[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ένα αόρατο κέρμα, μια κόρνα που δεν ακούστηκε ποτέ και ένας τίτλος: Το last dance της Φίλιπς Μιλάνο το 1989 που άφησε πίσω του συντρίμμια Το 1989 μια από τις σπουδαιότερες δυναστείες του ευρωπαϊκού...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ένα αόρατο κέρμα, μια κόρνα που δεν ακούστηκε ποτέ και ένας τίτλος: Το last dance της Φίλιπς Μιλάνο το 1989 που άφησε πίσω του συντρίμμια Το 1989 μια από τις σπουδαιότερες δυναστείες του ευρωπαϊκού μπάσκετ αποχαιρετούσε το προσκήνιο με την κατάκτηση ενός τίτλου για τον οποίο πάτησε σχεδόν επί πτωμάτων.

Η μεγάλη Φίλιπς Μιλάνο των Μάκαντου, Μενεγκίν, Νταντόνι, Πρέμιερ, η ομάδα που δημιούργησε ο Νταν Πίτερσον και κληροδότησε στον Φράνκο Καζαλίνι, κατέκτησε το πρωτάθλημα Ιταλίας ολοκληρώνοντας μια μαγική οκταετία: από το 1982 και μετά πήρε τέσσερα πρωταθλήματα και δυο κύπελλα Ιταλίας, ένα κύπελλο Κόρατς και κυρίως δυο κύπελλα πρωταθλητριών, με αποκορύφωμα το τριπλ κράουν του 1987.

Για να πάρει το τελευταίο της πρωτάθλημα όμως έπρεπε να περάσει διά πυρός και σιδήρου και να επωφεληθεί από δυο από τις πιο συζητημένες αποφάσεις στην ιστορία του ιταλικού μπάσκετ: τον μηδενισμό της Σκαβολίνι Πέζαρο για ένα κέρμα που κανένας δεν είδε να πέφτει, και την ακύρωση ενός καλαθιού στην εκπνοή του πέμπτου τελικού στο Λιβόρνο.

To 1988 έβρισκε την Φίλιπς (και όχι πια Τρέισερ, καθώς το όνομα της ξυριστικής μηχανής είχε αποσυρθεί από το όνομα της ομάδας) πρωταθλήτρια Ευρώπης για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, όμως και έκπτωτη στην Ιταλία.

Το πρωτάθλημα είχε κατακτηθεί από την νέα δύναμη Σκαβολίνι Πέζαρο του Βαλέριο Μπιανκίνι και η Φίλιπς έμοιαζε ξαφνικά ξεπερασμένη.

Η ομάδα είχε το ίσως μεγαλύτερο ταλέντο του ιταλικού μπάσκετ Ρικάρντο Πίτις και ο Καζαλίνι χρησιμοποιούσε όλο και περισσότερο τον Πιέρο Μοντέκι αντί του Πρέμιερ στα γκαρντ δίπλα στον Νταντόνι.

Όμως η φροντλάιν των Μενεγκίν, Μάκαντου είχε πια μπει στα μπασκετικά της γεράματα.

Η επιλογή του δεύτερου ξένου αντί του αποχωρήσαντα Ρίκι Μπράουν ήταν ο μέτριος Μπίλι Μάρτιν.

Μέσα σε ένα πολύ ανταγωνιστικό τοπίο, οι μέρες της μεγάλης Φίλιπς φαίνονταν πια να έχουν ολοκληρωθεί. Η Ιταλία βρισκόταν στο απόγειο της μεταπολεμικής ντόλτσε βίτα.

Η ιταλική βιομηχανία είχε δυναμισμό και το πολιτικό σύστημα έκανε τα χατίρια σε όλους, μεγάλα συμφέροντα όσο και ψηφοφόρους.

Κανένας δεν φανταζόταν ότι μέσα σε 3-4 χρόνια όλο αυτό θα κατέρρεε βάζοντας την χώρα σε μια τεράστια περιδίνηση από την οποία ουσιαστικά δεν έχει βγει μέχρι σήμερα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όμως η Ιταλία περνούσε τα καλύτερά της χρόνια και αυτό φαινόταν και στα σπορ.

Εκεί έπαιζαν οι μεγαλύτεροι σταρ του ποδοσφαίρου: Μαραντόνα και Καρέκα στην Νάπολη, οι Ολλανδοί της Μίλαν, ο Ματέους στην Ίντερ, ο Μπάτζιο στην Φιορεντίνα.

Χωρίς να έχει την ίδια μαζική απήχηση, και το ιταλικό μπάσκετ όμως ήταν μαγνήτης των μεγάλων σταρ, συμπεριλαμβανομένων και αυτών από το ΝΒΑ.

Ομάδα-σημείο αναφοράς ήταν η πρωταθλήτρια Σκαβολίνι με έναν εξαιρετικό ιταλικό κορμό – Μανίφικο, Γκράτσις, Κόστα, Ζαμπολίνι – και τον Αμερικάνο Ντάρεν Ντέι που την είχε οδηγήσει στον τίτλο του 1988. Δεύτερος Αμερικάνος ήταν για το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν o έμπειρος Λάρι Ντρου που όμως ήταν μέτριος ως αντικαταστάτης του λατρεμένου στο Πέζαρο Ντάργουιν Κουκ. Τον Απρίλιο του 1989 και ενόψει των πλέι οφ, η Σκαβολίνι τον αντικατέστησε με ένα πολύ μεγάλο όνομα, τον δις πρωταθλητή με τους Σόουταϊμ Λέικερς Νορμ Νίξον.

Η άλλη διεκδικήτρια της εποχής ήταν η εκπρόσωπος του Νότου και γειτόνισα της Νάπολη του Μαραντόνα, η Καζέρτα.

Με μια παρέα παικτών (Τζεντίλε, Εσπόζιτο, Ντελανιέλο) και προπονητή (Μαρτσελέτι) γέννημα της πόλης, και τον τεράστιο Οσκάρ Σμιντ να βομβαρδίζει τα καλάθια (δεύτερος ξένος ο ψηλός Βούλγαρος Γκλουτσκόφ), η Καζέρτα ήταν μια μόνιμη φιναλίστ στην δεκαετία του ’80, έχοντας χάσει μέχρι τότε δυο τελικούς πρωταθλήματος, έναν κυπέλλου και έναν Κόρατς.

Το 1988 όμως είχε κατακτήσει επιτέλους τον πρώτο της τίτλο, το κύπελλο Ιταλίας, και έμπαινε στην νέα σεζόν με φιλοδοξίες πρωταθλήτριας.

Το 1988 οι ομάδες της Μπολόνια έκαναν επίσης δυο από τις μεγαλύτερες μεταγραφές Αμερικάνου παίκτη στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Η Βίρτους (Κνορρ) Μπολόνια, και αυτή με έναν σταθερό κορμό Ιταλών διεθνών (Μπρουναμόντι, Μπινέλι, Βιλάλτα, Μποναμίκο), αποφάσιζε να αφήσει πίσω της μια τριετία μετριότητας και έφερνε στην Ιταλία ένα τεράστιο όνομα, τον Μάικ Ρέι «Σούγκαρ» Ρίτσαρντσον, έναν μεγάλο σταρ του ΝΒΑ που όμως είχε αποβληθεί λόγω ναρκωτικών. Ο Σούγκαρ θα αναδειχθεί σε έναν από τους πιο αγαπημένους ξένους παίκτες στην ιστορία της Βίρτους και θα ζήσει μια δεύτερη μπασκετική νιότη στην Ευρώπη, παίζοντας εδώ σχεδόν για μια 15ετία! Στην αντίπερα όχθη, η Φορτιτούντο (Άριμο) Μπολόνια έκανε ένα ακόμα μεγαλύτερο μπαμ φέρνοντας τον επίσης τεράστιο (κυριολεκτικά) Άρτις Γκίλμορ, έναν από τους καλύτερους σέντερ σε ΑΒΑ/ΝΒΑ των δεκαετιών ’70-’80. Αν και όδευε στα 40 του και έκανε μέτριες εμφανίσεις (12 πόντοι και 11 ριμπάουντ οι μέσοι όροι του), ο Γκίλμορ ήταν μια ατραξιόν από μόνος του, ένας από τους πολύ λίγους Αμερικάνους Χολ οφ Φέιμερ που έχουν παίξει κανονικά (και όχι για μερικά ματς) στην Ευρώπη. Η Φορτιτούντο έβαλε αρχικά δίπλα του τον επίσης πρώην ΝΒΑερ Τζιν Μπανκς που αλλάχθηκε με τον Βίνι Άσκιου, όμως η ομάδα δεν μπόρεσε να τερματίσει πάνω από έβδομη τελικά στο πρωτάθλημα.

Πάντα υπολογίσιμες ήταν και οι δυο παραδοσιακές δυνάμεις της Λομβαρδίας, Καντού και Βαρέζε. Η Βαρέζε δεν είχε πια καμιά σχέση με την δυναστεία της δεκαετίας του ’70, όμως διατηρείτο σε ικανοποιητικό επίπεδο χτισμένη γύρω από τον όχι εντυπωσιακό αλλά πολύ ουσιαστικό Κόρνι Τόμπσον (ΣΣ: εκείνη την χρονιά η Βαρέζε μας απέκλεισε στο Κόρατς). Στην Καντού από την άλλη δέσποζε ακόμα ο Αντονέλο Ρίβα που βομβάρδιζε τα καλάθια δίπλα στον Πιερλουίτζι Μαρτζοράτι.

Παρόλα αυτά τα μεγάλα ονόματα, η σεζόν 1988-89 ήταν μάλλον μια χρονιά υποχώρησης για το ιταλικό μπάσκετ που έμεινε χωρίς κάποιον ευρωπαϊκό τίτλο μετά από 20 ολόκληρα χρόνια.

Στο κύπελλο πρωταθλητριών η άπειρη Σκαβολίνι δεν μπόρεσε να προκριθεί στο φάιναλ φορ μένοντας πίσω από Μακάμπι, Μπαρτσελόνα, Γιουγκοπλάστικα και Άρη.

Στο κύπελλο κυπελλούχων η Καζέρτα έχασε στον ιστορικό τελικό του ΣΕΦ από την Ρεάλ Μαδρίτης στην μεγάλη μονομαχία Ντράζεν-Όσκαρ.

Και στο Κόρατς η Μιλάνο έφτασε στα ημιτελικά και η Καντού στον τελικό, όπου έχασε εύκολα από την Παρτιζάν των Ντίβατς, Πάσπαλι, Τζόρτζεβιτς, Ντανίλοβιτς.

Στο εσωτερικό, το κύπελλο το πήρε η Κνορρ κερδίζοντας στον τελικό την Καζέρτα, η οποία είχε έτσι 0/2 τελικούς μέσα στην σεζόν συνεχίζοντας το αρνητικό της σερί. Η Κνορρ απέκλεισε την Καζέρτα και στα πλέι οφ του πρωταθλήματος.

Μικρή παρηγοριά για την ομάδα του Νότου ότι ο Όσκαρ βγήκε ξανά πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 36.5 πόντους μέσο όρο, πάνω από τον Ρίβα με 32 π.μ.ο. Το πρωτάθλημα κύλησε όπως συνηθιζόταν στην Ιταλία με πολλές αμφίρροπες μάχες και μεγάλο ανταγωνισμό.

Όπως αναμενόταν η Σκαβολίνι βγήκε πρώτη με ρεκόρ 21-9. Υπήρχε ακόμα τετραπλή ισοβαθμία στις θέσεις 3-6 με ρεκόρ 18-12, όπως και στις θέσεις 7-10 με ρεκόρ 17-13. Ο πρώτος από τον δέκατο δηλαδή απείχαν μόλις τέσσερις νίκες μεταξύ τους! Λόγω μιας ποινής αφαίρεσης ενός βαθμού, δέκατη τερμάτισε η Καντού η οποία είχε πολλά προβλήματα με τις επιλογές των ξένων της, μεταξύ άλλων έφερε για μερικά ματς και τον παλιό σταρ του πανεπιστημίου της Ιντιάνα και των Ντιτρόιτ Πίστονς Κεντ Μπένσον.

Η ανταγωνιστικότητα του πρωταθλήματος φαίνεται αν δει κάποιος ποιοι ξένοι έπαιζαν στις δυο τελευταίες ομάδες που υποβιβάστηκαν.

Στην τελευταία Φαμπριάνο ήταν οι Βραζιλιάνοι Μαρσέλ και Ίζραελ, συμπαίκτες του Όσκαρ σε μια εθνική που εκείνη την εποχή ήταν μέσα στις 5-6 καλύτερες του κόσμου.

Και στην προτελευταία Βενέτσια έπαιζε ο κάποτε βασικός σέντερ της Μπόσνα Σαράγεβο και της εθνικής Γιουγκοσλαβίας Ράτκο Ραντοβάνοβιτς, παρτενέρ με τον Αμερικάνο «πιστολά» Ρόν Ρόουαν (τρίτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 29 πόντους μ.ο.) στην πρώτη του χρονιά στην Ευρώπη.

Όταν κατακάθισε ο κουρνιαχτός, το ιταλικό πρωτάθλημα αντίκριζε δυο νέες ομάδες-έκπληξη.

Τέταρτη στην βαθμολογία ήταν η Μπενετόν Τρεβίζο, μια άσημη μέχρι τότε αλλά φιλόδοξη ομάδα που είχε για σπόνσορα μια από τις πιο δυναμικές και ανερχόμενες επιχειρήσεις της ιταλικής οικονομίας. Με Ιταλό σταρ τον Μάσιμο Ιακοπίνι και ξένους τον βετεράνο του ΝΒΑ Κάιλ Μέισι και τον Αμερικάνο-θεσμό του ιταλικού μπάσκετ Νταν Γκέι, η Μπενετόν έμπαινε για πρώτη φορά στους μεγάλους του ιταλικού μπάσκετ και έβαζε παρακαταθήκη για το μέλλον.

Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη όμως ήταν η ομάδα που είχε τερματίσει δεύτερη με ρεκόρ 19-11, η Λίμπερτας Λιβόρνο με σπόνσορα Ένιχεμ.

Μια ομάδα με σταθερή παρουσία στην κορυφαία κατηγορία από την δεκαετία του ’60, η Λίμπερτας είχε επιστρέψει στην Α1 το 1986 με προπονητή τον Αλμπέρτο Μπούτσι και είχε μπει αμέσως στα ψηλά πατώματα του ιταλικού μπάσκετ.

Το 1988 είχε φέρει ένα τρομερό δίδυμο ξένων, τον σπουδαίο Γουέντελ Αλέξις (από την Ρεάλ όπου είχε κατακτήσει το Κόρατς) και τον σπουδαίο ριμπάουντερ Τζο Μπίνιον.

Οι δυο τους είχαν μαζί σχεδόν 40 πόντους και 20 ριμπάουντ μέσο όρο, και μαζί με τους γηγενείς Καρέρα, Τόνουτ, Φόρτι και Φαντότσι (πρώτος πασέρ του πρωταθλήματος) δημιούργησαν μια σπουδαία ομάδα που μπορούσε να κοιτάξει ακόμα και τον τίτλο.

Το ενδιαφέρον είναι ότι εκείνα τα χρόνια το Λιβόρνο είχε και δεύτερη ομάδα στην Α1, θυμίζοντας έτσι την Μπάσκετ Σίτι της Μπολόνια. Η Παλακανέστρο Λιβόρνο (Πιέλε όπως την αποκαλούν οι οπαδοί της) αγωνιζόταν στην Α1 από το 1985 και το 1988 είχε μπει για πρώτη φορά στα πλέι οφ. Είχε φέρει στην Ιταλία και αυτή έναν πολύ αξιόλογο Αμερικάνο, τον Ράφαελ Άντισον (τέταρτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 27 πόντους μ.ο.), κατά σύμπτωση συμπαίκτη στο πανεπιστήμιο Σίρακιουζ με τον Αλέξις που έπαιζε στην Λίμπερτας.

Εκείνα τα χρόνια τα ντέρμπι των δυο ομάδων του Λιβόρνο ήταν από τα κλου του ιταλικού μπάσκετ.

Η κάποτε κυρίαρχη Φίλιπς είχε τερματίσει στην πέμπτη θέση του πρωταθλήματος και η διεκδίκηση του τίτλου έμοιαζε μακρινή υπόθεση.

Και αυτή είχε κάνει αλλαγή ξένου, αντικαθιστώντας τον Μάρτιν με τον Άλμπερτ Κινγκ, επίσης με μακρά παρουσία στο ΝΒΑ και αδελφός του υπερ-σκόρερ των Νικς Μπερνάρντ Κινγκ.

Ο πρώτος γύρος των πλέι οφ, όπου κινδύνεψε με αποκλεισμό από την πρωταθλήτρια της Α2 Ντέζιο του Κλαούντιο Κολντεμπέλα, δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας.

Στα προημιτελικά όμως απέκλεισε με μειονέκτημα την άπειρη ακόμα Μπενετόν και μπήκε έτσι τουλάχιστον στην τετράδα.

Από εκεί και πέρα ξεκινά η μυθιστορηματική πορεία της Φίλιπς προς τον πιο περιπετειώδη τίτλο της.

Στα ημιτελικά αντιμετωπίζει το μεγάλο φαβορί Σκαβολίνι, την ομάδα που την είχε εκθρονίσει από την κορυφή την προηγούμενη χρονιά.

Ο πρώτος αγώνας στο Πέζαρο είναι ντέρμπι, η Σκαβολίνι προς το τέλος καθαρίζει την νίκη με 33 πόντους του Ντέι, όμως τότε συνέβη ένα απρόοπτο. Ο Ντίνο Μενεγκίν σωριάζεται στο έδαφος σχεδόν λιπόθυμος, ισχυριζόμενος ότι τον βρήκε κέρμα που έπεσε από τις κερκίδες του κολασμένου Χάνγκαρ.

Ο αγώνας ολοκληρώνεται με 91-78, ο Μενεγκίν μεταφέρεται στο νοσοκομείο και επιμένει ότι χτυπήθηκε, όμως το περιβόητο κέρμα δεν βρέθηκε ποτέ.

Παρά την μη-ύπαρξη του «όπλου του εγκλήματος» η λίγκα κατακυρώνει εκ των υστέρων τον αγώνα στην Φίλιπς! Οι Μιλανέζοι κερδίζουν και τον δεύτερο ημιτελικό στην έδρα τους και προκρίνονται στον τελικό. Στο Πέζαρο ο κόσμος έβραζε. Η Σκαβολίνι θα κατακτήσει το πρωτάθλημα της επόμενης χρονιάς με κόουτς τον 27χρονο Σέρτζιο Σκαριόλο και στην μυθολογία των φίλων της εκείνη η απόφαση στέρησε ένα θριπίτ τίτλων.

Χρόνια μετά ο Μενεγκίν ζήτησε συγγνώμη για εκείνη του την κίνηση που ουσιαστικά έκλεψε την νίκη, την πρόκριση και δυνητικά ένα πρωτάθλημα από την Σκαβολίνι.

Με τούτα και με κείνα η Φίλιπς βρίσκει στον τελικό την Ένιχεμ Λιβόρνο, η οποία είχε φτάσει εκεί αποκλείοντας τις δυο ομάδες της Μπολόνια. Η Φίλιπς είχε με το μέρος της την εμπειρία, ενώ η Λιβόρνο είχε το πλεονέκτημα έδρας και τον ενθουσιασμό της ομάδας που άγγιζε τον πρώτο τίτλο της ιστορίας της.

Είχε όμως και ένα μεγάλο ντεζαβαντάζ, καθώς λίγο πριν το τέλος της κανονικής περιόδου είχε χάσει τον Μπίνιον με τραυματισμό.

Τον είχε αντικαταστήσει με τον Ντέιβιντ Γουντ, παίκτη με μετέπειτα μεγάλη καριέρα σε Ευρώπη (Ισπανία κυρίως) και ΝΒΑ, αλλά που το 1989 δεν μπορούσε να δώσει αυτά που έδινε ο Μπίνιον.

Οι τελικοί εξελίχτηκαν και αυτοί πολύ αμφίρροπα, με εντός έδρας νίκες στα πρώτα δυο ματς, την Φίλιπς να κερδίζει στο Λιβόρνο στο game 3 και την Ένιχεμ να κάνει το μπρέικ-στο-μπρέικ στο game 4. Οι τελικοί επέστρεψαν έτσι στο Λιβόρνο για τον τελευταίο αγώνα.

Σε άλλο ένα σκληρό ντέρμπι, ο Αλέξις ήταν συγκλονιστικός με 32 πόντους, οι Καρέρα, Τόνουτ, Φαντότσι διψήφιοι, όμως ο Γουντ ήταν κάκιστος.

Από την Μιλάνο βγήκαν μπροστά ο Κινγκ και ο βετεράνος Πρέμιερ, ο οποίος ουσιαστικά αρνήθηκε να χάσει τον τίτλο. Η Φίλιπς προηγείτο στο μεγαλύτερο διάστημα, όμως στο τέλος η Λιβόρνο έκανε την αντεπίθεση.

Δευτερόλεπτα πριν το τέλος η Μιλάνο είχε την μπάλα με 1 πόντο μπροστά 86-85. Στην εκπνοή της επίθεσής της ο Πρέμιερ πετάει την μπάλα στο καλάθι με την ελπίδα ο χρόνος να κυλήσει μέχρι την λήξη του αγώνα. Η Λιβόρνο όμως παίρνει το ριμπάουντ, φεύγει στον αιφνιδιασμό και ο Αντρέα Φόρτι βρίσκεται μόνος του κάτω από το καλάθι της Μιλάνο (η φάση θυμίζει αρκετά τον τελικό Παναθηναϊκός-Μπαρτσελόνα το 1996). Με τους Μάκαντου και Μενεγκίν να τον γκρεμίζουν, ο Φόρτι βάζει το καλάθι στην εκπνοή του ματς.

Ακολούθησαν σκηνές απίστευτου χάους και απείρου κάλλους.

Οι παίκτες της Φίλιπς έφυγαν πανηγυρίζοντας στα αποδυτήρια θεωρώντας ότι το καλάθι ήταν εκτός χρόνου.

Όμως οι οπαδοί της Λιβόρνο ξεχύθηκαν στο παρκέ πιστεύοντας ότι η ομάδα τους είχε κερδίσει.

Οι άνθρωποι της Ένιχεμ διστάζουν καθώς οι διαιτητές δεν συμφωνούν τι είχε γίνει.

Εντωμεταξύ επιστρέφουν στο παρκέ οι Μοντέκι και Πρέμιερ οι οποίοι αποφασίζουν να τσαμπουκαλευτούν με όλο το Λιβόρνο, πέφτει ξύλο με τους οπαδούς, τελικά οι δυο τους απομακρύνονται με τον Πρεμιέρ να επιστρέφει στα αποδυτήρια δείχνοντας κ@λοδάχτυλα.

Η γραμματεία κατακυρώνει το καλάθι, το σκορ στο ταμπλό γίνεται 87-86 και οι οπαδοί ξεσπούν σε πανηγυρισμούς, πλέον μαζί τους και οι παίκτες που πιστεύουν ότι όντως έχουν κατακτήσει το πρωτάθλημα.

Αν και τα ριπλέι δείχνουν ότι το καλάθι ήταν εκπρόθεσμο, η RAI βγάζει το γραφικό ότι η Λίμπερτας έχει πάρει το πρωτάθλημα και η είδηση μεταδίδεται σε όλα τα ΜΜΕ.

Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική και σκληρή.

Στα αποδυτήρια οι διαιτητές ενημερώνουν τους ανθρώπους της Μιλάνο ότι το καλάθι δεν μετράει και ότι έχουν κερδίσει τον τίτλο. Οι Μιλανέζοι φεύγουν από το γήπεδο πρωταθλητές χωρίς όμως να πανηγυρίσουν καθώς η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι.

Τραγικές φιγούρες οι παίκτες της Λιβόρνο, καθώς 20 λεπτά μετά το τέλος του ματς και μέσα στην έκσταση της γιορτής, τους μαζεύει στα αποδυτήρια ο Μπούτσι για να τους ανακοινώσει ότι τελικά είχαν χάσει τον αγώνα. Ο Αλεσάντρο Φαντότσι δήλωσε χρόνια μετά ότι «ξέρω τι σημαίνει να είσαι πρωταθλητής, μπορεί να ήταν μόνο για 20 λεπτά, όμως το συναίσθημα το έχω ζήσει». Με αυτόν τον μυθιστορηματικό τρόπο η Φίλιπς έπαιρνε ξανά το πρωτάθλημα, όπως και η Σκαβολίνι το 1988 μάλιστα το κατόρθωνε από την πέμπτη θέση του πρωταθλήματος ανατρέποντας τρία πλεονεκτήματα έδρας.

Χωρίς να είναι η καλύτερη ομάδα συνολικά, όμως με τεράστιο πείσμα και την άρνηση της ήττας που μόνο μια ομάδα βετεράνων και νικητών θα μπορούσε να επιδείξει.

Ήταν το τέλος της διαδρομής μιας μεγάλης ομάδας.

Εκείνο το καλοκαίρι έγινε η πρώτη κίνηση ανανέωσης με την μεταγραφή-σεισμό του Ρίβα από την Καντού.

Μετά από μια κάκιστη χρονιά όπου τερμάτισε στην δέκατη θέση και έμεινε εκτός Ευρώπης, ήρθε το 1990 το οριστικό τέλος εποχής με την αποχώρηση των Μάκαντου, Μενεγκίν και το πέρασμα του Νταντόνι στον πάγκο αντί του Καζαλίνι.

Αν η Σκαβολίνι ανέκαμψε από την αδικία κερδίζοντας τον τίτλο του 1990, η μεγάλη ηττημένη του 1989 ήταν όχι μόνο η Λίμπερτας Λιβόρνο αλλά συνολικά το μπάσκετ στο λιμάνι της Τοσκάνης.

Ενώ η Λίμπερτας έχανε το πρωτάθλημα με αυτόν τον μαρτυρικό τρόπο και ο Αλμπέρτο Μπούτσι αποχωρούσε για την Βερόνα, η άλλη ομάδα της πόλης η Πιέλε υποβιβαζόταν στα πλάι άουτ στην Α2. Δυο χρόνια μετά οι υπεύθυνοι των δυο συλλόγων αποφάσιζαν την συγχώνευση σε μια ενιαία ομάδα μπάσκετ του Λιβόρνο που όμως ποτέ δεν αγαπήθηκε από τον κόσμο της πόλης – έμεινε στην Α1 μέχρι το 1994 οπότε υποβιβάστηκε και διαλύθηκε.

Έκτοτε οι δυο ομάδες του Λιβόρνο έχουν επανιδρυθεί με την Λίμπερτας να αγωνίζεται σήμερα στην Λέγκα Ντούε και την Πιέλε σε μικρότερες κατηγορίες με έμφαση κυρίως στις μικρές ηλικίες.

Αυτό ήταν λοιπόν το καμπιονάτο του 1989, ένα από τα πιο συναρπαστικά της χρυσής εποχής του ιταλικού μπάσκετ.

Χρόνια όπου οι ιταλικές ομάδες κυριαρχούσαν στα ευρωπαϊκά κύπελλα, η εθνική τους ήταν αξιόλογη (ΣΣ: εκείνο το καλοκαίρι θα έβγαινε τέταρτη στο Ευρωμπάσκετ του Ζάγκρεμπ) και το πρωτάθλημα της χώρας προσέλκυε σπουδαίους ξένους σταρ.

Μόνο στο πρωτάθλημα του 1988-89 τα ιταλικά γήπεδα είδαν δίπλα στον Όσκαρ, τον Ραντοβάνοβιτς και τους Ιταλούς της εποχής έναν αστερισμό παικταράδων από την Αμερική: Μάκαντου, Γκίλμορ, Ρίτσαρντσον, Κινγκ, Νίξον, Μπένσον, Ντρου, Μέισι, Άσκιου.

Εκείνη την σεζόν στην Ιταλία παρέλασαν αθροιστικά 6500 αγώνες και 93 χιλιάδες πόντοι καριέρας στο ΝΒΑ, μια μπασκετική λάμψη ασύγκριτη με σήμερα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences