[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Τρωάδες Επίδαυρος Η Τροία καίγεται ξανά και οι Τρωάδες αρνούνται να σωπάσουν. Οι Τρωάδες του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου, ανήκουν αδιαμφισβήτητα σε εκείνες τις παραστάσεις που αφήνουν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τρωάδες Επίδαυρος Η Τροία καίγεται ξανά και οι Τρωάδες αρνούνται να σωπάσουν. Οι Τρωάδες του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου, ανήκουν αδιαμφισβήτητα σε εκείνες τις παραστάσεις που αφήνουν το αποτύπωμα τους πάνω στον ίδιο τον χώρο.

Μια παράσταση βαθιά ανθρωποκεντρική, σκληρή, αντιπολεμική, συγκινητική και ταυτόχρονα πολιτική, που αντιμετωπίζει τον Ευριπίδη ως μια κραυγή που εξακολουθεί να ακούγεται με τρομακτική επικαιρότητα.

Και για μένα, δικαιωματικά είναι η καλύτερη παράσταση που είδα στην Επίδαυρο φέτος. Η Ευθυμίου παίρνει ένα έργο για τις γυναίκες που έχασαν τα πάντα μετά την πτώση της Τροίας και το μετατρέπει σε μια βαθύτερη συνομιλία για όλα εκείνα τα σώματα που η Ιστορία, η εξουσία και η κοινωνία συνηθίζουν να αφήνουν στο περιθώριο.

Γυναικεία σώματα, ηλικιωμένα σώματα, νεανικά σώματα, ανάπηρα σώματα, σώματα που πονάνε, σώματα που θυμούνται, σώματα που κάποτε υπήρξαν ελεύθερα και τώρα αντιμετωπίζονται ως λάφυρα.

Το σώμα γίνεται εδώ το πραγματικό πεδίο μάχης.

Και μέσα από αυτό το σώμα η παράσταση μιλά για τον πόλεμο, την απώλεια, την εξουσία, την αντικειμενοποίηση, την αναπηρία, τη μνήμη και τελικά, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η μεγάλη επιτυχία της Ελένης Ευθυμίου είναι ότι δεν χρειάζεται να μεταφέρει τον Ευριπίδη σε ένα δήθεν σύγχρονο περιβάλλον για να αποδείξει ότι το έργο είναι επίκαιρο.

Αντίθετα, αφήνει το ίδιο το σώμα της τραγωδίας να μιλήσει.

Η σκηνοθετική της ματιά είναι πρώτα απ' όλα ανθρωποκεντρική.

Η προσβασιμότητα δεν τοποθετείται ως ένα παράλληλο ή συμπληρωματικό στοιχείο της παράστασης, αλλά βρίσκεται στον ίδιο της τον πυρήνα.

Αυτό είναι και το πιο σημαντικό επίτευγμα της δουλειάς της, η διαφορετικότητα δεν παρουσιάζεται ως "θέμα". Είναι η ίδια η σκηνική πραγματικότητα. Η Ευθυμίου δεν ζητά από τους ηθοποιούς με αναπηρία να προσαρμοστούν σε μια προκαθορισμένη αισθητική.

Κάνει το αντίστροφο, επιτρέπει στο κάθε σώμα να υπάρξει όπως είναι και αναζητά μέσα σε αυτό τη δική του θεατρική δύναμη.

Έτσι, η σκηνή των Τρωάδων γίνεται ένας τόπος όπου κανένα σώμα δεν χρειάζεται να απολογηθεί για την ύπαρξη του.

Και αυτό αποκτά μια βαθύτερη διάσταση, οι γυναίκες του Ευριπίδη είναι ήδη άνθρωποι στους οποίους η εξουσία έχει στερήσει την αυτοδιάθεση. Η Ευθυμίου συνδέει αυτή την απώλεια ελευθερίας με ανθρώπους που, ακόμη και πριν από έναν πόλεμο, συχνά στερούνται την πλήρη δυνατότητα να αποφασίζουν για το σώμα και τη ζωή τους.

Έτσι, η Τροία δεν γίνεται μόνο ένας τόπος που καταστράφηκε.

Γίνεται ένας κόσμος στον οποίο η ανθρώπινη αξιοπρέπεια έχει καταρρεύσει.

Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σκηνοθεσία βρίσκει κάτι πολύ σπάνιο, δεν ζητά από τον θεατή να λυπηθεί, του ζητά να κοιτάξει, να κοιτάξει πραγματικά αυτή τη φορά.

Αν υπάρχει ένα στοιχείο που κάνει αυτή την παράσταση πραγματικά ξεχωριστή, αυτό είναι ο Χορός της, που απαρτίζεται από τους Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκο Κυπαρίσση, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου.

Ένας μεικτός Χορός ερμηνευτών και ερμηνευτριών με και χωρίς αναπηρία, διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικών σωματικών δυνατοτήτων, με τη συμμετοχή μελών της σπουδαίας ομάδας Εν Δυνάμει, δημιουργεί κάτι που στην Επίδαυρο δεν βλέπουμε συχνά και ίσως δεν έχουμε δει ποτέ με αυτή τη μορφή.

Δεν είναι ένας Χορός που λειτουργεί απλώς ως σχολιαστής της δράσης, είναι η ίδια η κοινωνία, είναι η συλλογική μνήμη, είναι τα σώματα που επέζησαν, ειναι τα σώματα που έμειναν πίσω.

Και πάνω απ' όλα είναι ένα σώμα αποτελούμενο από πολλά διαφορετικά σώματα.

Η μουσικότητα του Χορού επίσης είναι συγκλονιστική.

Οι φωνές ενώνονται, χωρίζονται, συγκρούονται, αναπνέουν, σωπαίνουν.

Οι διαφορετικές σωματικές δυνατότητες δεν αποτελούν εμπόδιο στη συλλογικότητα, αντιθέτως, την παράγουν. Ο Χορός δεν αποκτά την ομοιομορφία ενός τέλεια συγχρονισμένου μηχανισμού.

Αποκτά κάτι πολύ πιο ανθρώπινο εδώ, την αρμονία μέσα από τη διαφορετικότητα.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό μήνυμα της παράστασης. Η Επίδαυρος, ένας χώρος που για αιώνες υπήρξε συνδεδεμένος με την ιδέα του θεάτρου ως συλλογικής εμπειρίας, ανοίγει εδώ τον κύκλο της πραγματικά σε όλους επιτέλους.

Η παρουσία ηθοποιών με αναπηρία είναι επιτέλους πλέον οργανικό κομμάτι του θιάσου, της αφήγησης και της αισθητικής της παράστασης.

Και η Ελένη Ευθυμίου τους αντιμετωπίζει με αγάπη, σεβασμό και κυρίως, καλλιτεχνική εμπιστοσύνη.

Αυτό φαίνεται συγκλονιστικά και στη σκηνή όπου η Λόξυ πρέπει να μεταφέρει στην Εκάβη τον θάνατο της κόρης της.

Οι λέξεις δεν βγαίνουν, η δυσκολία της ομιλίας δεν κρύβεται, δεν διορθώνεται, δεν "θεραπεύεται" σκηνικά για να γίνει πιο εύπεπτη. Η Ευθυμίου κάνει κάτι πολύ πιο γενναίο, μετατρέπει την αναπηρία της υπέρ της σε ένα σπουδαίο θεατρικό εργαλείο.

Η αδυναμία να ειπωθεί η είδηση γίνεται η ίδια η είδηση, η καθυστέρηση γίνεται πόνος και η σιωπή γίνεται κραυγή.

Εκεί η σκηνοθεσία αποδεικνύει έμπρακτα πόσο ουσιαστική είναι η συμπεριληπτικότητα της.

Δεν χρησιμοποιεί την αναπηρία για να προκαλέσει συγκίνηση, την εντάσσει στη δραματουργία και της επιτρέπει να παράγει νόημα.

Και αυτό είναι τεράστιο βήμα όχι μόνο για την Επίδαυρο, αλλά για το ελληνικό θέατρο και τον πολιτισμό συνολικά.

Το ερμηνευτικό σύνολο είναι εξαιρετικά ισορροπημένο. Η Εύη Σαουλίδου δίνει στην Ανδρομάχη μια σπαρακτική αξιοπρέπεια, ενώ η Νάνσυ Σιδέρη ως Κασσάνδρα κουβαλά πάνω της την αίσθηση μιας προφητείας που έχει ήδη εκπληρωθεί. Η Βασιλική Τρουφάκου ως Ελένη αποφεύγει τις εύκολες αναγνώσεις και δίνει στη μορφή της μια αμφισημία που την κάνει περισσότερο άνθρωπο παρά μυθικό σύμβολο. Ο Αργύρης Ξάφης ως Ταλθύβιος αποδίδει με μεγάλη ακρίβεια έναν άνθρωπο που βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να εκτελεί τις αποφάσεις της εξουσίας, ακόμη κι όταν αντιλαμβάνεται το βάρος τους. Ο Γιώργος Χριστοδούλου ως Μενέλαος έχει τη σκληρότητα και την εξουσιαστική αυτοπεποίθηση που απαιτεί ο ρόλος.

Όμως η Λυδία Φωτοπούλου ως Εκάβη βρίσκεται σε μια κατηγορία από μόνη της, πρόκειται για μια ερμηνεία που θα θυμόμαστε για χρόνια. Η Εκάβη της Φωτοπούλου δεν είναι απλώς μια γυναίκα που θρηνεί.

Είναι ένας άνθρωπος που έχει δει ολόκληρο τον κόσμο του να καταρρέει μπροστά στα μάτια του.

Η φωνή της κουβαλά την εξάντληση, την οργή, τη μητρότητα, την απώλεια, την ταπείνωση και την αδυναμία να αποδεχτεί ότι αυτό που συνέβη μπορεί ποτέ να γίνει "κανονικό". Η Φωτοπούλου δεν παίζει τον πόνο, τον κατοικεί και όσο προχωρά η παράσταση, η Εκάβη μοιάζει να χάνει σταδιακά όχι μόνο τους ανθρώπους της, αλλά και τα τελευταία στηρίγματα που κρατούν έναν άνθρωπο όρθιο.

Η ερμηνεία της έχει μια σπάνια εσωτερική δύναμη, δεν χρειάζεται να φωνάζει για να συγκλονίσει.

Μερικές φορές ένα βλέμμα της, μια παύση της, μια ανάσα της είναι αρκετά.

Η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη, μαζί με τον σχεδιασμό ήχου της Σοφίας Καμαγιάννη, δεν λειτουργεί ως απλή επένδυση.

Είναι ενεργό δραματουργικό υλικό.

Η παρουσία της live μουσικής επί σκηνής δημιουργεί την αίσθηση ότι η μουσική γεννιέται μπροστά μας και αναπνέει μαζί με τους ηθοποιούς.

Η μουσικότητα δεν βρίσκεται μόνο στις νότες.

Βρίσκεται στις φωνές, στα βήματα, στις αναπνοές, στις παύσεις, στον τρόπο που ο Χορός συγκροτεί και διαλύει το συλλογικό του σώμα.

Η μουσική γίνεται μνήμη.

Και η μνήμη, στις Τρωάδες, είναι ίσως το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να κάψει ο πόλεμος τελικά.

Η κινησιολογία του Τάσου Παπαδόπουλου είναι εξαιρετικά σημαντική, γιατί δεν προσπαθεί να επιβάλει ένα ενιαίο κινητικό λεξιλόγιο σε διαφορετικά σώματα.

Αντίθετα, ανακαλύπτει τη δυναμική που γεννιέται από την ίδια τη διαφορετικότητα τους.

Η σκηνή δεν γίνεται ποτέ απλώς "ωραία", γίνεται ένας χώρος φθοράς, αναμονής και απώλειας.

Τα σκηνικά της Ευαγγελίας Κιρκινέ και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη δημιουργούν μια εικόνα που μοιάζει να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο παρόν και σε έναν κόσμο μετά την καταστροφή.

Δεν ενδιαφέρονται για την αρχαιοπρέπεια ως αισθητικό στολίδι, ενδιαφέρονται για το αποτύπωμα του πολέμου πάνω στον άνθρωπο.

Οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη αποκτούν ιδιαίτερη δύναμη στο φινάλε, όταν το πραγματικό περιβάλλον της Επιδαύρου εισβάλλει σχεδόν απρόσκλητο μέσα στην παράσταση.

Και τότε απέναντι υπήρχε η φωτιά, υπήρχε κάτι συγκλονιστικό το χθεσινό βράδυ που δεν μπορούσε να έχει σχεδιαστεί από κανέναν σκηνοθέτη στην πραγματικότητα.

Η φωτιά απέναντι, οι καπνοί στον ορίζοντα, ο αέρας, η αίσθηση ότι ένα πραγματικό τοπίο καταστροφής βρισκόταν έξω και μέσα από το θέατρο, έμπαιναν αναπόφευκτα μέσα στη θέαση και ξαφνικά ο Ευριπίδης έπαυε να μοιάζει με ένα αρχαίο κείμενο.

Το θέατρο και η πραγματικότητα ενώνονταν με έναν τρόπο ανατριχιαστικό.

Και όταν φτάνει το φινάλε, αυτή η σύμπτωση γίνεται σχεδόν αβάσταχτη. Οι Τρωάδες οδηγούνται προς την καταστροφή.

Η φωτιά, η βενζίνη, οι καπνοί που τις τυλίγουν και η αίσθηση ότι τα σώματα τους πρόκειται να εξαφανιστούν για πάντα δημιουργούν μια εικόνα που δεν παρακολουθείς απλώς, αντίθετα σε στοιχειώνει.

Και μέσα σε αυτή την κόλαση βρίσκεται η θυσία του παιδιού, ο μικρός Αστυάνακτας.

Το παιδί που δεν πρόλαβε να γίνει αυτό που θα μπορούσε να γίνει, το μέλλον που σκοτώνεται επειδή το παρελθόν πρέπει να εξαφανιστεί.

Η πιο φρικτή ίσως απόδειξη ότι ο πόλεμος δεν αρκείται στο να σκοτώνει αυτούς που υπάρχουν, σκοτώνει και αυτούς που θα μπορούσαν να υπάρξουν.

Και μετά μένουν τα ρούχα, τα ρούχα των Τρωάδων στο έδαφος, άδεια, χωρίς σώματα, σαν απομεινάρια ανθρώπων που υπήρξαν κάποτε, σαν να μην έμεινε τίποτε άλλο από τους ανθρώπους παρά μόνο το περίγραμμα της απουσίας τους.

Και εκεί, σε συνδυασμό με τους πραγματικούς καπνούς της φωτιάς που υπήρχε απέναντι, το φινάλε αποκτούσε μια σχεδόν εφιαλτική διάσταση.

Η τέχνη μιλούσε για την καταστροφή την ίδια στιγμή που η πραγματικότητα έμοιαζε να την επαναλαμβάνει στον ορίζοντα.

Και κάπως έτσι καταλαβαίνουμε ότι ο Ευριπίδης παραμένει τρομακτικά επίκαιρος, η μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη και η δραματουργική επεξεργασία της Σοφίας Ευτυχιάδου, μαζί με τη δραματολογική δουλειά της Εύας Σαραγά, υπηρετούν μια προσέγγιση που δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον Ευριπίδη, τον αφήνει να χτυπήσει κατευθείαν στο παρόν. Οι Τρωάδες είναι ένα έργο για τον πόλεμο, αλλά όχι για τις μάχες, είναι ένα έργο για ό,τι απομένει όταν τελειώσει η μάχη, για τις γυναίκες που περιμένουν να μάθουν ποιος θα τις πάρει, για τα παιδιά που δεν θα μεγαλώσουν, για τις οικογένειες που διαλύθηκαν, για την εξουσία που μπορεί να αποφασίσει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, για την ανθρώπινη ζωή που μετατρέπεται σε αντικείμενο.

Και η Ευθυμίου προσθέτει σε όλα αυτά ένα ακόμη ερώτημα, ποια σώματα θεωρούμε άξια να αφηγούνται την τραγωδία; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Όλα.

Γιατί η τραγωδία ανήκει στους ανθρώπους και αυτό ακριβώς κάνει την παράσταση τόσο σημαντική.

Η παρουσία της ομάδας Εν Δυνάμει και όλων των ηθοποιών με αναπηρία στην παράσταση δεν είναι απλώς μια σημαντική καλλιτεχνική επιλογή, είναι ένα τεράστιο βήμα για την τέχνη και τον πολιτισμό μας.

Για πρώτη φορά ανοίγει τόσο καθαρά ένας δρόμος προς την Επίδαυρο για ηθοποιούς που για πάρα πολλά χρόνια δεν είχαν την ίδια πρόσβαση στη θεατρική σκηνή και στη θεατρική αφήγηση.

Και το πιο σημαντικό είναι ότι δεν τους δόθηκε απλώς χώρος, τους δόθηκε φωνή, τους δόθηκε ρόλος, τους δόθηκε καλλιτεχνική ευθύνη, τους δόθηκε η δυνατότητα να υπάρξουν επί ίσοις όροις μέσα σε έναν από τους σημαντικότερους θεατρικούς χώρους του κόσμου.

Και γι' αυτό αξίζει ένα τεράστιο μπράβο στην Ελένη Ευθυμίου, στο Εθνικό θέατρο, στην ομάδα Εν Δυνάμει και σε όλους τους ανθρώπους που έκαναν αυτή τη συνάντηση πραγματικότητα.

Μακάρι να μην είναι "εξαίρεση", μακάρι να μην είναι μια ιστορική στιγμή που θα μείνει μόνη της, μακάρι αυτή να είναι και η αρχή.

Η αρχή ενός δρόμου όπου η αναπηρία δεν θα αποτελεί "εξαίρεση" πάνω στη σκηνή, αλλά αυτονόητο μέρος της θεατρικής δημιουργίας.

Και ακόμη πιο σημαντικό, η παράσταση δεν σταματά στην καλλιτεχνική συμπερίληψη. Η Επίδαυρος ανοίγει πραγματικά τις πόρτες της για ίσως την σπουδαιότερη βραδιά της απόψε και προς τους θεατές για πρώτη φορά με αισθητηριακές αναπηρίες, με διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα, υπερτιτλισμό για Κ/κωφά και βαρήκοα άτομα και ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία, σε συνεργασία με τη Liminal.

Και η ιδιαίτερη σημασία της φετινής συγκυρίας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη με την επανάληψη της καθολικά προσβάσιμης παράστασης αυτή τη Κυριακή, μετά την αρχικά προγραμματισμένη παρουσίαση της Παρασκευής που χάθηκε και προσφέροντας παράλληλα δωρεάν μετακίνηση στους θεατές με αισθητηριακές αναπηρίες.

Αυτό δεν είναι απλώς μια παροχή, είναι μια βαθιά πολιτική και πολιτιστική δήλωση, η τραγωδία ανήκει σε όλους και η Επίδαυρος, επιτέλους, το αποδεικνύει στην πράξη. Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου είναι μια παράσταση που μιλά για την καταστροφή και ταυτόχρονα δημιουργεί κάτι καινούργιο, μιλά για σώματα που εξουσιάστηκαν, αλλά δίνει χώρο σε σώματα που για χρόνια δεν είχαν τη δυνατότητα να βρεθούν στο κέντρο της θεατρικής αφήγησης.

Μιλά για γυναίκες που έχασαν τη φωνή τους και δημιουργεί έναν Χορό αποτελούμενο από 22 διαφορετικές φωνές, μιλά για τον πόλεμο και μας θυμίζει ότι ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν πέσουν τα όπλα, μιλά για τη φωτιά και, σχεδόν τρομακτικά, η πραγματική φωτιά στον ορίζοντα μετατρέπει τη σκηνική καταστροφή σε κάτι που μοιάζει επικίνδυνα πραγματικό.

Και στο τέλος, όταν μένουν κάτω τα ρούχα των νεκρών, όταν οι άνθρωποι έχουν φύγει και η σκηνή έχει αδειάσει, μένει μια αίσθηση που δύσκολα αποτινάσσεις.

Τι μένει από έναν άνθρωπο όταν του πάρεις τα πάντα; Η μνήμη.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο στοίχημα των Τρωάδων, να μη χαθούν οι άνθρωποι για δεύτερη φορά, να μη χαθούν μέσα στη σιωπή, να μη χαθούν μέσα στην Ιστορία, να μη χαθούν επειδή κάποιοι αποφάσισαν ότι τα σώματα τους είναι λιγότερο σημαντικά από άλλα.

Η παράσταση της Ελένης Ευθυμίου δεν ζητά απλώς να θυμηθούμε τις Τρωάδες, μας ζητά να τις κοιτάξουμε κατάματα.

Και γι' αυτό για μένα οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου είναι δικαιωματικά η καλύτερη παράσταση της φετινής Επιδαύρου.

Μια παράσταση σπουδαία καλλιτεχνικά, βαθιά ανθρώπινη, πολιτικά ουσιαστική και ίσως το σημαντικότερο πραγματικά ιστορική.

Γιατί αυτή τη φορά η Επίδαυρος δεν άνοιξε απλώς τη σκηνή της σε όλους, άνοιξε για πρώτη φορά πραγματικά τις πόρτες της.

Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να θυμούνται, να μιλούν και να αφηγούνται, η Τροία δεν θα έχει χαθεί εντελώς.

Γι' αυτό και όταν τα φώτα σβήνουν, οι Τρωάδες δεν τελειώνουν, μένουν στον καπνό, μένουν στη στάχτη, μένουν στα άδεια ρούχα, μένουν στις φωνές, μένουν στο σώμα του θεατή και κυρίως μένουν στη μνήμη.

Γιατί η Τροία μπορεί να καεί, οι άνθρωποι μπορεί να χαθούν, οι πόλεμοι μπορεί να τελειώσουν, αλλά όσο κάποιος θυμάται, όσο κάποιος μιλά, όσο κάποιος ακούει, η τραγωδία δεν έχει σιωπήσει.

Και αυτή είναι η μεγάλη δύναμη των Τρωάδων της Ελένης Ευθυμίου δεν μας αφήνουν απλώς να παρακολουθήσουμε την καταστροφή, μας ζητούν να μην την ξεχάσουμε ποτέ.

Συγχαρητήρια σε όλους: Ελένη Ευθυμίου En Dynamei Ensemble / Ομάδα Εν Δυνάμει Λυδία Φωτοπούλου Argyris Xafis Eleni Dimopoulou Θεανω Παπαβασιλειου Lygeri Mitropoulou Sophia Eftychiadou Katerina Papandreou Vassiliki Troufakou LLoxy Loxandra Lucas Γιώργος Χριστοδούλου Νάνσυ Σιδέρη George Boukaouris Liminal Εθνικό Θέατρο Myriam Sofia Artzan Sofia Kamayianni Ταξιάρχης Χούμος Evangelia Kirkine Νίκος Κυπαρίσσης Irini Kourouvani Eleni Zachopoulou Sofianos Pesiridis Εύα Σαραγά Natasha Petropoulou Melina Peonidou Angeliki Tobrou Chryssa Toumanidou Zoi Molyvda Fameli Evi Saoulidou Μαρία Δαχλύθρα Τάσος Παπαδόπουλος Themis Theocharoglou Marianthi Radou Niki Petala Lefteris Veniadis Anna TSapara Daphne Kafetzi Γιάννης Τσαρούχης Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου Μιχάλης Μήτσης.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences