[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Στην Σμύρνη, την άνοιξη του 1919, εκεί που η θάλασσα μύριζε γιασεμί και η προκυμαία ήταν γεμάτη καράβια από όλο τον κόσμο, στεκόταν το αρχοντικό των Μαυροκορδάτων, ένα διώροφο σπίτι με μαρμάρινη αυλή...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Στην Σμύρνη, την άνοιξη του 1919, εκεί που η θάλασσα μύριζε γιασεμί και η προκυμαία ήταν γεμάτη καράβια από όλο τον κόσμο, στεκόταν το αρχοντικό των Μαυροκορδάτων, ένα διώροφο σπίτι με μαρμάρινη αυλή και ψηλά παράθυρα που έβλεπαν στο λιμάνι.

Η οικογένεια είχε εμπόριο σταφίδας και μεταξιού, τραπέζια που γέμιζαν κάθε βράδυ με εμπόρους από την Γαλλία και την Αγγλία, και ένα όνομα βαρύ που έπρεπε να προστατευτεί.

Ο μοναχογιός τους, ο Αλέξανδρος, είχε μεγαλώσει μέσα στα βαριά χαλιά και στα γαλλικά βιβλία, σπουδαγμένος στο Κολέγιο, με προορισμό να πάρει το εμπόριο και να παντρευτεί κάποια κόρη τραπεζίτη από την Φραγκομαχαλά.

Και στο ίδιο σπίτι, από δώδεκα χρονών, δούλευε η Αναστασία, ένα κορίτσι από ένα χωριό έξω από τον Μπουρνόβα, που την είχαν φέρει οι γονείς της να υπηρετήσει για να ξεπληρώσουν ένα χρέος.

Ήταν μικρή, αδύνατη, με χέρια πάντα κόκκινα από το νερό και τα πιάτα, αλλά με μια σιωπηλή αξιοπρέπεια που δεν ταίριαζε στην ηλικία της.

Η αγάπη τους δεν ήρθε ξαφνικά.

Ήρθε αργά, μέσα στα χρόνια, μέσα από τις μικρές καθημερινές στιγμές.

Εκείνος την έβλεπε να ποτίζει τις λεμονιές στην αυλή και να σιγοτραγουδάει ένα μοιρολόι της πατρίδας της.

Εκείνη τον έβλεπε να διαβάζει κάτω από την κληματαριά και να της αφήνει κρυφά ένα βιβλίο δίπλα στον κουβά.

Εκείνος της έμαθε να διαβάζει καλύτερα, να γράφει το όνομά της χωρίς να ντρέπεται, εκείνη του έμαθε πώς μυρίζει το ψωμί όταν βγαίνει ζεστό από τον ξυλόφουρνο της γειτονιάς και όταν εκείνος έγινε είκοσι και εκείνη δεκαοχτώ, η παιδική συνήθεια είχε γίνει κάτι άλλο, κάτι βαρύ και φωτεινό που δεν χωρούσε πια στις σκιές του αρχοντικού.

Όταν η μητέρα του το κατάλαβε, δεν φώναξε.

Οι πλούσιοι δεν φωνάζουν.

Πάγωσε και ο πατέρας του μίλησε για καθήκον, για όνομα, για συμφωνίες που είχαν ήδη γίνει με οικογένειες αντάξιες.

Προσπάθησαν να τον στείλουν στην Αθήνα, προσπάθησαν να διώξουν το κορίτσι με προίκα σε κάποιον χήρο στην Μαγνησία.

Εκείνος όμως αρνήθηκε να φύγει και εκείνη αρνήθηκε την προίκα.

Η αγάπη τους έγινε μυστική, μια προσευχή ψιθυριστή ανάμεσα στα σεντόνια που απλώνονταν και στα γράμματα που κρύβονταν κάτω από τις γλάστρες.

Οι γονείς νόμισαν πως με τον χρόνο θα σβήσει, όπως σβήνει ένα κερί που το αφήνεις χωρίς αέρα και τότε η ίδια η Ιστορία μπήκε απότομα στο σπίτι. Τον Μάιο του 1919 η πόλη γέμισε με σημαίες και με τον ελληνικό στρατό που αποβιβαζόταν στην προκυμαία μέσα σε ζητωκραυγές. Ο Αλέξανδρος πίστεψε πως η Σμύρνη θα γινόταν για πάντα ελληνική και πως μέσα σε μια νέα εποχή ίσως οι διαφορές θα μικραίνανε.

Η οικογένεια όμως ανησυχούσε, γιατί το εμπόριο ήθελε ισορροπία και όχι πολέμους.

Τα επόμενα τρία χρόνια κύλησαν με ειδήσεις από το μέτωπο, με τραυματίες που επέστρεφαν, με φήμες που ψιθύριζαν στις αυλές πως ο στρατός προχωράει βαθιά στην Ανατολία, πιο βαθιά από όσο αντέχει.

Το καλοκαίρι του 1922 όλα άλλαξαν.

Οι ειδήσεις έγιναν κραυγές.

Ο στρατός υποχωρούσε άτακτα, πεινασμένος και ηττημένος.

Στην πόλη άρχισαν να καταφθάνουν χιλιάδες πρόσφυγες από τα ενδότερα, με τα πόδια ματωμένα, με τα παιδιά στην αγκαλιά, λέγοντας για χωριά που κάηκαν.

Η προκυμαία γέμισε ανθρώπους που κοιμόντουσαν στο χώμα.

Η μυρωδιά του φόβου σκέπασε το γιασεμί.

Οι πλούσιοι άρχισαν να κλείνουν τα μπαούλα τους και να ράβουν λίρες μέσα στα φορέματα.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η πόλη έμεινε χωρίς αρχές.

Ο ελληνικός στρατός είχε φύγει, ο ελληνικός στόλος είχε διαταχθεί να αποπλεύσει.

Στις εννιά Σεπτεμβρίου μπήκαν οι Τσέτες του Κεμάλ και τρεις μέρες αργότερα, στις δεκατρείς Σεπτεμβρίου, ένας καπνός υψώθηκε από την αρμένικη συνοικία.

Ήταν η αρχή της φωτιάς.

Ο άνεμος την έσπρωξε προς την ελληνική συνοικία και προς την προκυμαία. Η Σμύρνη, η πιο όμορφη πόλη της Ανατολής, καιγόταν για μέρες και ο ουρανός έγινε μαύρος.

Οι καμπάνες δεν χτυπούσαν πια, μόνο οι κραυγές των ανθρώπων που έτρεχαν προς τη θάλασσα για να σωθούν.

Το αρχοντικό των Μαυροκορδάτων κάηκε και αυτό, όπως κάηκαν όλα.

Οι γονείς του Αλέξανδρου, μέσα στον πανικό, έχασαν ο ένας τον άλλον στην προκυμαία, σπρωγμένοι από το πλήθος που προσπαθούσε να ανέβει σε βάρκες. Ο Αλέξανδρος δεν έφυγε μαζί τους.

Έτρεξε πίσω, μέσα στα σοκάκια που έκαιγαν, γιατί θυμήθηκε πως η Αναστασία είχε πάει το πρωί να βρει τη μάνα της στον Άγιο Στέφανο και δεν είχε γυρίσει.

Την βρήκε κοντά στην εκκλησία, να κρατάει σφιχτά ένα μικρό μαντήλι με τα λίγα τους γράμματα, με το πρόσωπο μαυρισμένο από τον καπνό, να μην μπορεί να αναπνεύσει από τον φόβο.

Τότε, μέσα στην καταστροφή, όλα τα εμπόδια που είχαν χτίσει οι άνθρωποι φάνηκαν γελοία.

Δεν υπήρχε πια αρχοντικό και υπηρέτρια, δεν υπήρχε όνομα και προίκα, υπήρχαν μόνο δύο ψυχές που έπρεπε να ζήσουν.

Την πήρε από το χέρι και περπάτησαν μαζί μέσα από τα στενά που κατέρρεαν, πέρασαν από το ρολόι που ακόμη στεκόταν όρθιο, και έφτασαν στην προκυμαία που έβραζε από κόσμο.

Εκεί, ανάμεσα σε χιλιάδες μάτια που κοιτούσαν τη θάλασσα σαν σωτηρία, κατάφεραν να ανέβουν σε μια βάρκα που ένας ψαράς από την Χίο οδηγούσε ξανά και ξανά προς ένα καράβι ανοιχτά, πληρώνοντας με το χρυσό ρολόι του πατέρα του που του είχε μείνει στην τσέπη.

Έμειναν αγκαλιασμένοι στο κατάστρωμα, βλέποντας πίσω τους την πόλη τους να γίνεται στάχτη, βλέποντας τον καπνό να σκεπάζει το μέρος όπου γεννήθηκαν, όπου αγάπησαν.

Έκλαψαν, όχι μόνο για το σπίτι που χάθηκε, αλλά για όλον εκείνο τον κόσμο που χανόταν μαζί του.

Το καράβι τους έβγαλε στον Πειραιά. Ήταν Σεπτέμβρης ακόμη και αυτοί δεν είχαν τίποτα εκτός από τα ρούχα τους και το μαντήλι με τα γράμματα.

Κοιμήθηκαν σε μια αποθήκη με άλλους πρόσφυγες, μοιράστηκαν λίγο ψωμί και νερό. Ο Αλέξανδρος δούλεψε στο λιμάνι κουβαλώντας σακιά, η Αναστασία έπλενε ρούχα σε σπίτια Αθηναίων.

Ήταν φτωχοί όπως δεν είχαν υπάρξει ποτέ, αλλά για πρώτη φορά ήταν ελεύθεροι να αγαπηθούν χωρίς να κρύβονται.

Μήνες μετά, έμαθαν πως οι γονείς του είχαν σωθεί και είχαν καταλήξει στην Αθήνα, σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη, γέροι και χαμένοι.

Όταν ο πατέρας είδε τον γιο του ζωντανό και είδε δίπλα του το κορίτσι που είχε σώσει τη ζωή του, που τον είχε τραβήξει κυριολεκτικά έξω από τη φωτιά, δεν είπε τίποτα για τάξεις και ονόματα.

Τον αγκάλιασε και για πρώτη φορά μετά από χρόνια έκλαψε μπροστά του.

Η καταστροφή είχε κάψει την υπερηφάνεια μαζί με τα αρχοντικά.

Παντρεύτηκαν σε μια μικρή εκκλησία προσφύγων στη Νέα Σμύρνη, μια συνοικία που τότε χτιζόταν από λάσπη και όνειρα, με μάρτυρες άλλους πρόσφυγες που δεν είχαν τίποτα να δώσουν παρά μόνο ευχές και εκεί, πάνω σε γη που μύριζε ακόμη χώμα φρέσκο, έχτισαν ένα μικρό σπίτι με μια λεμονιά στην αυλή, ίδια με εκείνη του παλιού αρχοντικού και κάθε φορά που η Αναστασία πότιζε τη λεμονιά, ο Αλέξανδρος καθόταν από κάτω και της διάβαζε, όπως παλιά, αλλά τώρα χωρίς φόβο, χωρίς κρυφά γράμματα, γιατί η ζωή τους, που ξεκίνησε μέσα σε στάχτες, είχε βρει επιτέλους τον δικό της ήσυχο και αίσιο τόπο να ριζώσει. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences