Μάριος Μπουνγκέρης: Η αμερικανική Αριστερά μετά τη νίκη του Μαμντάνι Η νίκη του Ζόραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης δεν αποτέλεσε απλώς μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές εκπλήξεις των...
Μάριος Μπουνγκέρης: Η αμερικανική Αριστερά μετά τη νίκη του Μαμντάνι Η νίκη του Ζόραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης δεν αποτέλεσε απλώς μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές εκπλήξεις των τελευταίων ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για πολλούς υπήρξε η απόδειξη ότι μια νέα γενιά σοσιαλιστών μπορεί όχι μόνο να διεκδικεί την εξουσία αλλά και να κερδίζει, προτείνοντας μια πολιτική ατζέντα που συγκρούεται ανοιχτά με το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος, τα εταιρικά συμφέροντα και τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί «εκλογιμότητας». Ακόμη σημαντικότερα, όμως, είναι όσα ακολούθησαν.
Μέσα σε λίγους μήνες, μια σειρά νεότερων υποψηφίων που συνδέονται με τους Democratic Socialists of America (DSA) κατέγραψαν σημαντικές εκλογικές επιτυχίες στη Νέα Υόρκη, στο Κολοράντο και σε άλλες πολιτείες.
Η επιτυχία του Μαμντάνι δεν έμοιαζε πλέον με μια χαρισματική εξαίρεση, αλλά με την πρώτη εκδήλωση ενός ευρύτερου πολιτικού φαινομένου.
Πώς μια οργάνωση που πριν από 12 χρόνια αριθμούσε μόλις λίγες χιλιάδες μέλη κατάφερε να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη σοσιαλιστική οργάνωση των Ηνωμένων Πολιτειών; Πώς δημιουργεί συνεχώς νέους υποψηφίους, νέες εκλογικές νίκες και νέες κοινωνικές συμμαχίες; Και γιατί το πολιτικό κατεστημένο –από τους New York Times, το κεντρώο κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος έως τους Ρεπουμπλικάνους και τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ– αντιμετωπίζει πλέον τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές ως έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς αντιπάλους του; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις ιδέες τους, την πολιτική τους ατζέντα, ούτε αποκλειστικά στις προσωπικότητες που αναδεικνύουν.
Βρίσκεται και στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο συνδυάζουν την καθημερινή κοινωνική οργάνωση, την κινηματική δράση και την εκλογική πολιτική, δημιουργώντας ένα μοντέλο που διαφέρει από τα παραδοσιακά κόμματα.
Από την εκλογική νίκη στο νέο πολιτικό μοντέλο (μπορεί να γίνει μποξάκι) Η πολιτική επιστήμη διακρίνει ανάμεσα στις εκλογικές νίκες που αποτελούν συγκυριακά γεγονότα και σε εκείνες που σηματοδοτούν τη γέννηση ενός νέου πολιτικού μοντέλου.
Οι πρώτες εξαρτώνται συνήθως από έναν χαρισματικό υποψήφιο, από ευνοϊκές συγκυρίες ή από τα λάθη του αντιπάλου.
Οι δεύτερες δημιουργούν οργανωτικούς μηχανισμούς που συνεχίζουν να παράγουν πολιτικά αποτελέσματα πολύ μετά την πρώτη εκλογική επιτυχία.
Η περίπτωση του Ζόραν Μαμντάνι φαίνεται να ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Το πραγματικό επίτευγμα δεν είναι μόνο ότι ένας δημοκρατικός σοσιαλιστής εξελέγη δήμαρχος της μεγαλύτερης πόλης των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά ότι η νίκη αυτή άρχισε αμέσως να γεννά νέες υποψηφιότητες, νέες εκλογικές επιτυχίες και μια διαφορετική αντίληψη για το πώς οικοδομείται η πολιτική ισχύς.
Η επιτυχία γεννά μίμηση, αλλά και πολιτικό θάρρος.
Όταν ένας δημοκρατικός σοσιαλιστής κατακτά ένα τόσο εμβληματικό αξίωμα, οι επόμενοι υποψήφιοι δεν αισθάνονται πλέον την ανάγκη να εμφανιστούν ως μια πιο ήπια εκδοχή του κατεστημένου.
Για παράδειγμα, η 29χρονη Μέλατ Κίρος διεκδίκησε και κέρδισε μια έδρα στο Κογκρέσο χωρίς να μετριάσει την πολιτική ατζέντα της.
Η αναπαραγωγή αυτών των νικών, όμως, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη δύναμη ενός επιτυχημένου πολιτικού παραδείγματος.
Προϋποθέτει και μια ιδιαίτερη οργανωτική υποδομή, ικανή να μετατρέπει κάθε εκλογική επιτυχία σε νέες υποψηφιότητες, νέα στελέχη και νέες πολιτικές συμμαχίες.
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη συμβολή των DSA.
Το κόμμα-κίνημα: Η οργανωτική καινοτομία των DSA Οι Democratic Socialists of America δεν λειτουργούν ούτε ως ένα παραδοσιακό εκλογικό κόμμα ούτε ως ένα κοινωνικό κίνημα που περιορίζεται στις διαδηλώσεις και στις εκστρατείες πίεσης.
Αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που η πολιτική κοινωνιολογία ονομάζει «κόμμα-κίνημα» (movement party): μια οργανωτική μορφή που γεφυρώνει τη συνεχή κοινωνική δράση με τη συστηματική διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας.
Το φαινόμενο αυτό δεν αφορά μόνο τους DSA, αλλά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διεθνούς τάσης, η οποία αναδύθηκε μετά την κρίση νομιμοποίησης των παραδοσιακών κομμάτων και τη διάχυτη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο.
Η οργανωτική καινοτομία των DSA επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ίδια η πολιτική εκπροσώπηση.
Οι υποψήφιοι δεν επιλέγονται από μια κλειστή κομματική ηγεσία ούτε αναδεικνύονται μέσα από επαγγελματικούς κομματικούς μηχανισμούς.
Για να λάβει ένας υποψήφιος την υποστήριξη της οργάνωσης πρέπει να περάσει από διαδοχικές ψηφοφορίες των ίδιων των μελών, αρχίζοντας από τις τοπικές οργανώσεις και στη συνέχεια σε υψηλότερα οργανωτικά επίπεδα.
Η πολιτική νομιμοποίηση παράγεται από τα κάτω προς τα πάνω και όχι αντίστροφα.
Από τη μία πλευρά, οι DSA συμμετέχουν συστηματικά στις εκλογές, στρατολογούν και εκπαιδεύουν υποψηφίους, οργανώνουν προκριματικές εκστρατείες και εκλέγουν δημάρχους, μέλη του Κογκρέσου, πολιτειακούς βουλευτές και δημοτικούς συμβούλους.
Από την άλλη, λειτουργούν ως χώρος πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας.
Διαθέτουν εκατοντάδες τοπικά παραρτήματα και ομάδες εργασίας, συμμετέχουν σε συνδικάτα, ενώσεις ενοικιαστών, περιβαλλοντικές καμπάνιες, οργανώσεις γειτονιάς και κινήματα για τη δημόσια υγεία.
Η αποκεντρωμένη δομή των DSA αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της.
Οι ισχυρές τοπικές οργανώσεις διαθέτουν σημαντικό βαθμό αυτονομίας απέναντι στην εθνική ηγεσία, διαμορφώνουν τις δικές τους πολιτικές προτεραιότητες και συχνά αναπτύσσουν διαφορετικές στρατηγικές.
Η πολυμορφία αυτή δημιουργεί εσωτερικές αντιπαραθέσεις, όμως ταυτόχρονα καθιστά την οργάνωση περισσότερο ανθεκτική και δυσκολότερα ελέγξιμη από έναν κεντρικό μηχανισμό, όπως ανέλυσε πρόσφατα ο Ross Barkan.
Η οργανωτική αυτή αντίληψη αντανακλά μια ευρύτερη πολιτική φιλοσοφία, η οποία διαφοροποιεί τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές τόσο από την παραδοσιακή ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία όσο και από τα αυταρχικά μοντέλα του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Συνεχίζει, μάλιστα, τη στρατηγική σύλληψη του Michael Harrington, ιδρυτή των DSA, σύμφωνα με την οποία ένας κοινωνικός μετασχηματισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός μικρού τρίτου κόμματος αλλά μέσα από τον σταδιακό μετασχηματισμό του ίδιου του Δημοκρατικού Κόμματος.
Οι ίδιοι οι DSA δηλώνουν ότι το πολιτικό τους όραμα «προχωρά πέρα από την ιστορική σοσιαλδημοκρατία», καθώς δεν επιδιώκουν απλώς την αναδιανομή του εισοδήματος ή τη διεύρυνση του κοινωνικού κράτους μέσα στο υπάρχον οικονομικό σύστημα.
Στόχος τους είναι ένας βαθύτερος δημοκρατικός μετασχηματισμός της οικονομίας, με μεγαλύτερο κοινωνικό και συλλογικό έλεγχο σε στρατηγικούς τομείς, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και η υγειονομική περίθαλψη, καθώς και η μεταφορά οικονομικής ισχύος από το μεγάλο κεφάλαιο προς τη δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία.
Παράλληλα, απορρίπτουν ρητά τα αυταρχικά μοντέλα του υπαρκτού σοσιαλισμού, υποστηρίζοντας ότι ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό περνά μέσα από τη δημοκρατία, τη μαζική κοινωνική οργάνωση και τις εκλογικές διαδικασίες.
Με αυτή την έννοια, οι DSA επιχειρούν να συνδυάσουν τη ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή με τις δημοκρατικές ελευθερίες και τη συμμετοχή των πολιτών, διαφοροποιούμενοι τόσο από τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία όσο και από τις αυταρχικές εκδοχές του σοσιαλισμού.
Οι εκλογές αποτελούν μόνο έναν κρίκο μιας πολύ ευρύτερης διαδικασίας.
Οι προεκλογικές εκστρατείες των DSA οργανώνονται με τρόπο που επιτρέπει πολλαπλούς βαθμούς συμμετοχής.
Μερικοί εθελοντές χτυπούν πόρτες και συνομιλούν με ψηφοφόρους, κάποιοι πραγματοποιούν τηλεφωνικές ή διαδικτυακές καμπάνιες, άλλοι μπορεί να σχεδιάζουν αφίσες και συνθήματα, να παράγουν υλικό για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να οργανώνουν εκδηλώσεις, να αναλύουν εκλογικά δεδομένα ή να εκπαιδεύουν νέους εθελοντές.
Έτσι, η πολιτική συμμετοχή δεν περιορίζεται σε μια μικρή ομάδα και μετατρέπεται σε συλλογική διαδικασία, μέσα στην οποία ο καθένας μπορεί να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνατότητες, τις δεξιότητές του και τον επιθυμητό κάθε φορά βαθμό έκθεσης.
Το σημαντικότερο είναι ότι οι χιλιάδες αυτοί εθελοντές δεν εξαφανίζονται την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Παραμένουν ενεργοί, οργανώνουν νέες καμπάνιες και ασκούν πίεση ακόμη και στους δικούς τους εκλεγμένους εκπροσώπους.
Με αυτόν τον τρόπο, η εκλογική επιτυχία μετατρέπεται σε μόνιμη οργανωτική ισχύ αντί να εξαντλείται σε έναν μόνο εκλογικό κύκλο.
Η διαφορά από τα παραδοσιακά κόμματα είναι ουσιώδης.
Οι υποψήφιοι των DSA δεν είναι συνήθως επαγγελματικά κομματικά στελέχη.
Προέρχονται από συνδικάτα, ενώσεις ενοικιαστών, οργανώσεις μεταναστών και κοινωνικά κινήματα.
Και όταν εκλεγούν, δεν αντιμετωπίζονται ως αυτόνομοι πολιτικοί αλλά ως μέρος μιας συλλογικής στρατηγικής.
Πρόκειται για τη λογική του inside-outside: παρουσία στους θεσμούς, αλλά ταυτόχρονα διαρκής κινητοποίηση στην κοινωνία, ώστε οι εκλεγμένοι να διαθέτουν πίσω τους μια οργανωμένη βάση που μπορεί να στηρίξει, να διευρύνει αλλά και να ελέγχει το έργο τους.
Αυτός είναι ίσως ένας βασικός λόγος για τον οποίο η νίκη του Μαμντάνι δεν έμεινε ένα μεμονωμένο γεγονός.
Ένα κόμμα-κίνημα δεν παράγει απλώς έναν χαρισματικό ηγέτη.
Παράγει συνεχώς νέα στελέχη, νέους υποψηφίους, νέες καμπάνιες, νέες κοινωνικές συμμαχίες και νέες δημόσιες πολιτικές.
Με άλλα λόγια, αναπαράγει την ίδια του την πολιτική δυναμική.
Η δύναμή του δεν βρίσκεται μόνο στις εκλογικές νίκες αλλά στην ικανότητά του να μετατρέπει κάθε εκλογική επιτυχία σε νέα οργάνωση, κάθε προεκλογική εκστρατεία σε μόνιμο δίκτυο πολιτικής δράσης και κάθε εκλεγμένο εκπρόσωπο σε κρίκο μιας συλλογικής στρατηγικής.
Με αυτή την έννοια, οι DSA δεν αλλάζουν μόνο τους πολιτικούς συσχετισμούς· αλλάζουν και τον τρόπο με τον οποίο παράγεται η πολιτική ισχύς στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κοινωνική βάση της νέας αμερικανικής Αριστεράς Αυτή η οργανωτική στρατηγική στηρίζεται σε μια εξίσου βαθιά κοινωνική και γενεακή μετατόπιση. Οι DSA δεν είναι πλέον μια μικρή ιδεολογική οργάνωση της αμερικανικής Αριστεράς, αλλά η μεγαλύτερη σοσιαλιστική οργάνωση των Ηνωμένων Πολιτειών εδώ και πολλές δεκαετίες.
Το 2014, πριν ακόμη ο Μπέρνι Σάντερς εμφανιστεί στην εθνική πολιτική σκηνή, αριθμούσαν μόλις περίπου 6.000 μέλη, με διάμεση ηλικία γύρω στα 68 έτη.
Η υποψηφιότητα του Σάντερς το 2016 λειτούργησε ως καταλύτης, εγκαινιάζοντας το πρώτο μεγάλο κύμα οργανωτικής ανάπτυξης, το οποίο μετέτρεψε τους DSA από μια περιθωριακή οργάνωση σε έναν υπολογίσιμο πολιτικό παράγοντα.
Ύστερα από μια περίοδο σχετικής στασιμότητας κατά τα χρόνια της πανδημίας και της προεδρίας Μπάιντεν, η εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης σηματοδότησε την έναρξη ενός δεύτερου κύματοςμαζικής διεύρυνσης. Τον Ιούλιο του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας της οργάνωσης, οι DSA αριθμούσαν πλέον περίπου 120.000 μέλη σε εθνικό επίπεδο, ενώ μόνο στη Νέα Υόρκη ξεπερνούσαν τα 15.000.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά και βαθιά γενεακή.
Το 2021, η διάμεση ηλικία των μελών είχε ήδη μειωθεί στα 33 έτη, ενώ σήμερα εκτιμάται ότι βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα, πιθανότατα κάτω από τα 30. Οι DSA δεν αποτελούν πλέον μια οργάνωση των βετεράνων της Νέας Αριστεράς της δεκαετίας του 1960, αλλά κυρίως μια οργάνωση των Millennials και της Γενιάς Ζ (Generation Z). Η ανανέωση αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τόσο την οργανωτική τους δυναμική όσο και την ικανότητά τους να προσελκύουν νέα στελέχη, να αξιοποιούν σύγχρονες μορφές πολιτικής επικοινωνίας και να οικοδομούν σταθερές σχέσεις συμμετοχής με τις νεότερες γενιές ψηφοφόρων.
Παρότι οι DSA υπάρχουν εδώ και περισσότερα από σαράντα χρόνια, ουσιαστική επιρροή στην εκλογική πολιτική απέκτησαν μόλις μετά το 2017, όταν η οργανωτική τους ανάπτυξη άρχισε να μεταφράζεται σε διαδοχικές εκλογικές νίκες και σε αυξανόμενη παρουσία σε όλα τα επίπεδα της αμερικανικής πολιτικής.
Η γενιά αυτή ενηλικιώθηκε μέσα στην οικονομική ύφεση, στην κρίση του κόστους στέγασης, στην επισφαλή εργασία και στο βάρος του φοιτητικού χρέους.
Δεν γνώρισε ποτέ την κοινωνική κινητικότητα που υποσχόταν ο μεταπολεμικός αμερικανικός καπιταλισμός ούτε την αισιοδοξία των προηγούμενων γενεών ότι κάθε νέα γενιά θα ζούσε καλύτερα από την προηγούμενη.
Για πολλούς νέους Αμερικανούς, ο όρος «σοσιαλισμός» δεν παραπέμπει πρωτίστως στη Σοβιετική Ένωση ή στον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά στο Medicare for All, στην προσιτή κατοικία, στον έλεγχο των ενοικίων, στη δωρεάν δημόσια εκπαίδευση και σε μια κυβέρνηση που περιορίζει τη δυσανάλογη επιρροή των δισεκατομμυριούχων και των μεγάλων επιχειρήσεων.
Ίσως γι’ αυτό ο μεγαλύτερος μύθος που καταρρέει σήμερα δεν είναι μόνο ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να αποκτήσει μαζική απήχηση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Καταρρέει ταυτόχρονα και ένας διαδεδομένος ευρωπαϊκός μύθος: ότι η εποχή των μαζικών πολιτικών οργανώσεων έχει οριστικά παρέλθει και ότι τα κόμματα δεν μπορούν πλέον να οικοδομήσουν σταθερούς δεσμούς συμμετοχής με την κοινωνία. Οι DSA δείχνουν ότι όταν μια οργάνωση συνδυάζει μια σαφή κοινωνική ατζέντα με συνεχή παρουσία στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας και στα κοινωνικά κινήματα, μπορεί όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να αναπτύσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς.
Αυτό εξηγεί και την αυξανόμενη ανησυχία του πολιτικού και μιντιακού κατεστημένου.
Το γεγονός ότι μέσα ενημέρωσης όπως οι New York Times και το The Atlantic αφιερώνουν επανειλημμένα εκτενή αναλυτικά άρθρα στους DSA δείχνει ότι η συζήτηση έχει πλέον μετατοπιστεί.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές αποτελούν ένα υπαρκτό πολιτικό φαινόμενο, αλλά μέχρι ποιο σημείο μπορούν να αναδιαμορφώσουν τους εσωτερικούς συσχετισμούς του Δημοκρατικού Κόμματος και, ευρύτερα, της αμερικανικής πολιτικής.
Γιατί ο Τραμπ μιλά ξανά για τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε, στις εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση 250 χρόνων από την Αμερικανική Ανεξαρτησία, να επαναφέρει τη ρητορική περί «κομμουνιστικού κινδύνου». Συνδέοντας ευθέως τον κίνδυνο αυτό με τη νίκη του Ζόραν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη και με την άνοδο των δημοκρατικών σοσιαλιστών, δεν ανακύκλωσε απλώς ένα γνώριμο σύνθημα του Ψυχρού Πολέμου.
Αναγνώρισε, έστω και με τους δικούς του όρους, ότι απέναντί του διαμορφώνεται ένας νέος πολιτικός αντίπαλος με πραγματική εκλογική και κοινωνική δυναμική.
Βεβαίως, η ταύτιση των DSA με τους παραδοσιακούς κομμουνιστές δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι DSA δεν είναι κομμουνιστικό κόμμα, είναι μια ευρεία δημοκρατική σοσιαλιστική πολιτική οργάνωση, στην οποία συνυπάρχουν διαφορετικά ρεύματα της Αριστεράς: από σοσιαλδημοκράτες και δημοκρατικούς σοσιαλιστές έως αντικαπιταλιστές, μαρξιστές και μικρότερες επαναστατικές τάσεις. Οι DSA επιδιώκουν το δημοκρατικό σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της αμερικανικής κοινωνίας μέσω της διεύρυνσης του κοινωνικού κράτους, της αποεμπορευματοποίησης βασικών κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών, της οικονομικής δικαιοσύνης, της δημοκρατίας στους χώρους εργασίας και της ενίσχυσης της συλλογικής ιδιοκτησίας σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι επιδιώκουν αυτούς τους στόχους μέσα από τις εκλογές, τους δημοκρατικούς θεσμούς και τη μαζική κοινωνική οργάνωση, απορρίπτοντας τις αυταρχικές εκδοχές του σοσιαλισμού.
Όταν, λοιπόν, ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά για «κομμουνιστικό κίνδυνο», χρησιμοποιεί έναν ιστορικά φορτισμένο όρο όχι για να περιγράψει αυτό που πραγματικά είναι σήμερα οι DSA, αλλά για να στιγματίσει συνολικά τον ευρύτερο δημοκρατικό σοσιαλιστικό και προοδευτικό πόλο που αναδύεται στην πολιτική σκηνή.
Ο τραμπισμός οικοδόμησε μεγάλο μέρος της επιρροής του προβάλλοντας τον εαυτό του ως τη μοναδική αντισυστημική δύναμη στις Ηνωμένες Πολιτείες: τη μόνη πολιτική δύναμη που μιλούσε για την αποβιομηχάνιση, την εγκατάλειψη της εργατικής τάξης, την περιφρόνηση των ελίτ και το αδιέξοδο της παγκοσμιοποίησης.
Η νέα αμερικανική Αριστερά αμφισβητεί πλέον αυτό το μονοπώλιο, αλλάζοντας όμως τον ορισμό του αντιπάλου.
Για τον Τραμπ, υπεύθυνοι είναι κυρίως οι μετανάστες, η «woke» κουλτούρα ή το ομοσπονδιακό κράτος.
Για τους δημοκρατικούς σοσιαλιστές και τη νέα προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών, ο αντίπαλος είναι η οικονομική ολιγαρχία: τα μονοπώλια, οι εταιρείες που χρηματοδοτούν την πολιτική, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η κερδοσκοπία στην αγορά κατοικίας και η υπερσυγκέντρωση πλούτου και ισχύος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μετακινούνται συνολικά προς τα αριστερά.
Η μεγαλύτερη εκλογική επιρροή της σοσιαλιστικής και προοδευτικής Αριστεράς εξακολουθεί να εντοπίζεται στις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές και στις ασφαλείς δημοκρατικές περιφέρειες, ενώ η αγροτική Αμερική και μεγάλο μέρος των προαστίων παραμένουν ιδιαίτερα δύσκολα πεδία.
Ωστόσο, η εικόνα έχει αλλάξει ουσιαστικά.
Δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένες προσωπικότητες, όπως ο Μπέρνι Σάντερς ή η Alexandria Ocasio-Cortez, αλλά για ένα διευρυνόμενο πολιτικό οικοσύστημα που περιλαμβάνει τους DSA, τη Squad, το Congressional Progressive Caucus, δημάρχους, μέλη του Κογκρέσου, πολιτειακούς βουλευτές, τοπικούς αιρετούς και ένα πυκνό δίκτυο κινηματικών οργανώσεων.
Αν οι εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν στις εκλογές του Νοεμβρίου, οι DSA θα αυξήσουν την παρουσία τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων σε περίπου οκτώ μέλη, η Squad θα ανανεωθεί και θα διευρυνθεί σε περίπου δεκαπέντε βουλευτές, ενώ το Congressional Progressive Caucus αναμένεται να ξεπεράσει για πρώτη φορά τα εκατό μέλη.
Οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές παραμένουν αριθμητικά μειοψηφία, όμως η ευρύτερη προοδευτική πτέρυγα αποκτά πλέον κρίσιμη θεσμική μάζα και αυξανόμενη επιρροή στην πολιτική κατεύθυνση του Δημοκρατικού Κόμματος.
Γι’ αυτό και οι DSA δεν μπορούν πλέον να περιγραφούν μόνο ως δύναμη πίεσης.
Εξελίσσονται σε ορατή δύναμη εκπροσώπησης και, σταδιακά, σε δύναμη διακυβέρνησης.
Η διακυβέρνηση, όμως, δεν αποτελεί γι’ αυτούς αυτοσκοπό -όπως συχνά υπονοεί το λογικό σχήμα της «κυβερνώσας Αριστεράς»- αλλά το αποτέλεσμα της οικοδόμησης μιας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας γύρω από ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και δημοκρατικού σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
Το ίδιο ισχύει και για την ευρύτερη προοδευτική Αριστερά, η οποία δεν περιορίζεται πλέον στην άσκηση κριτικής, αλλά διεκδικεί την ευθύνη της διακυβέρνησης στη βάση μιας σαφούς κοινωνικής ατζέντας και ενός ολοένα ισχυρότερου θεσμικού αποτυπώματος.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ένα «φάντασμα» πλανάται πάνω από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Είναι αν οι «υλικές νίκες» αυτής της νέας Αριστεράς μπορούν να μετατραπούν σε μια διαρκή κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία.
Αν οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει -η προσιτή κατοικία, η καθολική υγειονομική περίθαλψη, η δημόσια φροντίδα των παιδιών, οι αξιοπρεπείς μισθοί και η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου- θα αποδειχθούν αρκετές ώστε να αναδιαμορφώσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και να οικοδομήσουν μια νέα προοδευτική ηγεμονία.
Η επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ να επαναφέρει, μισό αιώνα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τη ρητορική περί «κομμουνιστικού κινδύνου» δεν εξηγείται μόνο από προφανείς εκλογικές σκοπιμότητες.
Αποτυπώνει και μια ευρύτερη αναγνώριση ότι απέναντι στον τραμπισμό δεν βρίσκεται πλέον μόνο το παραδοσιακό φιλελεύθερο κατεστημένο των Δημοκρατικών, αλλά μια διαφορετική πολιτική πρόταση που διεκδικεί να εκπροσωπήσει τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται από την κρίση του κόστους ζωής, την επισφαλή εργασία και τις ανισότητες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι DSA βρίσκονται κοντά στην κατάκτηση της εξουσίας σε εθνικό επίπεδο.
Σημαίνει όμως ότι έχουν πάψει να αντιμετωπίζονται ως μια περιθωριακή ιδεολογική ομάδα.
Η σταδιακή διεύρυνση της εκλογικής και οργανωτικής τους επιρροής, η ανανέωση της κοινωνικής τους βάσης και η ικανότητά τους να παράγουν διαδοχικές εκλογικές νίκες μετατρέπουν τον δημοκρατικό σοσιαλισμό από αντικείμενο θεωρητικής συζήτησης σε πραγματικό πολιτικό ανταγωνιστή. Η ΕΠΟΧΗ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους