψω την αδικία για να στραφώ προς ό,τι με ζωογονεί.
Χρειάζεται μόνο να θυμάμαι ότι η προσοχή μου είναι μια μορφή αγάπης και να την προσφέρω, με επίγνωση, εκεί όπου μπορεί να γίνει σχέση, δημιουργία, φροντίδα και ζωή. Αγγελική Μπολουδάκη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους