— Στο διαζύγιο θα σου αφήσω κάτι, δεν είμαι και κανένα τέρας, — δήλωσε ο σύζυγος, ευχαριστημένος με το θάρρος του. Το πρωινό άρχισε ήσυχα, όπως και εκατοντάδες άλλα πρωινά πριν από αυτό. Η Έλενα...
— Στο διαζύγιο θα σου αφήσω κάτι, δεν είμαι και κανένα τέρας, — δήλωσε ο σύζυγος, ευχαριστημένος με το θάρρος του.
Το πρωινό άρχισε ήσυχα, όπως και εκατοντάδες άλλα πρωινά πριν από αυτό. Η Έλενα έκοβε ψωμί, η κουζίνα μύριζε καφέ και στο περβάζι του παραθύρου βρισκόταν ένα πιάτο με τυρί κότατζ. Ο Κιρίλ καθόταν απέναντί της, στριφογύριζε το τηλέφωνο στα χέρια του και, για κάποιον λόγο, σιωπούσε υπερβολικά πολλή ώρα. — Σήμερα φαίνεσαι κάπως αγχωμένος, — είπε εκείνη απαλά. — Δεν κοιμήθηκες πάλι καλά; — Όχι. — Κοιμήθηκα καλά, — απάντησε και άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι. — Λένα, πρέπει να μιλήσουμε. — Σαν ενήλικες. — Εντάξει. — Σε ακούω, — είπε, σκούπισε τα χέρια της με την πετσέτα και κάθισε. — Μόνο μη κάνεις αυτή τη γκριμάτσα, σαν να πρόκειται να θάψεις κάποιον. — Θέλω να χωρίσουμε, — ανακοίνωσε εκείνος. — Τελείωσε, τελεία και παύλα. — Τα έχω ήδη αποφασίσει όλα. — Το αποφάσισα εδώ και καιρό, απλώς δεν ήξερα πώς να σου το πω. Η Έλενα δεν φώναξε.
Απλώς ακούμπησε το φλιτζάνι στο τραπέζι λίγο πιο προσεκτικά από το συνηθισμένο, σαν να μπορούσε να ραγίσει από έναν απότομο ήχο. — Να χωρίσουμε, — επανέλαβε. — Καταλαβαίνεις ότι μου το λες αυτό την ώρα του πρωινού; — Ανάμεσα σε ένα σάντουιτς και στον καφέ; — Και πότε έπρεπε να το πω, με πυροτεχνήματα; — ειρωνεύτηκε εκείνος. — Λένα, μη δημιουργείς δράμα. — Και οι δυο καταλαβαίνουμε ότι εδώ και πολύ καιρό ζούμε σαν συγκάτοικοι. — Εγώ δεν το καταλάβαινα, — είπε εκείνη σιγανά. — Μάλλον κάτι δεν πρόσεξα. — Η Όλια έκλαιγε τα βράδια κι εγώ νόμιζα ότι έφταιγαν τα δόντια της ή το νηπιαγωγείο. — Δηλαδή, ούτε αυτό το πρόσεξα; — Τι σχέση έχει η κόρη μας; — είπε εκείνος συνοφρυωμένος. — Με την Όλια όλα θα πάνε καλά. — Είμαι ο πατέρας της, δεν την εγκαταλείπω.
Εκείνη τον κοίταζε για πολλή ώρα, πάρα πολλή ώρα, ενώ κάτι μέσα στο στήθος της κατέβαινε αργά προς τα κάτω, σαν ασανσέρ χωρίς φως. — Έχεις κάποια άλλη; — ρώτησε ψύχραιμα. — Πες μου την αλήθεια, θα το αντέξω. — Έχω αντέξει πολλά. — Δεν έχω καμία, — απάντησε σχεδόν προσβεβλημένος. — Γιατί εσείς οι γυναίκες πιάνεστε αμέσως από αυτό; — Ίσως κάποιος να είναι απλώς κουρασμένος. — Ίσως κατάλαβα ότι τότε, στον γάμο μας, βιάστηκα. — Συμβαίνουν αυτά, το φαντάζεσαι; — Βιάστηκες, — είπε εκείνη και έγνεψε, σαν να σημείωνε κάτι σε ένα τετράδιο. — Βιαζόσουν για επτά χρόνια. — Λένα, μη αρχίζεις τώρα, — είπε εκείνος ανοίγοντας τα χέρια. — Εγώ προσπαθώ να το χειριστώ ανθρώπινα. — Άκου, δεν σε πετάω και στον δρόμο. — Στο διαζύγιο θα σου αφήσω κάτι, δεν είμαι και κανένα τέρας.
Το είπε με ύφος ανθρώπου που μόλις της είχε χαρίσει ολόκληρο τον κόσμο.
Σαν να μην κρύβονταν πίσω από αυτή τη φράση τα κοινά τους χρόνια, αλλά η απίστευτη και εκτυφλωτική του ευγένεια. — «Κάτι», — επανέλαβε εκείνη. — Ευχαριστώ. — Πολύ γενναιόδωρο. — Να, βλέπεις, άρχισες ήδη τις ειρωνείες, — είπε εκείνος και σηκώθηκε. — Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει φυσιολογικά μαζί σου. — Εγώ σου μιλάω με το καλό κι εσύ τσιμπάς σαν σκαντζόχοιρος. — Κιρίλ, — είπε εκείνη και σηκώθηκε επίσης, κρατώντας την πλάτη της καρέκλας, — τουλάχιστον ας το σκεφτούμε λίγο. — Μία ή δύο μέρες. — Είναι οικογένεια. — Υπάρχει ένα παιδί. — Δεν σου ζητώ αγάπη, σου ζητώ μόνο να το σκεφτείς. — Το σκέφτηκα, — την έκοψε εκείνος. — Αρκετά με τη σκέψη. — Κουράστηκα να σκέφτομαι.
Και έφυγε για το δωμάτιο, αφήνοντάς την μόνη με δύο φλιτζάνια καφέ, από τα οποία δεν ήθελε πλέον να πιει ούτε εκείνη ούτε εκείνος.
Μέχρι το μεσημέρι, η Έλενα ετοίμασε μια τσάντα.
Όχι ακόμη τα πράγματά της, μόνο την τσάντα, το μυαλό και τις σκέψεις της. Η Όλια βρισκόταν από την προηγούμενη μέρα στη γιαγιά της.
Η μητέρα του Κιρίλ, η Ταμάρα Σεργκέγεβνα, μετά τον θάνατο του συζύγου της είχε δεθεί τόσο πολύ με την εγγονή της, που σχεδόν έκλαιγε κάθε φορά που την άφηνε να επιστρέψει στο σπίτι. Η Έλενα δεν της είπε τίποτα.
Δεν είχε συνηθίσει να παραπονιέται, και ακόμη λιγότερο να αποκαλύπτει τον πόνο της σε έναν άνθρωπο που, στην ουσία, της ήταν ξένος. — Θα την πάρεις για πολύ; — είχε ρωτήσει τότε η πεθερά της, συνοδεύοντάς την ως την πόρτα. — Θα δούμε πώς θα πάνε τα πράγματα, — χαμογέλασε ηΈλενα. — Να προσέχετε την Όλια, έβηχε λίγο. — Φυσικά και θα την προσέχω, μην ανησυχείς, — είπε εκείνη κουνώντας το κεφάλι. — Αλλά κι εσύ είσαι πολύ χλωμή. — Συνέβη κάτι; — Όλα είναι καλά, — είπε ψέματα η Έλενα με την ευκολία που μόνο οι πολύ κουρασμένοι άνθρωποι διαθέτουν. — Αλήθεια, όλα είναι καλά.
Τώρα πήρε την κόρη της και πήγε στη Σβέτα. Η Σβετλάνα ζούσε στην άλλη άκρη της πόλης, σε ένα παλιό διαμέρισμα που μύριζε βαλεριάνα και σκύλο.
Ο σκύλος λεγόταν Μπούμπλικ.
Ήταν ένας πανάρχαιος σκύλος που η Σβέτα είχε ήδη από τότε που πήγαινε στην πρώτη δημοτικού.
Τώρα ήταν σχεδόν τυφλός και το τρίχωμά του έπεφτε σε τούφες, αλλά η ουρά του εξακολουθούσε να χτυπά το πάτωμα μόλις άνοιγε η πόρτα. — Α, εμφανίστηκες επιτέλους, εξαφανισμένη! — φώναξε η Σβέτα από τον διάδρομο. — Μπούμπλικ, κοίτα ποια ήρθε! — Αν και καλύτερα να μην κοιτάξεις, είσαι ο τυφλός φιλόσοφός μας. — Μύρισε καλύτερα. — Γεια, — είπε η Έλενα, αγκάλιασε τη φίλη της και δεν την άφηνε για πολλή ώρα. — Μπορούμε να μείνουμε λίγο εδώ; — Για το κάθισμα να απευθυνθείς στον Μπούμπλικ, είναι ειδικός, — είπε η Σβέτα και πήρε αμέσως την Όλια στην αγκαλιά της. — Εσύ όμως μίλα. — Έχεις το πρόσωπο ανθρώπου που κατάπιε ένα λεμόνι και προσποιείται ότι ήταν καραμέλα. — Ο Κιρίλ θέλει διαζύγιο, — είπε ευθέως η Έλενα. — Μου το ανακοίνωσε σήμερα το πρωί. — Παρεμπιπτόντως, υποσχέθηκε να μου «αφήσει κάτι». — Είπε ότι δεν είναι και κανένα τέρας. — Ουάου, — σφύριξε η Σβέτα. — Τι γενναιόδωρος. — Πραγματικός φιλάνθρωπος. — Μήπως σου δώσει και μετάλλιο για τα χρόνια υπηρεσίας; — Σβέτα, — είπε η Έλενα με ένα αδύναμο χαμόγελο. — Δεν έχω διάθεση για αστεία. — Εγώ έχω πάντα διάθεση για αστεία, αλλιώς θα είχα αρχίσει εδώ και καιρό να ουρλιάζω στο φεγγάρι σαν τον Μπούμπλικ, — είπε η Σβέτα βάζοντας τον βραστήρα. — Δεν μπορούμε να επιλέξουμε τι θα μας συμβεί, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε τι θα κάνουμε με αυτό. — Γι’ αυτό σκέψου τι σκοπεύεις να κάνεις με όλο αυτό… Διаβάστε τη συνέχειа στ0 σχόλι0👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους