Ο Μαρξ στον Ανθρωπόκαινο. Αν ζούσε ο Μαρξ, τι θα έλεγε σήμερα; Ένα υποθετικό σενάριο βασισμένο στη σκέψη του Καρλ Μαρξ. Αν ο Καρλ Μαρξ ζούσε στον 21ο αιώνα, θα έβλεπε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από...
Ο Μαρξ στον Ανθρωπόκαινο. Αν ζούσε ο Μαρξ, τι θα έλεγε σήμερα; Ένα υποθετικό σενάριο βασισμένο στη σκέψη του Καρλ Μαρξ.
Αν ο Καρλ Μαρξ ζούσε στον 21ο αιώνα, θα έβλεπε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον της βιομηχανικής Αγγλίας που μελέτησε.
Θα αντίκριζε τεράστιες μεγαλουπόλεις, παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής, ψηφιακές πλατφόρμες, τεχνητή νοημοσύνη, χρηματοπιστωτικές αγορές που λειτουργούν σε πραγματικό χρόνο και μια ανθρωπότητα ικανή να μεταβάλλει ακόμη και τις βασικές λειτουργίες του πλανητικού συστήματος.
Θα έβλεπε όμως και κάτι βαθιά οικείο, μια κοινωνία στην οποία η παραγωγή δεν οργανώνεται πρωτίστως για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, αλλά για τη διαρκή συσσώρευση κεφαλαίου.
Η κλιματική αλλαγή, η καταστροφή οικοσυστημάτων, η απώλεια της βιοποικιλότητας, η εξάντληση των εδαφών, η ρύπανση των ωκεανών και η συσσώρευση αποβλήτων δεν θα του φαίνονταν ως ανεξάρτητες ή τυχαίες κρίσεις.
Πιθανότατα θα τις αντιμετώπιζε ως διαφορετικές εκδηλώσεις μιας βαθύτερης αντίφασης, της σύγκρουσης ανάμεσα στην απεριόριστη τάση του κεφαλαίου για επέκταση και στα πεπερασμένα όρια της φύσης.
Η επιστημονική γνώση επιβεβαιώνει πλέον ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες, κυρίως μέσω των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, έχουν προκαλέσει την παγκόσμια υπερθέρμανση.
Η μέση θερμοκρασία της επιφάνειας του πλανήτη την περίοδο 2011–2020 ήταν περίπου 1,1 βαθμούς Κελσίου υψηλότερη από την περίοδο 1850–1900, ενώ οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι ήδη ορατές σε όλες τις περιοχές του κόσμου. Ο Μαρξ, ωστόσο, πιθανότατα θα απέρριπτε τη γενική και αδιαφοροποίητη κατηγορία ότι «ο άνθρωπος» ευθύνεται για την οικολογική καταστροφή.
Θα ρωτούσε αμέσως: ποιοι άνθρωποι, μέσα σε ποιες κοινωνικές σχέσεις, με ποια οικονομική δύναμη και για ποιον σκοπό; Ανθρωπόκαινος ή Κεφαλαιόκαινος; Ο όρος «Ανθρωπόκαινος» χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ιστορική περίοδο κατά την οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει αποκτήσει πλανητική γεωλογική και οικολογική ισχύ.
Δεν αναγνωρίστηκε τελικά ως επίσημη γεωλογική εποχή, το 2024 οι αρμόδιοι διεθνείς γεωλογικοί οργανισμοί απέρριψαν την πρόταση επίσημης ένταξής του στη γεωλογική χρονική κλίμακα.
Ο όρος, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρύτατα ως ιστορική, κοινωνική και περιβαλλοντική έννοια. Ο Μαρξ θα αναγνώριζε τη σημασία αυτής της έννοιας, αλλά μάλλον θα θεωρούσε ότι αποκρύπτει τις κοινωνικές διαφορές πίσω από μια αφηρημένη και ενιαία εικόνα της ανθρωπότητας.
Δεν ευθύνονται όλοι οι άνθρωποι εξίσου για την κλιματική κρίση.
Δεν έχουν όλοι τον ίδιο τρόπο ζωής, την ίδια κατανάλωση, την ίδια πρόσβαση στους ενεργειακούς πόρους ούτε, κυρίως, την ίδια εξουσία πάνω στις επενδυτικές και παραγωγικές αποφάσεις. Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή επισημαίνει ότι τα νοικοκυριά με τις υψηλότερες κατά κεφαλήν εκπομπές συμβάλλουν δυσανάλογα στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Τα νοικοκυριά που ανήκουν στο πλουσιότερο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού ευθύνονται για ένα πολύ μεγάλο μέρος των εκπομπών που συνδέονται με την κατανάλωση.
Γι’ αυτό ο Μαρξ πιθανότατα θα έλεγε ότι δεν αρκεί να μιλάμε για τον Ανθρωπόκαινο.
Θα έπρεπε να μιλήσουμε και για τον «Κεφαλαιόκαινο»: όχι επειδή κάθε περιβαλλοντική καταστροφή άρχισε με τον καπιταλισμό, αλλά επειδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μετέτρεψε την εκμετάλλευση της φύσης σε παγκόσμιο, διαρκώς επεκτεινόμενο και συστηματικά οργανωμένο μηχανισμό.
Η φύση ως σχέση και όχι ως εμπόρευμα Για τον Μαρξ, ο άνθρωπος δεν βρίσκεται έξω από τη φύση.
Είναι μέρος της.
Η εργασία αποτελεί τη διαδικασία μέσα από την οποία οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ύλη και ενέργεια με το φυσικό τους περιβάλλον, το μετασχηματίζουν και ταυτόχρονα μετασχηματίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό.
Η φύση, επομένως, δεν είναι απλώς μια αποθήκη πρώτων υλών.
Είναι η υλική βάση της ανθρώπινης ζωής.
Ο αέρας, το νερό, το έδαφος, τα δάση, τα ορυκτά, τα ζώα και οι ενεργειακές ροές δεν είναι εξωτερικά αντικείμενα προς απεριόριστη κατανάλωση.
Αποτελούν όρους χωρίς τους οποίους καμία κοινωνία και καμία παραγωγή δεν μπορούν να υπάρξουν.
Το κεφαλαιοκρατικόσύστημα, όμως, αντιμετωπίζει τη φύση κυρίως ως φορέα εμπορεύσιμων πόρων.
Ένα δάσος αποκτά οικονομική αξία ως ξυλεία, οικοδομήσιμη γη, πίστωση άνθρακα ή επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο.
Ένας ποταμός αξιολογείται ως πηγή ενέργειας, νερού ή κέρδους.
Η γη μετατρέπεται σε ακίνητη περιουσία και η γενετική πληροφορία των ζωντανών οργανισμών σε αντικείμενο πατέντας. Ο Μαρξ θα παρατηρούσε ότι η φύση, μολονότι δεν παράγεται από το κεφάλαιο, υποτάσσεται όλο και περισσότερο στις μορφές του εμπορεύματος και της ιδιοκτησίας.
Ακόμη και οι προσπάθειες προστασίας της συχνά μετατρέπονται σε νέες αγορές, χρηματοπιστωτικά προϊόντα και πεδία κερδοφορίας.
Το μεταβολικό ρήγμα Ένα από τα πιο γόνιμα στοιχεία της μαρξικής σκέψης για τη σημερινή οικολογική κρίση είναι η ανάλυση της διαταραχής του κοινωνικού μεταβολισμού με τη φύση.
Μελετώντας τη γεωργία του 19ου αιώνα, ο Μαρξ παρατήρησε ότι η συγκέντρωση μεγάλων πληθυσμών στις πόλεις διέκοπτε την επιστροφή των θρεπτικών συστατικών στο έδαφος.
Τα προϊόντα της υπαίθρου μεταφέρονταν στα αστικά κέντρα, καταναλώνονταν εκεί και τα κατάλοιπά τους κατέληγαν ως απόβλητα, αντί να επιστρέφουν στη γη. Έτσι, η καπιταλιστική γεωργία υπονόμευε σταδιακά τη γονιμότητα του εδάφους πάνω στην οποία στηριζόταν.
Η μεταγενέστερη μαρξιστική οικολογική θεωρία ονόμασε αυτή τη διατάραξη «μεταβολικό ρήγμα». Ο ίδιος ο Μαρξ δεν χρησιμοποίησε τον νεότερο καθιερωμένο όρο ως ολοκληρωμένη θεωρητική κατηγορία, αλλά ανέλυσε τις υλικές διεργασίες στις οποίες αυτός αναφέρεται, τη διατάραξη της ανταλλαγής ύλης ανάμεσα στην ανθρώπινη κοινωνία και τη φύση, ιδιαίτερα μέσα από τον ανταγωνισμό πόλης και υπαίθρου.
Σήμερα, το μεταβολικό ρήγμα έχει αποκτήσει πλανητικές διαστάσεις.
Ο άνθρακας που ήταν αποθηκευμένος επί εκατομμύρια χρόνια στα ορυκτά καύσιμα απελευθερώνεται μέσα σε λίγες γενιές στην ατμόσφαιρα.
Το άζωτο και ο φώσφορος μετακινούνται σε τεράστιες ποσότητες μέσω της βιομηχανικής γεωργίας.
Τα δάση μετατρέπονται σε γεωργικές μονοκαλλιέργειες, η τροφή διανύει χιλιάδες χιλιόμετρα, ενώ τεράστιοι όγκοι πλαστικών και τοξικών υλικών συσσωρεύονται στα οικοσυστήματα. Ο Μαρξ πιθανότατα θα έβλεπε σε όλα αυτά όχι απλώς λανθασμένες τεχνικές επιλογές, αλλά το αποτέλεσμα ενός συστήματος στο οποίο κάθε επιχείρηση υποχρεώνεται να μειώνει το κόστος, να αυξάνει την παραγωγικότητα και να επεκτείνει τις πωλήσεις της, προκειμένου να επιβιώσει στον ανταγωνισμό.
Το πρόβλημα δεν είναι η ανθρώπινη τεχνολογία καθαυτή.
Είναι η κοινωνική εξουσία που καθορίζει ποια τεχνολογία αναπτύσσεται, για ποιον σκοπό, με ποιο κόστος και προς όφελος ποιων.
Η τυραννία της αέναης συσσώρευσης Ο Μαρξ θα έβλεπε την οικολογική κρίση ως κρίση του ίδιου του σκοπού της παραγωγής.
Σε μια καπιταλιστική οικονομία, η επιχείρηση δεν μπορεί να αρκεστεί στην παραγωγή μιας σταθερής ποσότητας χρήσιμων αγαθών.
Πρέπει να επανεπενδύει, να επεκτείνεται, να αυξάνει την παραγωγικότητα και να κατακτά νέες αγορές.
Το χρήμα επενδύεται για να επιστρέψει ως περισσότερο χρήμα.
Η συσσώρευση δεν αποτελεί απλώς προσωπική απληστία ορισμένων καπιταλιστών.
Είναι δομικός καταναγκασμός.
Ακόμη και ο «ηθικός» επιχειρηματίας βρίσκεται αντιμέτωπος με ανταγωνιστές που θα μειώσουν το κόστος, θα εντείνουν την εργασία ή θα μεταφέρουν τις περιβαλλοντικές συνέπειες στην κοινωνία.
Έτσι δημιουργείται μια θεμελιώδης αντίφαση: η οικονομία πρέπει να επεκτείνεται διαρκώς, ενώ ο υλικός κόσμος μέσα στον οποίο επεκτείνεται δεν είναι απεριόριστος. Ο Μαρξ δεν θα υποστήριζε αναγκαστικά ότι κάθε οικονομική ή τεχνολογική ανάπτυξη πρέπει να σταματήσει.
Θα διέκρινε, όμως, την ανάπτυξη των ανθρώπινων δυνατοτήτων από την τυφλή αύξηση της εμπορευματικής παραγωγής.
Άλλο είναι η βελτίωση της υγείας, της παιδείας, της κατοικίας, των δημόσιων μεταφορών και του ελεύθερου χρόνου και άλλο η διαρκής παραγωγή εμπορευμάτων περιορισμένης διάρκειας ζωής, τεχνητών αναγκών και προγραμματισμένης απαξίωσης.
Η ατομική ευθύνη και η κοινωνική δομή Ο Μαρξ πιθανότατα θα αντιμετώπιζε με δυσπιστία μια οικολογική πολιτική που περιορίζεται στις καταναλωτικές επιλογές του ατόμου.
Δεν θα θεωρούσε αδιάφορη την προσωπική συμπεριφορά.
Η εξοικονόμηση ενέργειας, η μείωση της σπατάλης, η επαναχρησιμοποίηση και η αλλαγή των διατροφικών ή μεταφορικών συνηθειών έχουν πραγματική σημασία.
Θα υποστήριζε όμως ότι οι άνθρωποι κάνουν τις επιλογές τους μέσα σε κοινωνικές υποδομές που δεν ελέγχουν πάντοτε οι ίδιοι.
Ένας εργαζόμενος που δεν διαθέτει αξιόπιστες δημόσιες συγκοινωνίες εξαρτάται από το αυτοκίνητο.
Μια οικογένεια με χαμηλό εισόδημα δεν έχει πάντοτε τη δυνατότητα να επιλέξει το ενεργειακά αποδοτικότερο σπίτι ή τα ακριβότερα προϊόντα.
Μια πόλη σχεδιασμένη γύρω από την εμπορευματική αξιοποίηση της γης επιβάλλει συγκεκριμένους τρόπους μετακίνησης και κατανάλωσης.
Η αποκλειστική έμφαση στο προσωπικό «ανθρακικό αποτύπωμα» μπορεί επομένως να μεταφέρει την ευθύνη από τα συστήματα παραγωγής, τις επιχειρήσεις και τις κυβερνητικές επιλογές στον μεμονωμένο καταναλωτή. Ο Μαρξ θα έλεγε ότι η ελευθερία επιλογής παραμένει περιορισμένη όσο οι βασικές αποφάσεις για την ενέργεια, τις μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και τη χωροταξία λαμβάνονται σύμφωνα με την ιδιωτική κερδοφορία.
Πράσινος καπιταλισμός ή οικολογικός μετασχηματισμός; Απέναντι στις πολιτικές της «πράσινης ανάπτυξης», ο Μαρξ πιθανότατα δεν θα απέρριπτε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ηλεκτροκίνηση, την ενεργειακή αποδοτικότητα ή τις νέες τεχνολογίες.
Δεν ήταν εχθρός της επιστήμης και της τεχνικής προόδου.
Θα ρωτούσε όμως ποιος κατέχει αυτές τις τεχνολογίες, ποιος αποφασίζει για την εφαρμογή τους και ποιος επωμίζεται το κόστος της μετάβασης.
Μια ενεργειακή μετάβαση μπορεί να μειώνει τη χρήση ορυκτών καυσίμων και συγχρόνως να αναπαράγει την εκμετάλλευση της εργασίας, τις άνισες ανταλλαγές, την καταστροφή τοπικών οικοσυστημάτων και την εξόρυξη πρώτων υλών από φτωχότερες περιοχές.
Ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο εξακολουθεί να απαιτεί ενέργεια, μέταλλα, οδικά δίκτυα και χώρο.
Μια «πράσινη» επένδυση μπορεί να προστατεύει το κλίμα σε ένα σημείο και να μεταφέρει το οικολογικό κόστος αλλού.
Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο αν η παραγωγή γίνεται περισσότερο πράσινη, αλλά αν μεταβάλλεται ο κοινωνικός σκοπός της.
Για τον Μαρξ, μια πραγματική οικολογική μετάβαση θα απαιτούσε δημοκρατικό και συλλογικό έλεγχο των βασικών παραγωγικών και ενεργειακών συστημάτων.
Θα απαιτούσε σχεδιασμό με βάση τις κοινωνικές ανάγκες, τα επιστημονικά δεδομένα και τα οικολογικά όρια και όχι αποκλειστικά με βάση την απόδοση των επενδύσεων.
Η ελευθερία ως συνειδητή ρύθμιση της σχέσης με τη φύση Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ συνέδεσε την πραγματική ελευθερία με τη δυνατότητα των συνεταιρισμένων παραγωγών να ρυθμίζουν συνειδητά και ορθολογικά την υλική ανταλλαγή τους με τη φύση, αντί να κυριαρχούνται από αυτήν ως από μια τυφλή δύναμη.
Αυτή η θέση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη επικαιρότητα.
Η αγορά παρουσιάζεται συχνά ως ο αποτελεσματικότερος μηχανισμός κατανομής πόρων.
Ωστόσο, μπορεί να αναγνωρίσει μια ανάγκη μόνο όταν αυτή εμφανίζεται ως αγοραστική δύναμη και μπορεί να αναγνωρίσει τη φύση μόνο όταν αυτή αποκτά τιμή.
Ένα δάσος που απορροφά άνθρακα, προστατεύει το έδαφος και φιλοξενεί χιλιάδες μορφές ζωής μπορεί να αποτιμάται οικονομικά λιγότερο από την ξυλεία ή την οικοδομήσιμη γη που θα προκύψει από την καταστροφή του.
Μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζεται κερδοφόρα επειδή το κόστος της ρύπανσης μεταφέρεται στην κοινωνία, στις επόμενες γενιές ή σε πληθυσμούς άλλων χωρών.
Ο κοινωνικός πλούτος εμφανίζεται έτσι ως ιδιωτικό κέρδος, ενώ η οικολογική ζημιά ως εξωτερικό κόστος. Ο Μαρξ θα υποστήριζε ότι η κοινωνία πρέπει να κατακτήσει τη δυνατότητα να αποφασίζει συνειδητά τι θα παράγει, σε ποιες ποσότητες, με ποιες πηγές ενέργειας, με ποια διάρκεια ζωής των προϊόντων και με ποια κατανομή της αναγκαίας εργασίας.
Η οικολογική κρίση ως ταξικό ζήτημα Η κλιματική αλλαγή δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο.
Οι φτωχότερες κοινωνίες και οι κοινωνικά ευάλωτες ομάδες διαθέτουν συνήθως λιγότερους πόρους για προσαρμογή, μολονότι έχουν συμβάλει λιγότερο στη δημιουργία του προβλήματος.
Περίπου 3,3 έως 3,6 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε συνθήκες υψηλής ευπάθειας απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Ο Μαρξ θα έβλεπε επομένως την οικολογική κρίση ως ταξική και διεθνή σύγκρουση γύρω από την κατανομή των κινδύνων, των πόρων και του κόστους της μετάβασης.
Ποιος πληρώνει για τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές και την ενεργειακή ακρίβεια; Ποιος χάνει την εργασία του όταν κλείνει μια ρυπογόνος βιομηχανία; Ποιος κερδίζει από τις νέες πράσινες επενδύσεις; Ποιοι πληθυσμοί εκτοπίζονται για την εξόρυξη λιθίου, κοβαλτίου και άλλων κρίσιμων υλικών; Μια οικολογική πολιτική που αγνοεί αυτά τα ερωτήματα κινδυνεύει να αποτύχει κοινωνικά και πολιτικά.
Η μετάβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εναντίον των εργαζομένων.
Χρειάζεται να συνδεθεί με σταθερή εργασία, κοινωνική προστασία, δημόσια αγαθά, μείωση των ανισοτήτων και δημοκρατική συμμετοχή.
Τι θα έλεγε τελικά ο Μαρξ; Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι θα έλεγε ένας στοχαστής του 19ου αιώνα για τα προβλήματα του 21ου.
Μπορούμε όμως, με βάση τη μέθοδο και τις βασικές κατηγορίες της σκέψης του, να διατυπώσουμε ορισμένες πιθανές απαντήσεις. Ο Μαρξ θα έλεγε ότι η οικολογική κρίση δεν προκλήθηκε από μια αφηρημένη και ομοιογενή ανθρωπότητα, αλλά από έναν συγκεκριμένο ιστορικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής.
Θα έλεγε ότι η φύση δεν βρίσκεται έξω από την κοινωνία και ότι η καταστροφή της είναι ταυτόχρονα καταστροφή των υλικών όρων της ανθρώπινης ύπαρξης.
Θα υποστήριζε ότι ένα σύστημα το οποίο πρέπει να επεκτείνεται διαρκώς δεν μπορεί εύκολα να συμφιλιωθεί με τα οικολογικά όρια του πλανήτη.
Θα προειδοποιούσε ότι οι τεχνολογικές λύσεις, όσο αναγκαίες και αν είναι, δεν αρκούν όταν παραμένουν αμετάβλητες οι σχέσεις ιδιοκτησίας, εξουσίας και παραγωγής.
Θα επέμενε ότι η οικολογική μετάβαση πρέπει να είναι συγχρόνως κοινωνική, δημοκρατική και ταξική: να μειώνει τις εκπομπές και την υλική σπατάλη, αλλά και να βελτιώνει τη ζωή των εργαζομένων και των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων.
Κυρίως, θα μας καλούσε να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τις οικονομικές δυνάμεις που δημιουργήσαμε ως φυσικούς νόμους απέναντι στους οποίους είμαστε ανίσχυροι.
Το πραγματικό δίλημμα του Ανθρωπόκαινου δεν είναι αν η ανθρωπότητα θα επηρεάζει τη φύση.
Κάθε κοινωνία μετασχηματίζει το φυσικό της περιβάλλον.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν αυτός ο μετασχηματισμός θα συνεχίσει να πραγματοποιείται τυφλά, κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού και της συσσώρευσης, ή αν θα τεθεί υπό τον συνειδητό, δημοκρατικό και συλλογικό έλεγχο της κοινωνίας.
Αν ζούσε σήμερα, ο Μαρξ ίσως να μην έλεγε απλώς ότι πρέπει να σώσουμε τον πλανήτη.
Ο πλανήτης, με κάποια μορφή, θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς εμάς.
Θα έλεγε ότι πρέπει να αλλάξουμε τις κοινωνικές σχέσεις που καταστρέφουν τις προϋποθέσεις μιας ελεύθερης, αξιοπρεπούς και βιώσιμης ανθρώπινης ζωής.
Και πιθανότατα θα κατέληγε ότι η οικολογική χειραφέτηση δεν είναι ένα επιμέρους συμπλήρωμα της κοινωνικής χειραφέτησης. Είναι πλέον μία από τις αναγκαίες μορφές της.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους