— Ντανιέλε Ντελ Τζούντιτσε, Τα διηγήματα, μτφρ.: Αλέξανδρος Λαβράνος, Κείμενα: 2026. Τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (εφεξής ΜΓΜ) δεν κάνουν νοηματικές συνδέσεις. Ή, για να είμαι ακριβής, οι συνδέσεις που...
— Ντανιέλε Ντελ Τζούντιτσε, Τα διηγήματα, μτφρ.: Αλέξανδρος Λαβράνος, Κείμενα: 2026. Τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (εφεξής ΜΓΜ) δεν κάνουν νοηματικές συνδέσεις.
Ή, για να είμαι ακριβής, οι συνδέσεις που κάνουν δεν έχουν καμία σχέση με τις συνδέσεις που κάνει ο ανθρώπινος νους.
Δεν διαθέτουν παιδική ηλικία, δεν αποκτούν αναμνήσεις μέσα από το σώμα τους, δεν γνωρίζουν την κόπωση, την πείνα, την επιθυμία, τον φόβο.
Δεν κατοικούν τον κόσμο· επεξεργάζονται περιγραφές του κόσμου.
Αν κάποιος επιμένει να αξιολογεί ένα ΜΓΜ με κριτήριο το αν αναπαράγει τη βιολογική ανθρώπινη συνείδηση, η απάντηση είναι προφανής: όχι, δεν την αναπαράγει.
Αυτή, όμως, είναι η λάθος ερώτηση.
Η σωστή ερώτηση δεν είναι αν ένα ΜΓΜ σκέφτεται όπως εμείς.
Είναι αν η ανθρώπινη σκέψη αποτελεί τον μοναδικό δυνατό τρόπο με τον οποίο μπορεί να παραχθεί συνεκτικός λόγος.
Με άλλα λόγια: μήπως κάνουμε σήμερα το ίδιο λάθος που έκαναν οι μηχανικοί του 19ου αιώνα, όταν αναζητούσαν ένα μηχανικό πουλί αντί για μια νέα μορφή αεροδυναμικής; Η φιλοσοφία του νου διαθέτει έναν όρο που φωτίζει αυτή τη δυσκολία: πολλαπλή πραγμάτωση (multiple realization). Η ιδέα, όπως διατυπώθηκε από τον Hilary Putnam και αναπτύχθηκε αργότερα από πλειάδα φιλοσόφων, είναι απλή.
Η ίδια λειτουργία δεν προϋποθέτει πάντοτε το ίδιο υλικό υπόστρωμα.
Μια γνωστική λειτουργία μπορεί, τουλάχιστον κατ' αρχήν, να πραγματοποιείται από διαφορετικές φυσικές συνθέσεις.
Ανεξάρτητα από τις επιμέρους φιλοσοφικές αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν αργότερα, η διαίσθηση πίσω από την ιδέα παραμένει εξαιρετικά γόνιμη.
Μας καλεί να εγκαταλείψουμε μια μορφή γνωσιολογικού ανθρωποκεντρισμού: την πεποίθηση ότι κάθε νοητική λειτουργία οφείλει να διαθέτει τη μορφή που έχει αποκτήσει στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
Η αναλογία με την πτήση γίνεται εδώ, ξανά, αναπόφευκτη. Ένα Boeing δεν αποτελεί αποτυχημένο αετό.
Είναι μια διαφορετική πραγμάτωση της δυνατότητας να κινείται κανείς στον αέρα.
Η αξία του δεν μετριέται με βάση την ομοιότητά του προς ένα πτηνό αλλά με βάση τη συνοχή της δικής του αρχιτεκτονικής.
Το ίδιο αρχίζει να ισχύει και για τα ΜΓΜ.
Η παρατήρηση αυτή δεν αποτελεί προφητεία περί τεχνητής συνείδησης.
Αντιθέτως, επιβάλλει μεγαλύτερη ακρίβεια. Ένα ΜΓΜ δεν διαθέτει ανθρώπινη εμπειρία.
Δεν μπορεί να ανακαλέσει το άρωμα ενός πεύκου, την αίσθηση του βάρους του σώματος μέσα στο νερό ή τον φόβο της απώλειας.
Όταν γράφει για αυτά, δεν τα ανακαλεί βιωματικά.
Ανασυνθέτει γλωσσικές σχέσεις που έχουν διαμορφωθεί μέσα από αμέτρητα ανθρώπινα κείμενα. Τα ΜΓΜ κεφαλαιοποιούν –κυριολεκτικά και μεταφορικά– τη δύναμη του λόγου.
Και ο άνθρωπος, όμως, όταν διαβάζει Όμηρο, Δάντη ή Προυστ, βιώνει εμπειρίες που δεν του ανήκουν.
Η λογοτεχνία υπήρξε ανέκαθεν ένας μηχανισμός διαμεσολάβησης εμπειρίας πέρα από τα όρια της προσωπικής ζωής.
Δεν χρειάζεται να έχουμε πολεμήσει στην Τροία για να αισθανθούμε κάτι από την οργή του Αχιλλέα, ούτε να έχουμε εγκλωβιστεί στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου για να κατανοήσουμε τον Ρεμάρκ.
Η γλώσσα μάς επιτρέπει να οικειοποιηθούμε προσωρινά ζωές που δεν ζήσαμε ποτέ.
Στο σημείο αυτό αρχίζει να γίνεται διακριτό γιατί η έννοια του άφατου/άρρητου απολαμβάνει αίγλης ανάμεσα σε όσους επιθυμούν να περιχαρακώσουν έναν πυρήνα, μια νοηματική επικράτεια, την οποία η δύναμη του λόγου αποτυγχάνει να εκπροσωπήσει με αξιώσεις.
Η συλλογή διηγημάτων του Ντανιέλε Ντελ Τζούντιτσε μας υποχρεώνει να κάνουμε ακόμη μία διάκριση.
Η λογοτεχνία δεν είναι απλώς παραγωγή γλωσσικής μορφής.
Είναι και μια ιδιαίτερη μορφή προσοχής προς τον κόσμο.
Οι ήρωές του δεν αγαπούν τις λέξεις· αγαπούν τα αντικείμενα στα οποία οι λέξεις προσπαθούν να παραμείνουν πιστές.
Η αφήγηση δεν προηγείται της πραγματικότητας· ακολουθεί τη δυσκολία προσέγγισής της και τη συνδιαμορφώνει, τη μετουσιώνει σε κάτι χαρακτηριστικά υποκειμενικό.
Η όλο και εντονότερη συζήτηση για το αν κάποιος καταφεύγει στη συνδρομή των ΜΓΜ για τη συγγραφή κειμένων, εύλογα παρουσιάζει ενδιαφέρον αλλά αποπροσανατολίζει από κάτι βαθύτερο.
Τι ακριβώς διακυβεύεται εδώ; Η αξία ενός κειμένου μπορεί (και πρέπει) να κρίνεται από το τελικό αποτέλεσμα, αλλά για τον συντάκτη/δημιουργό του το αποτέλεσμα δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου.
Η συντριπτική πλειοψηφία των κειμένων που έχουν παραχθεί στο πέρασμα των αιώνων ανήκουν στην κατηγορία του απλού θορύβου, με χρόνο υποδιπλασιασμού της αξίας τους που τείνει στο μηδέν.
Η συντριπτική πλειοψηφία των κειμένων που έχουν παραχθεί ξεχνιέται αμέσως μετά την ανάγνωσή τους, αν και εφόσον τύχουν ανάγνωσης.
Αυτό που διαρκεί όμως πολύ περισσότερο, αυτό που σημαδεύει, ανεπαίσθητα κάθε φορά αλλά καθοριστικά σε βάθος χρόνου, είναι η επίδραση που έχει η διαδικασία συγγραφής στους συντάκτες τους.
Η τριβή με το κείμενο υποβάλλει τον συντάκτη/συγγραφέα του σε μια διαδικασία μετάφρασης θραυσμάτων συνείδησης σε έναν κοινά αποδεκτό κώδικα.
Το πόσο δύναται ο συντάκτης/συγγραφέας να παραβιάσει/λυγίσει/αλλοιώσει αυτόν τον κώδικα και να παραμένει εντός νοήματος συνιστά έναν τρόπο αξιολόγησης της δημιουργικότητας.
Η παραφθορά είναι, εδώ, σημάδι ύφους.
Το να καταφεύγει κανείς στα ΜΓΜ για τη στιγμιαία παραγωγή κειμένων, ακόμα και μετά από εκτενέστατα prompts, εξουδετερώνει αυτή τη διαδικασία μετάφρασης της συνείδησης.
Η παύση στη ροή συγγραφής του κειμένου για να ζυγίσει ο συντάκτης τη λέξη που νιώθει ότι καθρεφτίζει ακριβώς αυτό που θέλει να πει –που εκείνη τη στιγμή αντιστέκεται/αρνείται να έρθει στην επιφάνεια– είναι μέρος μιας τελετουργίας που διευρύνει την αντίληψη, γιατί αντλεί από αυτό τον πυρήνα του άφατου/άρρητου που ανέφερα παραπάνω.
Η αφήγηση που δεν προηγείται της πραγματικότητας αλλά τη μετουσιώνει σε κάτι βαθιά υποκειμενικό, προϋποθέτει συνείδηση (και με τις δύο σημασίες του όρου). Το να παραδώσει ο συντάκτης/συγγραφέας αυτή την τελετουργία στα γρανάζια ενός αλγόριθμου –εκτός από προδοσία προς τον εαυτό– του αποστερεί την ενσώματη καταβύθιση στη νοηματική επικράτεια από την οποία αναδύονται οι λέξεις· του αποστερεί τη δυνατότητα να μετουσιώσει την πραγματικότητα σε προσωπικό ύφος.
Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τόσο ενδιαφέρουσα τη σημερινή συνάντηση ανάμεσα στη λογοτεχνία και την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι μηχανές θα γίνουν συγγραφείς.
Το ερώτημα είναι αν η συγγραφή μπορεί να οριστεί αποκλειστικά ως παραγωγή κειμένου. Ο Ντελ Τζούντιτσε μας κάνει να υποψιαστούμε πως όχι.
Ίσως όχι τυχαία ένας άλλος Ιταλός, ο Μπενεντέτο Κρότσε (στη σκέψη του οποίου στηρίχθηκε ο R. G. Collingwood), υποστήριξε ότι η πραγματική καλλιτεχνική δημιουργία ολοκληρώνεται τη στιγμή που συλλαμβάνεται στον νου.
Το φυσικό έργο (ένας πίνακας, ένα γλυπτό, ή ένα κείμενο) είναι απλώς ένα πρακτικό μέσο για τη μετάδοση αυτού του εσωτερικού οράματος.
Το υλικό αντικείμενο είναι δευτερεύον.
Το αυθεντικό “έργο” παραμένει μια νοητική κατάσταση συναισθήματος, αντίληψης και διαίσθησης.
Ας ασκήσουμε πίεση σε αυτό τον δυϊσμό ύλης και σύλληψης: το αυθεντικό έργο του γραφιά είναι αυτή η τελετουργία μετάφρασης συναισθήματος, αντίληψης και διαίσθησης στην υλική υπόσταση του κειμένου.
Εκείνο που μεταδίδεται στα διηγήματα του Ντελ Τζούντιτσε δεν είναι απλώς ένα σύνολο προτάσεων.
Είναι ένας τρόπος να στέκεται κανείς απέναντι σε ένα αντικείμενο. «Κάθε αντικείμενο επιβάλλει και μια συμπεριφορά», γράφει στο «Από ξύλο και πανί», υποδηλώνοντας έναν τρόπο να αποδέχεται κανείς ότι ο κόσμος διαθέτει μεγαλύτερη πολυπλοκότητα από τις περιγραφές μας.
Ότι η γνώση δεν συνίσταται στην κατάκτηση του αντικειμένου αλλά στην παρατεταμένη συνομιλία μαζί του.
Είναι η ύπαρξη μιας νέας συνθήκης παραγωγής συνεκτικού λόγου που φέρνει στην επιφάνεια τη διαπίστωση ότι η συγγραφή δεν είναι απλώς παραγωγή κειμένου. — Πέρα από αυτές τις σκέψεις γράφω και κριτική στην Καθημερινή της Κυριακής.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους