«Ο Κυπριακός Ελληνισμός στη μέγγενη ενός νέου σχεδίου Ανάν» Ενεοί και κεχηνότες παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο διπλωματικό πεδίο όσον αφορά τη νέα πρωτοβουλία επιλύσεως του Κυπριακού, ενός...
«Ο Κυπριακός Ελληνισμός στη μέγγενη ενός νέου σχεδίου Ανάν» Ενεοί και κεχηνότες παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο διπλωματικό πεδίο όσον αφορά τη νέα πρωτοβουλία επιλύσεως του Κυπριακού, ενός προβλήματος το οποίο η ελλαδική πολιτική τάξη συχνά λησμονεί ότι συνίσταται σε παράνομη εισβολή και κατοχή.
Ουδέποτε ανέμενα, μετά το ηρωικό ΟΧΙ του Κυπριακού Ελληνισμού στο κατάπτυστο Σχέδιο Ανάν το 2004, ότι θα διολισθαίναμε εκ νέου ενώπιον μιας νέας προτάσεως προσομοιάζουσας κατά το πλείστον σε καθεστώς Απαρτχάϊντ παρά στη δημοκρατική λειτουργία μιας ευνομούμενης Πολιτείας του 21ου αιώνος. Η Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος-μέλος του Ο.Η.Ε. και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο διαλύσεώς της κατά τρόπον που δεν εγγυάται την ασφάλεια και ευημερία των Ελληνοκυπρίων αλλά την ουσιαστική και παντοιοτρόπως ακυρώσεώς τους.
Σύμφωνα με τις διαρροές στον Τύπο, στο σχέδιο προτείνεται η εγκαθίδρυση χαλαρής ομοσπονδιακής δομής, με τα δύο υποκείμενα πολιτειακά μορφώματα να απολαμβάνουν διευρυμένες εξουσίες και ως εκ τούτου, προτάσσεται η απόλυτη εξίσωση της συντριπτικής πλειονότητας των Κυπρίων με μία μειονότητα, ιδιαιτέρως ισχνή αν ληφθεί υπόψιν η δημογραφική αλλοίωση συντελεσθείσα από την Άγκυρα κατά τις τελευταίες δεκαετίες στο κατεχόμενο μέρος.
Η δε ομοσπονδία θα είναι επιφορτισμένη αποκλειστικά με τα ζητήματα Εξωτερικής Πολιτικής, Αμύνης και Ασφαλείας και με αναγκαία τη συναίνεση των δύο συνιστωσών οντοτήτων για οποιαδήποτε σχετική απόφαση, όπερ σημαίνει κατ’ ουσίαν ότι η νεοοθωμανική Τουρκία αποκτά δικαίωμα βέτο στη διαδικασία διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων της «νέας Κυπριακής Δημοκρατίας». Όσον αφορά τα προεδρικά καθήκοντα, εκτός του ότι αποκτούν συμβολικό χαρακτήρα λόγω των αυξημένων εξουσιών των δύο υποκειμένων, θα ασκούνται εκ περιτροπής κατ’ αναλογία 2 προς 1 έτη, με την οιαδήποτε παραχώρηση σε αυτό το πεδίο να κρίνεται περιορισμένης σημασίας.
Εντούτοις, το κρισιμότερο σημείο της προτάσεως σχετίζεται με το μεσοδιάστημα της μεταβατικής περιόδου των δύο ετών, κατά τη διάρκεια του οποίου το ψευδοκράτος θα αποκτήσει δικαιώματα διενέργειας απευθείας πτήσεων και επαφών, καθώς και θεμελιώσεως εμπορικών σχέσεων, προβλέψεις που συνάδουν με την εν τοις πράγμασι (de facto) αναγνώρισή του.
Είναι προφανές ότι η αποδοχή μίας τέτοιας προβλέψεως σημαίνει ότι η ελληνική πλευρά (ελλαδική και ελληνοκυπριακή) εγχειρίζει «συγχωροχάρτι» στην Τουρκία για πεπραγμένα καταδικασμένα μέσω 5 ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γενικής Συνελεύσεως του Ο.Η.Ε.. Περαιτέρω, η μετατροπή του καθεστώτος των εγγυήσεων υπό νατοϊκό μανδύα κρίνεται αμφιβόλου λειτουργικότητος.
Επί της παρούσης, η Τουρκία διατηρεί στην κατεχόμενη Κύπρο στρατιωτικές δυνάμεις (η προκλητικώς ούτω καλουμένη «Τουρκική Ειρηνευτική Δύναμη Κύπρου») περίπου 40.000 στελεχών, η διοίκηση έχει αναβαθμιστεί σε επίπεδο Αντιστρατήγου, ενώ παράλληλα λειτουργούν υποδομές αεροναυτικής υποστηρίξεως όπως και για μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAVs). Συνεπώς, η εν λόγω δύναμη θα μετονομαστεί σε νατοϊκή ή θα δρα υπό τη σκέπη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας; Και είναι τούτο αρκετό; Αντί να τίθεται το ζήτημα της δραστικής περιστολής των τουρκικών γεωστρατηγικών δεσμεύσεων, οι οποίες έχουν αποδειχθεί δολοφονικές, έχουν τελέσει εγκλήματα πολέμου και καταστρατηγήσει τις βασικές πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου, συζητούμε για την απλή μετονομασία τους; Αιδώς! Συμφώνως με όσα διαρρέονται στα Μ.Μ.Ε., η πρόβλεψη περί διατυπώσεως, η οποία θα επιτρέπει διαφορετικές ερμηνείες της συμφωνίας από τις δύο πλευρές με εκάστη την πλευρά να δύναται να παρουσιάζει ορισμένες πρόνοιες της συμφωνίας σύμφωνα με τη δική της πολιτική προσέγγιση, αποδεικνύει το θνησιγενή χαρακτήρα της πρωτοβουλίας, καθόσον ανοίγεται ένα παράθυρο εργαλειοποιήσεως της συμφωνίας κατά τη βούληση της Άγκυρας.
Άλλως τε, η Τουρκία έχει αποδείξει ότι διαθέτει πολλή φαντασία και επινοητικότητα επιχειρώντας να αναγιγνώσκει τη διεθνή και περιφερειακή πολιτική με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Προσφάτως, άπαντες διαβάσαμε τη συνέντευξη του Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος αναφέρθηκε σε διαφορετική «εννοιολογική προσέγγιση» όσον αφορά τη «Γαλάζια Πατρίδα» και τις αξιώσεις της Τουρκίας σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Ποιος διεθνής θεσμός ή ποια συνθήκη μάς διασφαλίζει ότι, κατόπιν μιας συμφωνίας για την «επίλυση» του Κυπριακού, η Άγκυρα θα ανακαλύψει μια δική της «εννοιολογική προσέγγιση» και πάλι; Μάλιστα, οι διαρροές αναφέρονται σε «στρατηγική συμφωνία για τον καθορισμό της μελλοντικής πορείας των διαπραγματεύσεων» και σε οριστική πρόταση διπλωματικής διευθέτησης, όπερ σημαίνει ότι οι πλευρές θα δεσμευτούν πριν τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων και ως εκ τούτου, ένα ενδεχομένως νέο ΟΧΙ θα σημάνει την αναγνώριση του ψευδοκράτους και την αποκόμιση γεωστρατηγικών κερδών από την Τουρκία δίχως την οριστική επίλυση του Κυπριακού.
Προς τούτο, η στάση της Λευκωσίας και της Αθήνας οφείλει να είναι σθεναρή και να υπακούει στο εθνικό συμφέρον εν τη γενέσει της διαδικασίας και όχι εν αναμονή ενδεχομένου δημοψηφίσματος, προς αποφυγή τετελεσμένων, τα οποία, μεταξύ άλλων, θα σημάνουν και τη λαθραία εισδοχή της Άγκυρας στο σύστημα λήψεως αποφάσεων της Ε.Ε. διά της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι προαναφερθείσες εξελίξεις αποτελούν άμεσο κίνδυνο για την ιστορική και γεωγραφική συνέχεια του Ελληνισμού.
Ο προωθούμενος εκμηδενισμός του Κυπριακού Ελληνισμού και ο στρατηγικός εξοβελισμός της Ελλάδος από την Ανατολική Μεσόγειο θα οδηγήσουν στην όξυνση της τουρκικής επιθετικότητος και στη διολίσθηση προς μία «νέα λύση» όσον αφορά, αυτή τη φορά, το Αιγαίο.
Εξάλλου, η πρόταση περί «νατοϊκών εγγυήσεων ασφαλείας στην Κύπρο» θυμίζει καταφανώς την προ τριακονταετίας πρόβλεψη του γράφοντος περί μεθοδεύσεως εγκαθιδρύσεως ενός «ουδέτερου νατοϊκού διαύλου ουσιαστικής διχοτομήσεως του Αιγαίου». Ωστόσο, τούτο θα σήμαινε πλέον την οριστική φινλανδοποίηση της Ελλάδος και τη γεωπολιτική ακύρωσή της, καθόσον το θαλάσσιο γεωστρατηγικό βάθος διά του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου συνιστούν τόσο την κοιτίδα τόσο του ελληνικού πολιτισμού όσο και την απαράβατη προϋπόθεση επιβιώσεως ανεξαρτήτου Ελληνικής Δημοκρατίας.
Αθήνα και Λευκωσία οφείλουν να κατανοήσουν το ύψιστο διακύβευμα για τον Ελληνισμό διασυνδέοντας την πολιτική στρατηγική τους με τα ευρύτερα γεωπολιτικά παίγνια τόσο διεθνώς όσο και περιφερειακά.
Θα ήτο εξόχως ανορθολογική η συμμετοχή της Ελλάδος και της Κύπρου στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς να επισημαίνεται, σε όλους τους – διακηρυκτικούς και πρακτικούς – τόνους, ο κίνδυνος παρεισφρήσεως της Τουρκίας σε γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς τεραστίας σημασίας για το δυτικό σύστημα ασφαλείας, όπως ο IMEC.
Ο τουρκικός έλεγχος επί ενός κόμβου επί της διαδρομής του εν λόγω σχεδιασμού θα σημάνει την ακύρωση του συγκριτικού πλεονεκτήματος που διαθέτει η Ελλάδα, την όξυνση των διλημμάτων ασφαλείας εις βάρος του Ισραήλ και τη διακινδύνευση των σκοπούμενων κερδών από ένα δρώντα, όπως η Τουρκία, η οποία εμφανίζει υψηλά ποσοστά οικονομικής και πολιτικής αλληλεξαρτήσεως (ακόμη και επί στρατηγικών αγαθών όπως η πυρηνική ενέργεια) με δυνάμεις απολύτως αντίθετες προς την υψηλή στρατηγική των Η.Π.Α. και των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων. Ιωάννης Θ. Μάζης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους