Το κινητό άρχισε να τρέμει πάνω στο γραφείο την ώρα που η Ειρήνη Ανδρέου εξηγούσε σε ένα νεαρό ζευγάρι τους όρους του δανείου. Στην οθόνη φάνηκε η ένδειξη: «Σπίτι». Ζήτησε συγγνώμη με ένα βλέμμα και...
Το κινητό άρχισε να τρέμει πάνω στο γραφείο την ώρα που η Ειρήνη Ανδρέου εξηγούσε σε ένα νεαρό ζευγάρι τους όρους του δανείου.
Στην οθόνη φάνηκε η ένδειξη: «Σπίτι». Ζήτησε συγγνώμη με ένα βλέμμα και απομακρύνθηκε προς το παράθυρο. — Άκουσέ με καλά, — ακούστηκε η φωνή του Ανδρέα Σιδέρη, τόσο ξένη που για μια στιγμή δεν την αναγνώρισε. — Ο παππούς Ιωάννης Παναγιωτίδης πέθανε.
Μου άφησε κληρονομιά.
Μόλις έγινα κληρονόμος πέντε εκατομμυρίων ευρώ.
Μάζεψε τα πράγματά σου.
Ως το βράδυ να έχεις φύγει από το διαμέρισμα. Η Ειρήνη έσφιξε το τηλέφωνο στο χέρι της. — Τι είναι αυτά που λες; — Λέω ότι δεν είσαι πια γυναίκα μου.
Κατέθεσα αίτηση διαζυγίου πριν από δύο ώρες.
Δεν ταιριάζεις στο επίπεδό μου πλέον.
Το κατάλαβες; — Ανδρέα, είμαστε είκοσι χρόνια μαζί… — Ακριβώς.
Είκοσι χρόνια με τραβούσες προς τα κάτω με τη δήθεν σωφροσύνη σου. Τελείωσε.
Από σήμερα είμαι ελεύθερος.
Η γραμμή έκλεισε. Η Ειρήνη έμεινε ακίνητη, κοιτάζοντας την γκρίζα αυλή κάτω από το παράθυρο.
Ύστερα επέστρεψε στο ζευγάρι.
Χαμογέλασε μηχανικά, ολοκλήρωσε τα χαρτιά, υπέγραψε όπου έπρεπε.
Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν μόνο όταν βγήκε από την τράπεζα. Ο Ανδρέας τη βρήκε στο σπίτι όρθιος στη μέση του σαλονιού, φορώντας καινούριο παλτό.
Στον καρπό του λαμποκοπούσε ένα ρολόι που το πρωί δεν υπήρχε.
Ακόμη και η στάση του σώματός του είχε αλλάξει· ώμοι ανοιχτοί, πηγούνι σηκωμένο, σαν να είχε ψηλώσει μέσα σε λίγες ώρες. — Γιατί γύρισες; Δεν σου είπα να μαζέψεις τα πράγματά σου; Η Ειρήνη άφησε την τσάντα της στο πάτωμα. — Από πού βρήκες χρήματα για όλα αυτά; — Η τράπεζα μού έδωσε προκαταβολή με εγγύηση την κληρονομιά.
Τώρα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω.
Πέταξε έναν φάκελο πάνω στο τραπέζι.
Τα φύλλα σκορπίστηκαν. — Εδώ είναι η διανομή της περιουσίας.
Θα υπογράψεις τώρα.
Θα σου φτάσουν για ένα δωμάτιο κάπου.
Δεν θα πεθάνεις κιόλας. Η Ειρήνη πήρε το πρώτο χαρτί.
Το διαμέρισμα περνούσε σε εκείνον.
Οι αποταμιεύσεις, υποτίθεται, μοιράζονταν, όμως το δικό της μερίδιο ήταν γελοίο.
Λιγότερο απ’ όσα είχε βάλει στο τελευταίο του μαγαζί, που είχε κλείσει μέσα σε έναν μήνα. — Σε έβγαζα κάθε φορά από τον βούρκο. — Κανείς δεν στο ζήτησε.
Μόνη σου χωνόσουν με τις συμβουλές και τους λογαριασμούς σου.
Ξέρεις τι έλεγαν οι φίλοι μου; Ότι έχω για γυναίκα έναν λογιστή. Βαρετή.
Άχρωμη. — Δούλευα για να σταθούμε στα πόδια μας. — Εκεί είναι το πρόβλημα. Επιβιώναμε.
Ενώ έπρεπε να ζούμε.
Αλλά εσύ δεν ξέρεις να ζεις.
Ξέρεις μόνο να μετράς τα λεπτά και να χαλάς τη διάθεση. Ο Ανδρέας πλησίασε την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. — Φύγε.
Χρειάζομαι άλλη γυναίκα. Όμορφη. Ενδιαφέρουσα.
Μια γυναίκα που δεν θα με κάνει να ντρέπομαι. Η Ειρήνη πήρε τη βαλίτσα που είχε ετοιμάσει από πριν, σαν να είχε προαισθανθεί το τέλος.
Πέρασε δίπλα του.
Στο κατώφλι γύρισε και τον κοίταξε. — Κι αν τελικά δεν υπάρξουν αυτά τα χρήματα; — Θα υπάρξουν.
Πέντε εκατομμύρια ευρώ, ανόητη.
Αυτά δεν τελειώνουν ποτέ. Βγήκε.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της με έναν ξερό, οριστικό ήχο.
Η αδελφή της, η Αλεξάνδρα Σιδέρη, άνοιξε την πόρτα, είδε τη βαλίτσα και χωρίς να ρωτήσει την τράβηξε μέσα.
Την κάθισε στον καναπέ και της έφερε νερό. — Σε πέταξε έξω; — Ναι.
Λέει πως κληρονόμησε περιουσία από τον παππού του.
Και πως εγώ δεν του κάνω πια. Η Αλεξάνδρα άναψε τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό προς το μισάνοιχτο παράθυρο. — Και ... (συνέχεια στο LINK στα σχόλια 👇)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους