"Τα δελφίνια." 12ο απόσπασμα ©Copyright 2025 (Copyright σημαίνει ότι το έχω γράψει εγώ και μου ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα) 🐬 Η Δανάη στο καράβι ακόμα, ετοιμαζόταν να κατέβει με τη Σταματία...
"Τα δελφίνια." 12ο απόσπασμα ©Copyright 2025 (Copyright σημαίνει ότι το έχω γράψει εγώ και μου ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα) 🐬 Η Δανάη στο καράβι ακόμα, ετοιμαζόταν να κατέβει με τη Σταματία.
Ήθελε να αγοράσει κάποια μικροδωράκια για τις φίλες της μητέρας της.
Αιγυπτιακά έλαια και αρώματα ,φημισμένα για την ποιότητά τους, όπως το άρωμα του λωτού ή το "Μυστήριο της Κλεοπάτρας", σαπούνια με φυσικά συστατικά ,φτιαγμένα από ελαιόλαδο, γάλα γαϊδούρας ή αρωματικά βότανα, μπαχαρικά και μείγματα τσαγιού ,χουρμάδες και ξηροί καρποί Λίγα από αυτά που της είχε ζητήσει η μητέρα της και η Δανάη δεν θα της χαλούσε χατίρι. Η Δανάη, κρατώντας μια μικρή λίστα στα χέρια της, περπατούσε στο κατάστρωμα του πλοίου μαζί με τη Σταματία.
Η θάλασσα απλωνόταν γύρω τους, ήρεμη, και το λιμάνι ήταν γεμάτο κίνηση.
Ο αέρας μύριζε αλάτι και κάτι ακόμα—μια απαλή, ανεπαίσθητη ευωδιά λουλουδιών, σαν μια νότα από το άρωμα που ήθελε να αγοράσει.
Στρίβοντας προς μια γωνιά, το βλέμμα της έπεσε σε μια γυναίκα που στεκόταν λίγο πιο πέρα.
Δεν υπήρχε τίποτα παράξενο πάνω της με την πρώτη ματιά· φορούσε ένα μακρύ, απαλό λευκό φόρεμα και τα μαλλιά της, κυματιστά ανέμιζαν ελαφρά στον θαλασσινό αέρα.
Μιλούσε χαμηλόφωνα στην κυρία Κατερίνα την ηλικιωμένη ταξιδιώτισσα.
Ήταν φυσικά η γυναίκα που είχε δει την πρώτη μέρα. Η Δανάη κοντοστάθηκε.
Υπήρχε κάτι παράξενα καθησυχαστικό στη φιγούρα της γυναίκας.
Η φωνή της, αν και μακρινή, είχε μια μελωδική, σχεδόν τραγουδιστή χροιά, σαν να ανήκε σε κάποιον που είχε ζήσει πολλά και μιλούσε με τη σοφία των χρόνων. Η Σταματία, απορροφημένη στο να τσεκάρει τα χρήματα που κρατούσε, δεν είχε προσέξει τίποτα. Η Δανάη, όμως, δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της.
Η γυναίκα σαν να καταλάβαινε πως την παρακολουθούσε, γύρισε το κεφάλι της προς την Δανάη, λες και ήξερε ότι την κοίταζε.
Για μια στιγμή, η Δανάη ένιωσε μια ανεπαίσθητη αλλαγή στον αέρα—ένα απαλό χάδι στο δέρμα της, σαν την αύρα κάποιου που περνάει δίπλα της.
Ανατρίχιασε, αλλά δεν ένιωσε φόβο.
Η γυναίκα κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, σχεδόν σαν χαιρετισμό, και ύστερα, άρχισε να απομακρύνεται στο βάθος του καταστρώματος μέχρι που τελικά χάθηκε εντελώς. «Δανάη;» Η φωνή της Σταματίας την επανέφερε στην πραγματικότητα. «Τι κοιτάς;» Η Δανάη ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Η γυναίκα είχε εξαφανιστεί.
Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. «Τίποτα,» απάντησε χαμηλόφωνα, αλλά μέσα της ήξερε ότι είχε δει κάτι πέρα από το συνηθισμένο.
Όλο ξεχνούσε να ρωτήσει κάποιον για αυτή τη γυναίκα.
Ίσως αύριο να έψαχνε στη λίστα με τους επιβάτες ,την ταυτότητα αυτής της γυναίκας.
Κατέβηκαν με την Σταματία και επέστρεψαν αργά το βράδυ εξουθενωμένες από τη γεμάτη μέρα τους. O Γιου Τζιν είχε περάσει άλλη μια δύσκολη νύχτα και αυτό δεν του επέτρεψε να κατέβει στην Αλεξάνδρεια.
Λίγη ακόμα στάχτη της αδερφής του είχε σκορπιστεί λίγο πριν μπουν σε τούτο το μυθικό μέρος του πλανήτη.
Αυτή τη φορά διάλεξε να μεθύσει μέσα στην καμπίνα του.
Ξύπνησε με το στόμα του πικρό, λίγο πριν δύσει η μέρα και άκουγε το βουητό των ταξιδιωτών που επέστρεφαν σιγά, σιγά από την εξερεύνηση τους στην αφρικανική χώρα.
Τσίμπησε κάτι και βγήκε στο κατάστρωμα και κάθισε κάπου απομονωμένος.
Τα φώτα στο λιμάνι ,οι ήχοι ,τα αρώματα τον διαβεβαίωναν ότι βρισκόταν σε άλλη χώρα.
Καμιά σχέση με τη μαγευτική Ελλάδα.
Τούτος εδώ ο τόπος όμως ,κουβαλούσε ακόμα στον αέρα τη μαγεία της αρχαιότητας.
Απάντησε σε μηνύματα που είχαν συσσωρευτεί στο κινητό του και έφτασε σχεδόν ξημέρωμα όταν μπήκε ξανά στην καμπίνα του για να κοιμηθεί.
Όση ώρα καθόταν έξω οι σκέψεις του τριγυρνούσαν στο μέλλον του.
Και ήταν σκέψεις που δεν είχε κάνει ξανά.
Ίσως κάποιος να του τις υπαγόρευε από εκεί ψηλά.
Κοίταξε τον ουρανό.
Ίσως η αδερφή του ,με κάποιον τρόπο του έστελνε μηνύματα.
Δεν μπορούσε να δει τη γυναίκα που καθόταν κοντά του όλη τη νύχτα και στη γλώσσα του ,του ψιθύριζε ,λόγια γεμάτες κουράγιο , παρηγοριά και δύναμη.
Μόνο ο καπετάνιος τα έβλεπε όλα από ψηλά.
Αν και είχε τελειώσει από ώρα τη βάρδια του ,στεκόταν στο κατάστρωμα έξω από τη γέφυρα , εκεί που δεν είχαν πρόσβαση οι επιβάτες και έβλεπε τα πάντα.
Η γυναίκα με το άσπρο φόρεμα ήταν στο καράβι του εδώ και χρόνια.
Δεν του είχε μιλήσει ποτέ αλλά την έβλεπε που και που να μιλάει με ταξιδιώτες και σε φουρτούνες στεκόταν μαζί του δίπλα στο πηδάλιο αμίλητη . Δεν ήξερε τι ήταν αυτό το πλάσμα. Φάντασμα; Άγγελος; Ήταν όμως η δική του επιβεβαίωση ότι το ταξίδι του θα ήταν καλό.
Και ήταν σίγουρος ότι αυτή η ψυχή φρόντιζε και κάποιους από τους επιβάτες του.
Την είδε να εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι και ήρεμος επέστρεψε στα καθήκοντά του.
Δεν είχε μιλήσει ποτέ για αυτή τη γυναίκα παρά μόνο στον πνευματικό του. «Πολλές φορές ψυχές από κόσμους αθέατους περπατούν δίπλα μας, ψιθυρίζοντας μονοπάτια που δεν ξέρουμε πως πρέπει να ακολουθήσουμε…και υπάρχουν στιγμές που οι σκιές του άλλου κόσμου αγγίζουν τη δική μας, καθοδηγώντας μας αθόρυβα προς το πεπρωμένο μας.» αυτά του είχε πει και ο καπετάν Γιάννης τα δέχτηκε χωρίς να τα ψάξει περισσότερο.
Άλλωστε τον γαλήνευε αυτή η παρουσία στο καράβι του.
Δεν ήθελε κάτι άλλο.
Όταν λίγο αργότερα είδε και τον Λευτέρη να βγαίνει κι αυτός έξω να πάρει αέρα, είδε και πάλι τη γυναίκα αυτή να στέκεται δίπλα του.
Πολλές οι βασανισμένες ψυχές ,σκέφτηκε ο καπετάν Γιάννης. Ο Λευτέρης δεν ξάπλωσε απόψε καθόλου.
Πέρασε το βράδυ του στο μπαρ του καζίνο πίνοντας αργά και σταθερά το ποτό του.
Δεν έπινε ποτέ πολύ.
Δεν είχε κουράγιο να πάει να βρει τη Μαρίνα.
Δεν ήξερε τι να κάνει μαζί της πια.
Κάθισε σε ένα παγκάκι και τον πλησίασε μια γυναίκα.
Θα ήταν στην ηλικία του.
Δεν μπορούσε να καταλάβει καθώς δεν την κοίταξε και πολύ καλά. «Ζεστή απόψε η βραδιά» ,σχολίασε η γυναίκα και κοντοστάθηκε δίπλα του. «Μμ,ναι.
Ανέβηκε η θερμοκρασία εδώ στην Αλεξάνδρεια.
Ας είναι νύχτα». της απάντησε και απόρησε με τον εαυτό του που έπιανε κουβέντα με μια άγνωστη.
Δεν ήταν του χαρακτήρα του. «Πώς και δεν είστε στην καμπίνα σας;» τον ρώτησε η γυναίκα.
Το μακρύ της φόρεμα του θύμιζε παλιό μισοφόρι αλλά δεν είχε ιδέα από μόδα για να ξέρει πως να το περιγράψει. «Δεν είχα ύπνο». Απάντησε απλά. «Ίσως να βρείτε την απάντηση σε ότι ψάχνετε στον ουρανό , ή και στη γη . Αρκεί να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά να δείτε τα σημάδια.
Συνήθως προσπερνάμε τη μαγεία στη ζωή μας γιατί θεωρούμε κάποια πράγματα δεδομένα.
Και δεν είναι τελικά.» ,του είπε μιλώντας με γρίφους η γυναίκα.
Στράφηκε να την δει αλλά ήδη απομακρυνόταν και χανόταν μέσα στο σκοτάδι.
Αναστέναξε και κοίταξε ψηλά στον ουρανό.
Τι σημάδια άραγε να έπρεπε να δει; Δεν είχαν νόημα τα λόγια της.
Ο καπετάνιος είδε τη σκηνή και πρόσεξε και κάτι άλλο.
Σε ένα άλλο κατάστρωμα είδε την Δανάη να κοιτά το ζευγάρι που έβλεπε κι αυτός.
Όταν η γυναίκα χάθηκε ,η Δανάη ασυναίσθητα κοίταξε προς τη γέφυρα και είδε τον καπετάνιο.
Της έκανε νόημα να ανέβει επάνω. «Λοιπόν Δανάη μου ,δεν κοιμάσαι;» τη μάλωσε τρυφερά.
Σαν κόρη του την είχε. «Ξύπνησα πριν λίγο καπετάνιε και ήθελα να πάρω λίγο αέρα». «Τι έλεγαν εκεί κάτω αυτοί που μιλούσαν; Τους άκουγες;» Τη ρώτησε για να δει αν έβλεπε κι εκείνη τη γυναίκα. «Δεν άκουγα όχι.
Ήταν ένα κατάστρωμα πιο κάτω και μιλούσαν χαμηλόφωνα.» τον κοιτούσε με την πρόθεση να τον ρωτήσει κάτι. «Καπετάνιε.
Δεν θυμάμαι να την έχω δει ανάμεσα στους καλεσμένους μας αυτή την επιβάτισσα.
Την ξέρεις;» «Ναι ,.μην ανησυχείς.
Την έχω δει ξανά» ,της είπε και της σέρβιρε σε ένα σφηνάκι λίγο ουίσκι. «Μα καπετάνιε...» Προσπάθησε να αρνηθεί η Δανάη. «Δεν έχουμε βάρδια κορίτσι μου. Επιτρέπεται ένα τόσο δα ποτάκι.» της είπε και σέρβιρε ένα και για τον εαυτό του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους