Στο νέο τεύχος του Lung Fanzine καταγράφω τη συζήτηση «Γυναικείες εμπειρίες στο ανεξάρτητο ελληνικό πανκ», που πραγματοποιήθηκε στις 6 Φλεβάρη στο Red n’ Noir και συντονίσαμε μαζί με τη Lyds...
Στο νέο τεύχος του Lung Fanzine καταγράφω τη συζήτηση «Γυναικείες εμπειρίες στο ανεξάρτητο ελληνικό πανκ», που πραγματοποιήθηκε στις 6 Φλεβάρη στο Red n’ Noir και συντονίσαμε μαζί με τη Lyds Athanasopoulos.
Καλεσμένες μας ήταν έξι γυναίκες με διαφορετικές διαδρομές μέσα στην ελληνική DIY πανκ σκηνή: η Sonia Vlachou (Ναυτία), η Τζο Καπα (Χειμερία Νάρκη), η Angeliki Piligkou (Ηχητική Δυσαρμονία), η Εκάτη (Witches on Beaches), η Vicky Karkoula (Hekátē) και η Mouri Jah (The Klammers). Η Σόνια μας γύρισε στα Γιάννενα, «το Λονδίνο της Ηπείρου», στις κασέτες, στις σοφίτες και στις καταλήψεις, εξηγώντας πως το πανκ ήταν η πρώτη φορά που ένιωςε «ότι δεν χρειάζεται να είσαι βιρτουόζος για να εκφραστείς» και πως «δεν χρειάζεται να ζητήσεις άδεια για να υπάρξεις». Η πρώτη φορά που η Γιάννα είδε τη Σόνια να παίζει σκέφτηκε: «Αυτό θέλω να κάνω». Αναφέρθηκε σε ένα κορίτσι που «δεν φοβόταν να τσακωθεί, να συγκρουστεί, να υπερασπιστεί τις απόψεις της», αλλά μίλησε και για τη δική της θέση μέσα στη σκηνή: «Δεν ένιωσα ποτέ ρατσισμό.
Διεκδίκησα και κέρδισα τον χώρο μου». Η Βίκυ αφηγήθηκε πώς μπήκε τυχαία σε ένα live, είδε μια κοπέλα στα τύμπανα και σκέφτηκε «α, μπορεί να γίνει κι αυτό». Μετά το live πήρε μια σφουγγαρίστρα και όπως είπε «άρχισα να σφουριζω», γιατί «ήθελα απλώς να βοηθήσω κάπως». Από εκεί βρέθηκε στις συλλογικότητες, στο «δεύτερο σπίτι» της, μέχρι που η ανάγκη της να «γίνουν πράγματα με περισσότερη γυναικεία παρουσία» οδήγησε στις Endropi και αργότερα στις Hekátē. Η Αγγελική περιέγραψε πώς ένα DIY φεστιβάλ στην Κοπεγχάγη την έκανε να καταλάβει ότι «υπάρχει ένα ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων που προσπαθούν να ζήσουν διαφορετικά» και ότι τελικά «δεν είναι απλώς μουσική για μένα, αλλά κυρίως αυτή η αίσθηση της κοινότητας». Την ίδια στιγμή, υπενθύμισε πως στην ομάδα της είναι «η μόνη γυναίκα» ανάμεσα σε δέκα άτομα. Η Εκάτη αυτοσυστήθηκε ως «η πρώτη ανοιχτά τρανς γυναίκα στην Ελλάδα με διδακτορικό, αλλά όχι ο γιατρός που φωνάζουν στο αεροπλάνο» και μίλησε για όσα συχνά μένουν αόρατα ακόμη και μέσα σε θεωρητικά συμπεριληπτικούς χώρους. «Αν ήμουν κάτω στο κοινό, πιθανότατα δεν θα άντεχα να μείνω μέσα λόγω του θορύβου», είπε, συνδέοντας το πανκ με το βίωμα του αυτισμού και της προσβασιμότητας.
Έχοντας, όπως είπε, ζήσει «και στις δύο πλευρές» του έμφυλου προνομίου, εξήγησε: «Αν με ρωτήσεις τι με καταπιέζει περισσότερο, δεν θα πω ότι είμαι τρανς ούτε ότι είμαι λεσβία.
Θα πω ότι με καταπιέζει περισσότερο το ότι είμαι γυναίκα». Η Μαριάννα μίλησε για τη διαδρομή από ένα παιδί που ένιωθε ότι δεν έχει φωνή μέχρι τη στιγμή που πήρε το μικρόφωνο και όπως είπε «δεν το άφησα ποτέ ξανά». «Εκεί πάνω δεν είμαι η Μαριάννα με τις ανασφάλειες και τα daddy issues μου», είπε. «Είμαι μια περσόνα που θέλει να ουρλιάξει, να παραμορφώσει τη φωνή της και να πει την ιστορία της». Μέσα στο πανκ, όπως το συνόψισε η ίδια, «νιώθω ότι χωράω». Μιλήσαμε ακόμη για τις ταμπέλες των «γκρούπι», για τις γυναικείες φιλίες, τη σεξουαλικότητα, τη μητρότητα και τις κοινότητες που δεν ήξεραν τι να κάνουν όταν οι γυναίκες τους έκαναν παιδιά. «Με κοιτούσαν λες και κατέστρεψα τη ζωή μου», είπε η Σόνια.
Μιλήσαμε για πολλά, για τη μουσική, αλλά κυρίως για το σώμα, τη φροντίδα, την αναπηρία, την επιθυμία, την οργή, την queer εμπειρία και την ανάγκη να συνεχίζεις να διεκδικείς χώρο - ακόμη και μέσα σε μια σκηνή που θεωρητικά είναι ήδη απελευθερωμένη. Περισσότερα θα βρείτε στο φανζιν. 📸Michalis Kouris
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους