Πώς η Σύμπραξη Αυτή Παράγει Φτώχεια και Ανέχεια!! Η δομική σύμπραξη πολιτικής εξουσίας και οικονομικού πλούτου στο Μαρόκο δημιουργεί ένα από τα πιο προσοδοφόρα ολιγαρχικά συστήματα στον κόσμο, όπου ο...
Πώς η Σύμπραξη Αυτή Παράγει Φτώχεια και Ανέχεια!! Η δομική σύμπραξη πολιτικής εξουσίας και οικονομικού πλούτου στο Μαρόκο δημιουργεί ένα από τα πιο προσοδοφόρα ολιγαρχικά συστήματα στον κόσμο, όπου ο Βασιλιάς είναι ο πρώτος επιχειρηματίας της χώρας και ο Πρωθυπουργός ο πλουσιότερος ιδιώτης της.
Αυτός ο απόλυτος έλεγχος των πλουτοπαραγωγικών πηγών από την πολιτική ηγεσία εξηγεί γιατί η δομική φτώχεια και η ανέχεια παραμένουν ανίκητες για τη base του πληθυσμού.
Το καθεστώς δεν επενδύει στη μείωση της ανεργίας.
Αντίθετα, ανέχεται ή εργαλειοποιεί τη φυγή των εξαθλιωμένων νέων προς την Ευρώπη, ώστε να εκτονώνεται η κοινωνική οργή στο εσωτερικό της χώρας. Ο Βασιλιάς Μοχάμεντ ΣΤ' ελέγχει τον μεγαλύτερο ιδιωτικό επενδυτικό όμιλο της χώρας (πρώην SNI), με κυρίαρχη παρουσία σε τράπεζες (Attijariwafa Bank), τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, εξορύξεις και real estate.
Η βασιλική οικογένεια ελέγχει την παραγωγή βασικών αγαθών (ζάχαρη, γάλα, λάδι), κερδοσκοπώντας άμεσα από την καθημερινή κατανάλωση των ίδιων των φτωχών πολιτών.Οι δημόσιες υποδομές και οι κρατικοί διαγωνισμοί συχνά ευνοούν τις εταιρείες του παλατιού, εκμηδενίζοντας τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
Ο δισεκατομμυριούχος Πρωθυπουργός του Μαρόκου είναι ο ιδιοκτήτης του ομίλου Akwa Group, ο οποίος κατέχει το μονοπώλιο στα καύσιμα και το υγραέριο (Afriquia) στη χώρα.
Η τοποθέτηση του πλουσιότερου ανθρώπου της χώρας στη θέση του Πρωθυπουργού σφράγισε τη σύμπραξη της πολιτικής εξουσίας με τα μεγάλα ιδιωτικά κεφάλαια.
Ο πλούτος δεν διαχέεται στην κοινωνία, αλλά ανακυκλώνεται αποκλειστικά μεταξύ της βασιλικής ελίτ και των πολιτικών συμμάχων της.
Η οικονομική ελίτ απολαμβάνει προνομιακή φορολόγηση, ενώ το κράτος στερείται πόρους για την υγεία, την παιδεία και τις κοινωνικές δομές των φτωχών περιοχών.
Το καθεστώς δεν επενδύει στη μείωση της ανεργίας.
Αντίθετα, ανέχεται ή εργαλειοποιεί τη φυγή των εξαθλιωμένων νέων προς την Ευρώπη, ώστε να εκτονώνεται η κοινωνική οργή στο εσωτερικό της χώρας. Το Μαρόκο κατέχει πάνω από το 70% των παγκόσμιων αποθεμάτων φωσφορικών αλάτων, τα οποία αποτελούν το «λευκό χρυσό» της οικονομίας του και τη βάση για τα λιπάσματα παγκοσμίως.
Αυτός ο τεράστιος φυσικός πλούτος ελέγχεται απόλυτα από την κρατική εταιρεία OCP Group (Office Chérifien des Phosphates), η οποία λειτουργεί ως ο βασικός οικονομικός και γεωπολιτικός βραχίονας της άρχουσας ελίτ (του Παλατιού και του Makhzen). Το Makhzen (αραβικά: مخزن, που κυριολεκτικά σημαίνει «αποθήκη» ή «θησαυροφυλάκιο») είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στο Μαρόκο για να περιγράψει το βαθύ κράτος και το παραδοσιακό, σκιώδες δίκτυο εξουσίας που περιβάλλει τον Βασιλιά.
Δεν πρόκειται για έναν επίσημο κυβερνητικό θεσμό, αλλά για μια άτυπη, πανίσχυρη ελίτ που ελέγχει την πολιτική, την οικονομία και την ασφάλεια της χώρας. Ο Μονάρχης είναι η απόλυτη κεφαλή του Makhzen.
Όλες οι αποφάσεις περνούν από το Παλάτι (Royal Court), υποβαθμίζοντας την εκλεγμένη κυβέρνηση και το κοινοβούλιο σε απλούς διεκπεραιωτές.
Το δίκτυο αποτελείται από κορυφαίους στρατιωτικούς, επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας, τεχνοκράτες, συμβούλους του βασιλιά, μεγαλογαιοκτήμονες και την επιχειρηματική ολιγαρχία (όπως ο Πρωθυπουργός Αζίζ Αχανουτς). Η πίστη στο Παλάτι ανταμείβεται με οικονομικά προνόμια.
Μέλη του Makhzen λαμβάνουν άδειες εξόρυξης, μονοπώλια σε εμπορικούς τομείς, κρατικές γαιές και υψηλόβαθμες θέσεις στην κρατική εταιρεία φωσφορικών αλάτων (OCP Group). Μέσω ενός τεράστιου μηχανισμού ασφαλείας και πληροφοριών, το Makhzen καταστέλλει άμεσα κοινωνικές εξεγέρσεις, απεργίες ή δημοσιογραφικές έρευνες που στοχεύουν τη βασιλική διαφθορά.
Οι ξένες εταιρείες, ιδίως οι γαλλικές και ισπανικές που κυριαρχούν στην αγορά του Μαρόκου, είναι αδύνατον να δραστηριοποιηθούν στη χώρα χωρίς την έγκριση και τη συνεργασία του Makhzen.
Το βαθύ κράτος έχει μετατρέψει την εγχώρια οικονομία σε μια ελεγχόμενη «λέσχη», όπου η πρόσβαση δίνεται μόνο με ανταλλάγματα που ενισχύουν την οικονομική κυριαρχία του Παλατιού.
Η δομή του Makhzen στο Μαρόκο παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με το σύστημα των μεγαλοτσιφλικάδων και των κολλιγων στην Ελλάδα του ύστερου 19ου αιώνα (ειδικά στη Θεσσαλία μετά το 1881), όπου η γη και ο πλούτος ανήκαν σε ελάχιστους, ενώ ο λαός ήταν δέσμιος μιας ιδιότυπης οικονομικής σκλαβιάς.
Όταν η Θεσσαλία και η Άρτα προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα το 1881, οι Τούρκοι μπέηδες και αγάδες που κατείχαν τη γη άρχισαν να πουλάνε μαζικά τα τσιφλίκια τους.
Αυτά αγοράστηκαν από Έλληνες ομογενείς κεφαλαιούχους του εξωτερικού (από την Κωνσταντινούπολη, τη Ρουμανία, την Αίγυπτο και την Οδησσό). Αυτοί οι άνδρες έγιναν οι νέοι σκληροί «αφεντάδες» του Θεσσαλικού κάμπου γύρω στο 1888.
Οι πιο ισχυροί και επώνυμοι μεγαλοτσιφλικάδες εκείνης της εποχής ήταν: Χρηστάκης Ζωγράφος: Από τους πλουσιότερους τραπεζίτες της Κωνσταντινούπολης.
Αγόρασε τεράστιες εκτάσεις (πάνω από 200.000 στρέμματα) στην περιοχή των Φαρσάλων και των Τρικάλων (Λαζαρίνα). Η οικογένειά του είχε τεράστια πολιτική επιρροή στην Αθήνα. Κωνσταντίνος Ζάππας: Ο γνωστός εθνικός ευεργέτης, ο οποίος όμως στον θεσσαλικό κάμπο λειτουργούσε ως σκληρός γαιοκτήμονας, κατέχοντας τεράστιες εκτάσεις (όπως το τσιφλίκι στο Τσινάρ, σημερινή περιοχή της Λάρισας). Αδελφοί Σκυλίτση: Χιώτες κεφαλαιούχοι από το Λονδίνο και την Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι το 1888 προχώρησαν σε μαζικές αγορές τσιφλικιών στην Καρδίτσα και τα Φάρσαλα από Οθωμανούς και Αρμένιους πασάδες. Γεώργιος Αβέρωφ: Αν και έμεινε στην ιστορία για τις δωρεές του, η οικογένειά του κατείχε επίσης μεγάλες αγροτικές εκτάσεις και τσιφλίκια στη Θεσσαλία. Οικογένεια Τοπάλη: Ομογενείς από τη Ρουμανία που αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή του Αλμυρού και του Βόλου. Ανδρέας Συγγρός: Ο διαβόητος τραπεζίτης και μεγαλοεπενδυτής, στενός φίλος του Παλατιού και του Πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη.
Αγόρασε μεγάλα τσιφλίκια στη Θεσσαλία και την Αττική, ελέγχοντας παράλληλα το τραπεζικό σύστημα της χώρας.
Ακριβώς όπως στο Μαρόκο το Makhzen συνδέει το Παλάτι, τον Πρωθυπουργό και τους επιχειρηματίες, έτσι και στην Ελλάδα του 1888 οι τσιφλικάδες αυτοί δεν ήταν απλώς αγρότες.
Ήταν οι ίδιοι τραπεζίτες, χρηματοδότες του κράτους, βουλευτές ή στενοί φίλοι της βασιλικής οικογένειας των Γλύξμπουργκ.
Αγόρασαν τη γη όχι για να την καλλιεργήσουν, αλλά ως επένδυση, εκμεταλλευόμενοι τους ντόπιους κολίγους και διατηρώντας τους οθωμανικούς νόμους δουλείας που τους ευνοούσαν. Ο Χαρίλαος Τρικούπης αρνήθηκε κατηγορηματικά την κρατική παρέμβαση και την αναγκαστική απαλλοτρίωση των τσιφλικιών, παρά τις έντονες πιέσεις και τα υπομνήματα των Θεσσαλών κολίγων.
Για τον Τρικούπη, η προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας των μεγαλοτσιφλικάδων ήταν απαράβατος όρος για την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων, τα οποία χρειαζόταν απεγνωσμένα για να χρηματοδοτήσει τα μεγάλα έργα υποδομής της χώρας.
Τα μεγάλα έργα υποδομής της Ελλάδας το 1888 χρηματοδοτήθηκαν τελικά από έναν συνδυασμό ξένων τραπεζικών δανείων (κυρίως γαλλικών και αγγλικών), διεθνών ιδιωτικών κεφαλαίων και, μετά την κατάρρευση των ξένων εταιρειών, από τους ίδιους τους Έλληνες μεγαλοτσιφλικάδες/τραπεζίτες.
Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης όπου το κράτος δανειζόταν αλόγιστα για έργα που κατέληγαν να πλουτίζουν τους τραπεζίτες και τους εργολάβους είχε ολέθρια αποτελέσματα.
Τα έσοδα από τα έργα δεν πήγαιναν στα ταμεία του κράτους αλλά στην αποπληρωμή των τόκων.
Αυτό οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στην επίσημη πτώχευση της Ελλάδας το 1893 (το ιστορικό «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη) και στην επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ) λίγα χρόνια αργότερα, σφραγίζοντας την απόλυτη εξαθλίωση του απλού λαού και των κολίγων.
Τόσο στην Ελλάδα του 1888 όσο και στο Μαρόκο του σήμερα, η άρχουσα τάξη πάντα ανησυχούσε για το μέλλον των δικών της παιδιών λόγω της «κοινωνικής αστάθειας», αλλά την πραγματική εξαθλίωση και το κόστος της επιβίωσης τα πλήρωνε και συνεχίζει να τα πληρώνει αποκλειστικά ο απλός λαός. Σήμερα: Ο απλός Μαροκινός εργάτης στα ορυχεία φωσφορικών ή στα κλωστοϋφαντουργεία των πολυεθνικών αμείβεται με μισθούς που δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά τρόφιμα, την ίδια ώρα που ο πλούτος της χώρας του χρηματοδοτεί τη χλιδή του Παλατιού και των ξένων επενδυτών. Τότε: Ο κολίγος που δούλευε κάτω από τον ήλιο του θεσσαλικού κάμπου έβλεπε τα παιδιά του να πεθαίνουν από τις αρρώστιες και την πείνα, ενώ η σοδειά του κατέληγε στα αρχοντικά της Αθήνας για να πληρωθούν τα χρέη του κράτους και τα κέρδη των τραπεζιτών.Η ιστορία επαναλαμβάνεται ,με το ίδιο ερώτημα (για το μέλλον των παιδιών) να πλανάται σε άλλα χείλια!!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους