[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μην ανοίξεις το στόμα σου, Μαρία», μου ψιθύρισε η μάνα μου εκείνο το βράδυ, με το πρόσωπο άσπρο σαν τοίχο, ενώ ο πατέρας μου χτυπούσε το τραπέζι της κουζίνας και το ποτήρι με το ούζο είχε πέσει κάτω...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μην ανοίξεις το στόμα σου, Μαρία», μου ψιθύρισε η μάνα μου εκείνο το βράδυ, με το πρόσωπο άσπρο σαν τοίχο, ενώ ο πατέρας μου χτυπούσε το τραπέζι της κουζίνας και το ποτήρι με το ούζο είχε πέσει κάτω και έτρεχε στο πάτωμα.

Ήμουν δέκα χρονών και θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά.

Ούζο, τσιγάρο, ιδρώτας και φόβος.

Αυτή ήταν η παιδική μου ηλικία.

Ο πατέρας μου, ο Στέλιος, δεν ήταν πάντα μεθυσμένος.

Αυτό ήταν το χειρότερο.

Υπήρχαν κάτι λίγες μέρες που γελούσε, έφερνε τυρόπιτες από τον φούρνο, μου χάιδευε το κεφάλι και έλεγα μέσα μου «ίσως τώρα αλλάξει». Και μετά ερχόταν το βράδυ.

Ένα μπουκάλι, δύο, μετά οι φωνές.

Στη μάνα μου κυρίως. Στην Ελένη. «Εσύ φταις για όλα», της έλεγε.

Κι εκείνη μάζευε τα πιάτα με χέρια που έτρεμαν λες και αν έκανε λιγότερο θόρυβο, θα γλιτώναμε.

Τη μισούσα τότε.

Ναι, τη μάνα μου μισούσα, όχι εκείνον.

Γιατί παιδί ήμουν και δεν καταλάβαινα.

Τη θεωρούσα αδύναμη.

Της έλεγα πράγματα που ακόμα με πονάνε. «Γιατί δεν φεύγεις; Γιατί κάθεσαι;» Κι εκείνη με κοιτούσε σαν να ήθελε να μιλήσει αλλά δεν έβγαινε φωνή.

Μόνο μια φορά μου είπε: «Δεν είναι τόσο απλό, κορίτσι μου.» Εγώ τότε θύμωσα περισσότερο.

Τι πάει να πει δεν είναι απλό; Μόλις τελείωσα τη σχολή, έφυγα για Αθήνα.

Με μια βαλίτσα, 430 ευρώ στην άκρη και μια υπόσχεση στον εαυτό μου: δεν θα γίνω ποτέ σαν τη μάνα μου.

Έπιασα δουλειά σε ένα γραφείο στο Μαρούσι, έμενα σε ένα μικρό διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο και για πρώτη φορά κοιμόμουν χωρίς να ακούω φωνές πίσω από τον τοίχο.

Ή έτσι νόμιζα. Τον Κώστα τον γνώρισα σε μια έξοδο με συναδέλφους στο Παγκράτι.

Ήταν γοητευτικός, προσεκτικός, από αυτούς τους άντρες που σε κοιτάνε λες και είσαι η μόνη στο δωμάτιο.

Μου έστελνε να δω αν έφτασα σπίτι, μου έφερνε καφέ στη δουλειά, μου έλεγε «με σένα νιώθω ήρεμος». Μετά από όσα είχα ζήσει, αυτό μου φάνηκε ασφάλεια.

Τα πρώτα σημάδια τα είδα, αλλά τα κατάπια.

Όταν θύμωνε αν αργούσα να απαντήσω.

Όταν μου έλεγε «αυτή η φίλη σου δεν μου αρέσει». Όταν έκανε μούτρα επειδή ήθελα να πάω μόνη μου να δω τη μάνα μου.

Έλεγα πως ζηλεύει επειδή νοιάζεται.

Πόσο εύκολα κοροϊδεύει κανείς τον εαυτό του… Μια νύχτα γύρισα αργά από τη δουλειά.

Είχαμε κλείσιμο μήνα, είχα ενημερώσει, το ήξερε.

Μπήκα σπίτι και τον βρήκα καθισμένο στο σκοτάδι. «Τώρα ήρθες;» «Σου είπα, Κώστα, είχα δουλειά.» «Με ποιον ήσουν;» Γέλασα από νεύρα.

Λάθος μου.

Σηκώθηκε απότομα.

Πέταξε το κινητό μου στον τοίχο.

Έκανε κομμάτια.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς.

Άκουγα μόνο την ανάσα του.

Και τότε ένιωσα αυτό το παλιό, γνώριμο πάγωμα στο σώμα.

Δεν ήμουν πια τριάντα χρονών στην Αθήνα.

Ήμουν πάλι το παιδί στην κουζίνα.

Την πρώτη φορά που με έσπρωξε, μου ζήτησε συγγνώμη κλαίγοντας. «Δεν είμαι σαν τον πατέρα σου», μου είπε.

Δεν του είχα καν μιλήσει τόσο πολύ για τον πατέρα μου.

Κι όμως το ήξερε.

Το είχε καταλάβει.

Ήξερε ακριβώς πού να πατήσει. Έμεινα.

Για μήνες.

Από ντροπή, από φόβο, από εκείνη τη διαλυμένη ελπίδα ότι αν προσπαθήσω λίγο ακόμα, θα ηρεμήσουν τα πράγματα.

Έλεγα ψέματα στη δουλειά για τις μελανιές.

Στη μάνα μου μιλούσα ξερά, για να μην καταλάβει.

Δεν άντεχα να της μοιάζω.

Και τελικά της έμοιαζα πιο πολύ απ’ όσο είχα φανταστεί. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences