Το 1975 στην Πάρμα γυρίζονταν δύο από τις εμβληματικότερες ταινίες στην ιστορία του ιταλικού και εν γένει του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, το «Σαλό ή οι 120 μέρες των Σοδόμων» του Πιερ Πάολο Παζολίνι...
Το 1975 στην Πάρμα γυρίζονταν δύο από τις εμβληματικότερες ταινίες στην ιστορία του ιταλικού και εν γένει του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, το «Σαλό ή οι 120 μέρες των Σοδόμων» του Πιερ Πάολο Παζολίνι και το «1900 (Novecento)» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Οι δύο σπουδαίοι αυτοί καλλιτέχνες, μολονότι αρχικά συνδέονταν με φιλική σχέση (με τον Μπερτολούτσι να ξεκινάει ως βοηθός σκηνοθέτη του Παζολίνι), είχαν ψυχρανθεί λόγω της δημόσιας κριτικής που άσκησε ο Παζολίνι στον Μπερτολούτσι για το αμφιλεγόμενο «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι». Η ηθοποιός Λάουρα Μπέτι ήθελε να τους φέρει ξανά κοντά και, λόγω της γνωστής λατρείας του Παζολίνι για το ποδόσφαιρο, έριξε την ιδέα να διοργανωθεί ένας ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ των ομάδων Salo-Novecento, από τα ονόματα των ταινιών που ετοίμαζαν τότε οι δύο δημιουργοί.
Η ομάδα του Παζολίνι φορούσε τα «ροσομπλού» της αγαπημένης του Μπολόνια, ενώ η ομάδα του Μπερτολούτσι φόρεσε μωβ φανέλες με τον τίτλο της ταινίας γραμμένο με κίτρινα γράμματα. Ο Παζολίνι είχε το πλεονέκτημα, μιας και είχε υπάρξει ο ίδιος δεινός ποδοσφαιριστής στα νιάτα του και παντοτινός υμνητής του αθλήματος («μετά τη λογοτεχνία και το σεξ, το ποδόσφαιρο είναι μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις»), ενώ ο Μπερτολούτσι δεν είχε την ίδια αγάπη και γνώση για το άθλημα, ενώ τα μεγάλα αστέρια του Novecento (Ντε Νίρο, Ντεπαρντιέ, Λάνκαστερ, Σάδερλαντ) δεν σκάμπαζαν από μπάλα και δεν αγωνίστηκαν.
Έτσι, για να συμπληρώσει ενδεκάδα έφερε δύο δεκαπεντάχρονους από τις ακαδημίες της Πάρμα, τους οποίους παρουσίασε ως εργάτες στα γυρίσματα.
Οι δύο ταλαντούχοι νεαροί ξεχώριζαν σαν τη μύγα μες στο γάλα και έγειραν υποψίες ότι ασχολούνται ενεργά με το άθλημα, κι έτσι η ομάδα του Μπερτολούτσι επικράτησε με 5-2 αν και είχε βρεθεί πίσω στο σκορ με 2-0. Ο ένας από τους δύο εφήβους έμελλε να γίνει θρύλος του Κάλτσιο, τόσο ως ποδοσφαιριστής όσο και ο προπονητής, και το όνομά του ήταν Κάρλο Αντσελότι.
Για δεκαετίες, όλοι πίστευαν ότι υπήρχε απλώς μεγάλη ομοιότητα με τον «Καρλίτο», ενώ τη σχετική πληροφορία δεν συμπεριέλαβε ούτε το βρετανικό ντοκιμαντέρ που έχει γυριστεί για τον εν λόγω πολύ ιδιαίτερο φιλικό αγώνα.
Τελικά, το 2019, ο Αντσελότι επιβεβαίωσε σε δημοσιογράφο της Gazzetta dello Sport ότι ήταν το αγόρι της συγκεκριμένης φωτογραφίας, την οποία τράβηξε η Ντέμπορα Μπιρ, φωτογράφος στα γυρίσματα του Salo του Παζολίνι.
Όπως θυμάται νοσταλγικά ο Αντσελότι, «Ήταν ένα παιχνίδι-φάντασμα.
Σήμερα, με δύο τόσο διάσημους σκηνοθέτες, θα μεταδιδόταν ζωντανά, θα υπήρχε κόσμος παντού γύρω από το γήπεδο.
Τότε τίποτα από αυτά.
Σηκώσαμε το κύπελλο, βγάλαμε μερικές φωτογραφίες και πήγαμε να κάνουμε μπάνιο στον ξενώνα των νέων.
Έκανε παγωνιά». Παρά την αντιπαλότητα που επικράτησε στον αγωνιστικό χώρο, ο αγώνας πέτυχε τον σκοπό του, καθώς οι σχέσεις των δύο καλλιτεχνών αποκαταστάθηκαν, λίγους μόλις μήνες πριν την άγρια δολοφονία του Παζολίνι.
Το συγκεκριμένο μοναδικό συμβάν που αναδεικνύει τη δύναμη του ποδοσφαίρου και τη διόλου ανταγωνιστική σχέση του με την τέχνη έφερε στην επιφάνεια ο εξαιρετικός Άγγλος αθλητικογράφος (που διαμένει μόνιμα στη Μαδρίτη) Σιντ Λόου με ένα καταπληκτικό άρθρο του στο Guardian τον Μάϊο 2022, με τίτλο "Carlo Ancelotti: the secret ringer who patched up Pasolini and Bertolucci".
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους