ΑΡΒΑΝΙΤΙΑΣ ΠΟΡΕΙΑ (Ένα ταπεινό αφιέρωμα στους Ζαλουφιώτες προγόνους μου) Σκοταδιασμένες εποχές, μεσαίωνα τα χρόνια, Αρβανιτιά, πώς έζησες μέσα στην καταχθόνια, Χτιστάδες εγεννήθηκαν, περήφανοι...
ΑΡΒΑΝΙΤΙΑΣ ΠΟΡΕΙΑ (Ένα ταπεινό αφιέρωμα στους Ζαλουφιώτες προγόνους μου) Σκοταδιασμένες εποχές, μεσαίωνα τα χρόνια, Αρβανιτιά, πώς έζησες μέσα στην καταχθόνια, Χτιστάδες εγεννήθηκαν, περήφανοι μαστόροι, Τις πέτρες πελεκούσανε στους κάμπους και στα όρη, Η φήμη σας ξεπέρασε της Κορυτσάς τα μέρη, Κι ο Τούρκος εβουλήθηκε στη Θράκη να σας φέρει, Βδομάδες επεράσανε με κόπο για να ρθείτε, Τον μουσικό Ορφέα μας γλυκά ν' αφουγκραστείτε, Τη λύρα που σας έπαιζε να σας ευχαριστήσει, Πριν να ριχτείτε στη δουλειά, το χέρι σας να χτίσει, Πασά μου, το κουμάντο σου, τον μπούσουλα μην χάσεις, Μες στην Αδριανούπολη τζαμί τρανό να φτιάξεις, Κι η πέτρα, η πελεκητή, σ' Αρβανιτών τα χέρια, Τα θαύματα 'ναι πάμπολλα, τζαμιά φτάνουν στ' αστέρια, Στον ήλιο λάμπουν κτίσματα, γυαλίζουν στο φεγγάρι, Και η Τουρκιά περήφανη και με περίσσια χάρη, Δεκάδες χρόνια πέρασαν μες στην Τουρκοκρατία, Και ο ραγιάς μαράζωνε μέσα στην αδικία, Το λίγο χώμα που 'δωσε ο πολυχρονεμένος, Ποτέ του δε μετάνιωσε, δε βγήκε αυτός χαμένος, Αγρούς καλούς εφτιάξατε, να βγάζουνε χρυσάφι, Με τη σκληρή σας τη δουλειά, τους κόπους και τα πάθη, Και τα χωριά σας χτίσατε με σπίτια και καλύβια, Γεμίσατε τους στάβλους σας με πρόβατα και γίδια, Με το Ζαλούφι γίνατε πασίγνωστοι στον κόσμο, Μεγάλο τ' ονομάσατε μοσχοβολούσε δυόσμο, Άρωμα στέλνει δυνατό, στη Θράκη το σκορπίζει, Το κάθε δέντρο του μπαξέ πανέμορφα ανθίζει, Των λουλουδιών οι μυρωδιές ανθρώπους τούς μεθάνε, Στους δρόμους σου, Ζαλούφι μου, αργά που περπατάνε, Πώς ήρθε η καταστροφή, φτάνει το Είκοσι Δύο, Αρβανιτιά, σε κύκλωσαν σαν ψάρι σ' ενυδρείο, Την τύχη σου την έριξαν στα ζάρια της Λωζάνης, Ξεριζωμός σού έμελλε, φτερά στα πόδια βάνεις, Βόδια, αραμπάδες κίνησαν και πήρατε τις στράτες, Δάκρυα στα μάτια των βοδιών, στα πόδια τους αντάρτες, Στο χώμα ρόδες μπαίνουνε, βουλιάζουνε στη λάσπη, Να σταματήσουν θέλουνε, ξεριζωμός να πάψει, «Το σπίτι μας πού αφήνουμε!», φωνάζει η κόρη, πίσω; «Μάνα μου, Αρβανίτισσα, στον κήπο να γυρίσω, Πατέρα, τράβα τα σχοινιά τα βόδια να σταθούνε, Του Ζαλουφιού μας οι σκεπές, αχ, πάνε να χαθούνε!» Χαντζάρι Τούρκου γυάλισε ανάμεσα στους θάμνους, Πολλά τα όπλα, σ'κώθηκαν, σ' Ανατολής τους κάμπους, «Και την γλυκιά καμπάνα μας, τις άγιες τις εικόνες, Παιδί μου, πώς ν' αφήσουμε στην εκκλησιά μας μόνες;» Μπροστά τους, πέρα, απλώνεται Θράκης πλατύ ποτάμι, Κι η Αρβανιτιά να κρέμεται στου Έβρου το καλάμι, Λαλιά πουλιού πώς σταματά, ο κόμπος πώς το πνίγει, Να κελαηδήσει θέλησε, το στόμα δεν ανοίγει, Σταμάτησε κι ο ερωδιός να κυνηγάει ψάρια, Τη βάρκα να προσέχετε, της προσφυγιάς χαμπάρια, Κυπρίνοι και λυκόψαρα στις πλάτες να βαστάτε, Τους Αρβανίτες Ζαλουφιού απέναντι να πάτε, Και παίρνει η βάρκα αραμπά, ψυχές πάνω στην πλάτη, Δεν είν' οι ώρες εύκολες, δεν έχουνε ραχάτι, Η βάρκα γέρνει από δω, λυγίζει απ' την άλλη, Της προσφυγιάς ο στεναγμός είναι μεγάλη ζάλη, Η όχθη η απέναντι να τους καλωσορίζει, Ζαλούφι πάει, χάθηκε, η μοίρα το ορίζει, «Για λίγο θα 'ναι που 'μεινε στους κήπους η καρδιά μας, Θα πάμε πάλι γρήγορα πίσω στα σπιτικά μας!» Αρβανιτιά μου, δύσκολα Ζαλούφι βλέπεις πάλι, Για όλα αυτά ευθύνεται των υπευθύνων χάλι, Μπροστά μου βλέπω το στρατί, της προσφυγιάς τον πόνο, Οι ρόδες που γρυλίζουνε, τον Αρβανίτη μόνο, Σε δέντρο κάτω κάθεται, τη μοίρα του να κλαίει, Δεν θέλει του ξεριζωμού αέρα ν' αναπνέει, Οι θάμνοι κλαίνε, κλαίν' δεντριά, τα φύλλα στάζουν δάκρυ, Της προσφυγιάς προβλήματα, και που να βρούνε άκρη; Αγκάθια Θράκης γίνηκαν, στρώμα να κοιμηθούνε, Τα βάσανα και τους διωγμούς οι πρόσφυγες να πούνε, Και το κεντρί τους το στυγνό μετέτρεψαν σε χάδι, Στου διψασμένου πορευτή φρέσκου νερού πηγάδι, Ένδοξε τόπε, πρόσφερε για μια φορά ακόμα, Στον κόσμο τον ταλαίπωρο το άγιό σου χώμα, «Το αίμα τους που χύσανε στις φλέβες μου οι προγόνοι, Στα δέντρα αυτά μεγάλωσα, αυτοί 'ναι και οι κλώνοι!» Κι οι Αρβανίτες άρχισαν, τα σπιτικά τους στήνουν, Και παίρνουν την απόφαση, Ζαλούφι πίσω αφήνουν, Ωσάν πουλιά Ανατολής να χτίσουν τις φωλιές τους, Και σφίγγουν πάλι τις καρδιές, ενώνουν τις φωνές τους, Σταθείτε, βόδια, στο πλευρό, στον Αρβανίτη πλάι, Να οργώσει τα χωράφια του, ξανά ψωμί να φάει, Χειμώνιο, Πατρίδα μου, στον κάμπο σε φυτρώσαν, Οι μόχθοι των προγόνων μου περήφανα σε ορθώσαν, Στάμπες αφήνουνε στη γη, τα πόδια στα τσαρούχια, Και τα κειμήλια καλά φυλάνε στα σεντούκια, «Μάνα», φωνάζει το παιδί, «πότε θα πάμε πίσω, Στο όμορφο σπιτάκι μας να ζήσω, να ανθίσω; Στη δάφνη δίπλα, της αυλής, στεφάνια για να πλέξω, Και πώς εγώ να αφεθώ, ξεριζωμό ν' αντέξω; Πες μου, τα τριαντάφυλλα της όμορφης αυλής μας, Δεν αγκυλώσαν τον εχθρό της άτυχης φυλής μας; Και πώς τ' αγκάθια Ζαλουφιού δεν κάνανε προσπάθεια, Στο άμοιρο το σόι μας δεν δείξανε συμπάθεια; Πώς το γατάκι που άφησα κρυμμένο σ' αχυρώνα, Θα υπομείνει σίφουνες, του αιώνα κυκεώνα; Για να μου πεις για την καρδιά που κόπηκε στα δυο, Σε ταραγμένη θάλασσα, ανήμπορο το πλοίο! Που μένει αβοήθητο, που κάνει να σκαλώσει, Χέρι καρδιάς να γαντζωθεί που κάποιος θα τ' απλώσει, Τι κάνει η κουκουβάγια μας στου Ζαλουφιού τη στέγη, Τώρα που φύγαμε εμείς τα ίδια λόγια λέγει; Ή βγάζει κλάμα δυνατό μόλις θα ρθει βραδάκι, Μες στο βαθύ το σκότος του παρέα κάνουν δράκοι; Και σαν περάσει η κόλαση, πρωί σαν θα ροδίσει, Βρίσκεται αηδόνι δυνατό το στόμα του ν' ανοίξει; Να πει της «Δάφνως» το σκοπό, γλυκά να το λαλήσει, Να υμνεί την Αρβανίτισσα και ο μπαξές ν' ανθίσει;» «Η προσφυγιά, παιδάκι μου, ραγίζει την καρδιά μου, Πάρε μαχαίρι για να μπεις βαθιά στα σωθικά μου, Να σε ζεστάνω μέσα μου, αγάπη να σου δώσω, Να σου χαρίσω την ψυχή, στον δρόμο σου ν' απλώσω, Μωρό μου, σώπα, κι άλλαξε, τα λόγια σου με σκιάζουν, Πληγώνουνε το σώμα μου, το νου μου τον τρομάζουν, Στεφάνια ας τα πλέξουνε της δάφνης μας τα φύλλα, Σ' αυτούς που μας προδώσανε, χάρισμα στη σαπίλα, Κι η γάτα, η εφτάψυχη, θ' ανάψει το καντήλι, Το φως απ' το Ζαλούφι μας ψυχή σε μας θα στείλει!» Με δύναμη τινάχτηκαν της Θράκης τα νταμάρια Να βγάλουνε γλυκό νερό, και χτίσατε τ' αμπάρια, Τη στάμνα να γεμίσετε και στα χωράφια στάρι, Τα ζώα να ποτίσετε, παιδί ψωμί να πάρει, Πλατεία, δρόμοι και γωνιές μες στις φωνές πνιγήκαν, Σχολείο, βρύση κι εκκλησιά Αρβανιτών στηθήκαν, Του Ζαλουφιού, του Πρόδρομου του Βαφτιστή Ιωάννη, Εικόνα μέσα στο ιερό προσφυγοπούλα βάνει, Με όλα αυτά που πέρασαν δεν χάνουνε την πίστη, Πάντα ελπίζει ο άνθρωπος σε κάτι ν' ακουμπήσει, Κι αν αποκούμπι είν' αυτό που θα τον βοηθήσει, Ν' αντλήσει τις ελπίδες του μες στη ζωή να ελπίσει, Και στο σχολειό οι δάσκαλοι τα γράμματα μαθαίνουν, Στα δόλια Αρβανιτόπουλα με άνθη δρόμο ραίνουν, Θύμωσε ο Έβρος ποταμός και τις πλημμύρες φέρνει, Του Αρβανίτη η κεφαλή απελπισμένα γέρνει, Χριστούγεννα του είκοσι οχτώ γεννιόταν ο Χριστός σας, Και τα νερά σάς άρπαξαν ολάκερο το βιος σας, Δύσκολα χρόνια προσφυγιάς, κι ο κάμπος πλημμυρίζει, Και παίρνει ο Έβρος τα σπαρτά κι ό,τι ο Αρβανίτης χτίζει, Γελάδες, βόδια, πρόβατα και κάρα φορτωμένα, Στις λάσπες και στα χώματα στο βούρκο 'ναι χωμένα, Βασανισμένη Αρβανιτιά τις ρίζες ξεριζώνεις, Φτερούγες άνοιξες ξανά, για άλλον τόπο απλώνεις, Για λόφους και υψώματα, κοντύτερα στ' αστέρια, Να σας φυλάει ο Θεός απ' τη σκληρή μιζέρια, Και χτίσατε τον τόπο μου, το Νέο το Χειμώνιο, Να γίνει η Πατρίδα μου για να του πλέκω εγκώμιο, Σκορπίσατε στη Θράκη μας σαν σε κοπάδια κάργιες, Φτερά στους ώμους βγάλατε με τις καρδιές σας μαύρες, Τ' αδέρφια, οι Αρβανίτες μας, χωριά και άλλα στήνουν, Το ξακουστό Ζαλούφι τους για πάντα πίσω αφήνουν, Ρήγιο, με σπίτια πέτρινα, την όμορφη τη βρύση, Θα έρχομαι στον κόρφο σου μέχρι η ζωή μου σβήσει, Στου Σάκκου την πανήγυρη στης Παναγιάς τη χάρη, Σε αρβανίτικο χορό θα γίνω παλικάρι, Κι αν πάω πάλι πιο μακριά, πιο πέρα από τη Θράκη, Προσμένει αρβανίτικο του Ζαλουφιού το τζάκι! Τάσος Δαλακίδης (Φωτογραφίες: Δυο φίλες Ζαλουφιώτισσες, Αρραβωνιασμένο ζευγάρι Ζαλουφιωτών, Το Μεγάλο Ζαλούφι σήμερα)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους