[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μαμά, μην έρθεις σήμερα. Θα είναι πολύς κόσμος και θα κουραστεί το παιδί.» Έμεινα με το κινητό στο χέρι, όρθια στην κουζίνα, δίπλα στην κατσαρόλα με τα γεμιστά που είχα φτιάξει από το πρωί για τα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαμά, μην έρθεις σήμερα. Θα είναι πολύς κόσμος και θα κουραστεί το παιδί.» Έμεινα με το κινητό στο χέρι, όρθια στην κουζίνα, δίπλα στην κατσαρόλα με τα γεμιστά που είχα φτιάξει από το πρωί για τα έβδομα γενέθλια της μικρής Ιωάννας.

Δίπλα, στο τραπέζι, το δωράκι της.

Μια κούκλα που μου είχε δείξει σε μια βιτρίνα στην Πατησίων πριν από δύο εβδομάδες και είχε πει ψιθυριστά: «Γιαγιά, αυτή μ’ αρέσει πολύ». «Πολύς κόσμος;» της είπα. «Μα εγώ η μάνα σου είμαι, Ελένη.

Δεν είμαι ξένη.» Από την άλλη πλευρά, σιωπή.

Και μετά εκείνη η φωνή της, η παγωμένη, που τα τελευταία δύο χρόνια δεν έμοιαζε καθόλου με τη φωνή του παιδιού που μεγάλωσα μόνη μου. «Μην το κάνεις δύσκολο, σε παρακαλώ. Ο Στέλιος λέει ότι είναι καλύτερα να είμαστε λίγοι.» Ο Στέλιος λέει.

Πάντα ο Στέλιος έλεγε.

Από τότε που πέθανε ο άντρας μου, ο Νίκος, πριν πέντε χρόνια, η Ελένη άλλαξε.

Στην αρχή το δικαιολογούσα.

Ήταν κι εκείνη πονεμένη.

Ο πατέρας της την είχε αδυναμία.

Όμως όσο περνούσε ο καιρός, δεν ήταν μόνο η λύπη.

Ήταν σαν να άνοιξε μια πόρτα και να με έσπρωχνε σιγά σιγά έξω από τη ζωή της.

Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα.

Δεν μου έλεγε ότι θα πάνε για Κυριακάτικο τραπέζι στους γονείς του Στέλιου.

Το μάθαινα από φωτογραφίες.

Μετά σταμάτησε να με φωνάζει για καφέ όταν ερχόταν στη γειτονιά μου. «Δεν πρόλαβα, μαμά». «Είχαμε δουλειές». «Η μικρή νύσταζε». Κι εγώ κατάπινα.

Τι να έκανα; Μάνα είμαι.

Όλο λες, άστο, θα περάσει.

Αλλά δεν περνούσε.

Τα πρώτα γενέθλια που έχασα ήταν πέρσι.

Πάλι τελευταία στιγμή. «Θα έρθουν πολλά παιδάκια». Μετά ήταν η γιορτή στο σχολείο. «Οι θέσεις είναι περιορισμένες». Μετά η εκδρομή της Κυριακής. «Είναι πιο οικογενειακό». Κι εγώ τι ήμουν δηλαδή; Εκείνη τη μέρα με τα γεμιστά κάθισα μόνη στο τραπέζι και δεν έφαγα μπουκιά.

Άκουγα από το ανοιχτό παράθυρο τα παιδιά της πολυκατοικίας να φωνάζουν στην αυλή και με έπιασε αυτός ο κόμπος, ο γνωστός, εδώ στο στήθος.

Σαν να μικραίνει το σπίτι.

Σαν να μην χωράω ούτε μέσα στη δική μου ζωή.

Το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο.

Ήταν η γειτόνισσά μου, η κυρία Βάσω. «Μαρία, να σε ρωτήσω κάτι; Δεν ήσουν στα γενέθλια της μικρής;» Πάγωσα. «Όχι», της λέω. «Γιατί;» «Τίποτα, παιδί μου… απλώς είδα στο ζαχαροπλαστείο την Ελένη από χθες να παραγγέλνει τούρτα και σήμερα πέρασα τυχαία από το μαγαζί που το έκαναν.

Ήταν ωραία εκδήλωση, φαίνεται.

Είχε και τους δικούς του Στέλιου όλους.» Δεν θυμάμαι τι της απάντησα.

Μόνο ότι έκλεισα και κάθισα στο πάτωμα της κουζίνας.

Εκεί, δίπλα στον φούρνο.

Στα εξήντα δύο μου, να κλαίω σαν χαμένη, γιατί η κόρη μου δεν μου είπε απλώς να μην πάω.

Μου είπε ψέματα.

Την επόμενη μέρα πήγα από το σπίτι της χωρίς να τηλεφωνήσω.

Ναι, το ξέρω, ίσως λάθος.

Αλλά ήμουν άνθρωπος στα όριά του.

Μου άνοιξε ο Στέλιος.

Με κοίταξε σαν να του χάλασα το πρόγραμμα. «Η Ελένη είναι μέσα;» «Κοιμάται η μικρή», μου είπε ξερά. «Δεν είναι καλή ώρα.» Τότε άκουσα τη φωνή της Ιωάννας από μέσα. «Γιαγιά! Ήρθε η γιαγιά;» Και κάτι μέσα μου έσπασε.

Έσπρωξα την πόρτα και μπήκα. Η Ελένη βγήκε από το σαλόνι ταραγμένη. «Τι κάνεις εδώ χωρίς να πεις;» «Αυτό να με ρωτήσεις;» της είπα. «Ή να με ρωτήσεις πώς ένιωσα όταν έμαθα ότι για όλους είχε χώρο εκτός από μένα;» Ο Στέλιος αναστέναξε δυνατά, επιδεικτικά. 📖 Το πιο απρόσμενο μέρος είναι πιο κάτω 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences