► ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ▓ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ Η Ρένα Βλαχοπούλου, ήταν ένα πλάσμα ερωτικό. Αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ. Βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο του ερωτικού ενδιαφέροντος πολλών ανδρών. Το 1938, σε ηλικία...
► ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ▓ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ Η Ρένα Βλαχοπούλου, ήταν ένα πλάσμα ερωτικό.
Αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ.
Βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο του ερωτικού ενδιαφέροντος πολλών ανδρών.
Το 1938, σε ηλικία 16 ετών, γνώρισε στην Κέρκυρα και ερωτεύτηκε τον 25χρονο ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ, Κώστα Βασιλείου.
Παρά το συντηριτισμό που επικρατούσε την εποχή εκείνη, δεν έδωσε σημασία σε κοινωνικούς φραγμούς και μετακόμισε μαζί του στην Αθήνα και τα καλοκαίρι του 1939 παντρεύτηκαν. Η Βλαχοπούλου, βρήκε στη σχέση της αυτή και την ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρο των εφηβικών της χρόνων, να έρθει δηλαδή στην πρωτεύουσα και ν΄ανοίξει τα φτερά της, ασχολούμενη μ΄αυτό που περισσότερο αγαπούσε.
Το τραγούδι.
Φτάνοντας στην Αθήνα, ξεκίνησε την καριέρα της και εξ αρχής γνώρισε μεγάλη επιτυχία, κατακτώντας με την φωνή της και την σκηνική της παρουσία, το κοινό. Το Νοέμβριο του 1940, οι Ιταλοί βομβάρδισαν την Κέρκυρα, το σπίτι της ισοπεδώθηκε και σκοτώθηκαν οι γονείς της.
Από κείνη τη στιγμή η Βλαχοπούλου, έγινε μάνα και πατέρας για τα αδέλφια της, φροντίζοντας να μην στερηθούν το παραμικρό.
Μετά το θάνατο της Ρένας, ο αδελφός της Σπύρος Βλαχόπουλος, θα πει σε συνέντευξή του στον Ν. Νικόλιζα: «Την εποχή εκείνη η Ρένα, έκανε μεροκάματα για να μπορέσει να θρέψει όλη την οικογένεια.
Εμάς που είμασταν ορφανά, μας προστάτευε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο.Θυμάμαι τότε, μας πήγαιναν από ορφανοτροφείο σε ορφανοτροφείο.
Μπορέσαμε και επιβιώσαμε. ΄Όμως η μεγάλη καρδιά της Ρένας φάνηκε, όταν βοήθησε εμένα μετά τον πόλεμο, όταν μ΄έστειλε σχολείο, προκειμένου να σπουδάσω.
Και σπούδασα. ΄Εγινα ασυρματιστής στο Εμπορικό Ναυτικό» Μετά απ΄αυτό το τραγικό συμβάν, που την χάραξε βαθειά ως το τέλος της ζωής της, υπογραμμίζοντάς της, με μελανό χρώμα ότι, το μάταιο και το απρόοπτο ορίζουν και καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων, αποφάσισε να ζήσει χωρίς περιορισμούς, την δική της αλήθεια , τα δικά της θέλω, διατηρώντας την ελευθερία της βούλησής της, σε ό,τι την αφορούσε, μη υπακούοντας σε καθωσπρεπισμούς και υποκριτικές συμπεριφορές. ΄Αλλωστε από τη φύση της ήταν ατιθαση και παρορμητική, ειλικρινής και επαναστάτισσα.
Ο έρωτας γι΄αυτήν, που τόσο πολύ τον τραγούδησε, ήταν πηγή ζωής.
Για όσο διάστημα διαρκούσε, κατέλυε τον χρόνο, αναγεννούσε την ελπίδα, άγγιζε την ανάσταση. ΄Ηταν η απόλυτη αλήθεια που κερδίζεται μόνο σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας.
Δεν μπορείς άλλωστε να τραγουδάς τον έρωτα και να περιφρονείς τα αισθήματα που δημιουργεί!!! Η ίδια μάλιστα έλεγε: «Αξίζουν αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα ερωτικού πάθους, που θα σε απογειώσουν και θα σου δώσουν δύναμη να ζήσεις τη ζωή σε βάθος – και ας γκρεμοτσακιστείς μετά». Το 1942, χώρισε από τον Κ. Βασιλείου και συνδέθηκε με τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο.
Ως φαίνεται, ο Βασιλείου δεν ήταν πρόθυμος να δεχθεί αυτό το χωρισμό.
Κατοχική εφημερίδα του ‘ 43, ανέφερε: «Απήχθη εκουσίως η κα Ρένα Βλαχοπούλου.
Ο σύζυγος μηνύει Πράγματι κατά τας βεβαιώσεις και τας ανακρίσεις του απαρηγόρητου, όπως εμφανίζεται τώρα, συζύγου,όστις απειλεί να υποβάλει και μήνυσιν επί μοιχείαν, η άφαντος υπήκουσεν εις νέας υποδείξεις της καρδιάς της, ακολουθήσασα έναν νεαρόν υιόν αποθανόντος τραπεζίτου, όστις από καιρού εφέρετο ως ο φανατικότερος θαυμαστής της». Η Βλαχοπούλου, δεν σχολίασε το παραμικρό, παρ΄ότι το γεγονός αυτό προκάλεσε αίσθηση στον καλλιτεχνικό χώρο, αλλά και στο χώρο του ποδοσφαίρου, αφού ο «υιός του τραπεζίτου», ήταν ο γενικός αρχηγός του Παναθηναϊκού, Γιάννης Κωστόπουλος.
Αντίθετα, η πρόθεση του πρώτου συζύγου της, να καταφύγει σε μεθοδεύσεις δυσφήμισής της και καταρράκωσης, της δημόσιας εικόνας της, απεδείκνυε και ασέβεια στην ελεύθερη βούλησή της, αλλά παράλληλα δικαίωνε και την απόφασή της να τον χωρίσει, εφ΄όσον γι΄αυτόν, όπως απεδείχθη, δεν αποτελούσε τίποτε άλλο, παρά αντικείμενο…ιδιωτικής χρήσης!!! Η μποέμικη ζωή του Γιάννη Κωστόπουλου, την συνεπήρε και τέλεσε μαζί του τον δεύτερο γάμο της.
Την εποχή εκείνη, συναντήθηκε στο θέατρο «Πάνθεον», με τον μεγάλο συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο, ο οποίος εκτιμώντας τις φωνητικές της ευκολίες και δυνατότητες, της έγραψε τραγούδια τζαζ (από τα δυσκολότερα είδη, που απαιτούν ιδιαίτερες ικανότητες στην ερμηνεία). Στο είδος αυτό η Βλαχοπούλου διέπρεψε, κατακτώντας από τον Τύπο τον τίτλο της «Βασίλισσας της τζαζ», τίτλο που διατήρησε ως τον θάνατό της.
Το 1946, ξεκίνησε περιοδεία με τον Γιάννη Σπάρτακο, που διήρκεσε μέχρι το 1951.
Σε όλη τη διάρκεια της περιοδείας (που κατέληξε στις ΗΠΑ), η Βλαχοπούλου μάγευε το κοινό.
Ανάμεσα σ΄αυτούς που γοητεύτηκαν απ΄αυτήν, ήταν και ο Σάχης της Περσίας Ρεζά Παχλεβί (που αργότερα νυμφεύτηκε τη Σοράγια). Ευρισκόμενη η Βλαχοπούλου στην Μέση Ανατολή, ενημέρωσε τον δεύτερο σύζυγό της, ότι ο γάμος τους έχει λήξει. ΄Εκτοτε έζησε έντονους έρωτες, γοητεύοντας και γοητευόμενη.
Η ίδια είχε ομολογήσει σε συνέντευξή της: «Αγάπησα και ξανααγάπησα και ξανααγάπησα, ήμουνα λίγο ρομαντικη και ερωτιάρα…». Μετά από 20 σχεδόν χρόνια εργένικης ζωής, ευρισκόμενη στο απόγειο της καριέρας της, γνώρισε το 1965 τον Γιώργο Λαφαζάνη, τον άνδρα που έμελε να ζήσει δίπλα του, τον βαθύτερο και πλέον ουσιαστικό έρωτα της ζωής της.
Η γνωριμία τους έγινε τυχαία, ένα Σαββατόβραδο του χειμώνα του 1965, μετά την βραδυνή παράσταση του «Ακροπόλ», όπου πρωταγωνιστούσε. Η Βλαχοπούλου, ευρισκόμενη σ΄ένα αυτοκίνητο με δύο φίλες της, πήγαινε για φαγητό στην Φωκίωνος Νέγρη. ΄Όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε στα φανάρια της οδού Πανεπιστημίου, η Ρένα κοίταξε το διπλανό αυτοκίνητο και τον πρωτοαντίκρυσε.
Χαμογέλασαν και οι δύο. ΄Ανοιξε το πράσινο φανάρι και τα αυτοκίνητα κατευθύνθηκαν στους προορισμούς τους.
Τελικά, όπως το ήθελε η μοίρα, ο προορισμός τους ήταν κοινός και συναντήθηκαν λίγο αργότερα στο ίδιο μαγαζί. Η Ρένα έδειξε αμέσως ενδιαφέρον για τον όμορφο αυτό άνδρα και η φίλη της, Φίτσα Ντάβου, δεν έχασε καιρό και πήγε στο τραπέζι που καθόταν ο Λαφαζάνης και κάλεσε αυτόν και την παρέα του, στο τραπέζι τους.
Εκείνοι ανταποκρίθηκαν και έτσι έγινε η γνωριμία και ξεκίνησε ένας μεγάλος έρωτας.
Παντρεύτηκαν στην Μητρόπολη Αθηνών στις 18 Σεπτεμβρίου 1967. Ο Λαφαζάνης υπήρξε από τους γοητευτικότερους άνδρες και διέθετε θαυμάσιο χαρακτήρα, ενώ κατά τον Αλ. Σακελλάριο, ήταν «Ο καλύτερος εξωθεατρικός φίλος των ηθοποιών και ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους συναδέλφους της Βλαχοπούλου». Ο Λαφαζάνης υπήρξε για την Βλαχοπούλου, η απόλυτα συνειδητή επιλογή της, στην ωριμότητά της. ΄Ηταν ο άνθρωπος που μπορούσε να την μεταμορφώνει (όπως έλεγαν φίλοι και συνάδελφοι του ζεύγους), σε μικρό ερωτευμένο κοριτσόπουλο.
Μάλιστα ο Λαφαζάνης, καθ΄ομολογία του, δεν υπήρξε ποτέ θαυμαστής της πριν την γνωρίσει, αλλά έγινε ο μεγαλύτερος θαυμαστής της αφού την γνώρισε.΄Όταν την πρωτοαντίκρυσε, δεν ήταν γι΄αυτόν, παρά μια όμορφη, ελκυστική γυναίκα.
Αφού την γνώρισε όμως, θαύμασε το ταλέντο και τον δυναμισμό της και λάτρεψε την ικανότητά της, να μετατρέπεται δίπλα του, σε μια απλή νοικοκυρά, με μόνη έννοια το νοικοκυριό και τον άνδρα της.
Ουδέποτε ανακατεύθηκε στις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες.
Την περίμενε έξω από το θέατρο μέχρι να τελειώσει η παράσταση.
Από την άλλη, η Βλαχοπούλου, άρχισε να αραιώνει τις τραγουδιστικές της εμφανίσεις στα κέντρα, για να μπορεί να τον περιποιείται.
Αναγνώριζε μάλιστα ότι είναι πολύ υπομονετικός μαζί της. ΄Ελεγε: «Δεν διαμαρτύρεται ο κακομοίρης.
Μπαίνει στο σπίτι και βλέπει όλα τα έπιπλα σε άλλες θέσεις και το μόνο που ρώτησε είναι “που είναι η κρεββατοκάμαρα”….Κάποια άλλη φορά, γύρισα στο σπίτι και του ανακοίνωσα, πως πούλησα το σπίτι.
Αντί να μου βάλει τις φωνές, ρώτησε στωϊκά “Πούλησες το σπίτι;”…» Η μόνη φορά που αντέδρασε δυναμικά, ήταν όταν της επέβαλε να πουλήσει τη βάρκα (στην Ρένα άρεσε πολύ να ψαρεύει), επειδή κινδύνεψε μια φορά σε καταιγίδα, που παρέσυρε τη βάρκα. Ο Λαφαζάνης ήταν πολύ όμορφος και τραβούσε πάνω του τα γυναικεία βλέμματα. Η Ρένα ήταν περήφανη για την ομορφιά του άνδρα της.
Ομολογούσε ότι ζήλευε, αλλά δεν το έδειχνε. Η Βλαχοπούλου, υπήρξε πρότυπο παραδοσιακής συζύγου, βαθειά θρησκευόμενο άτομο, που νοιαζόταν για όλους τους ανθρώπους που έπασχαν και βοηθούσε πολύ και τους νέους ηθοποιούς.
Αγαπούσε πολύ τα ζώα, ήταν φανατική καπνίστρια και τα χόμπυ της ήταν το ψάρεμα, η μαγειρική και το «χαρτάκι» με φίλους. Ο Μάκης Δελαπόρτας (που επιμελήθηκε τον εξαίρετο τόμο της βιογραφίας της, που αποτέλεσε από τις βασικές πηγές για το παρόν αφιέρωμα), βρέθηκε πολλά χρόνια κοντά της και η μαρτυρία του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Ανέφερε: «Η Ρένα ήταν δύσκολος άνθρωπος.
Δεν έκανε παρέα με ανθρώπους του χώρου.
Στο σπίτι της ήταν με τον άνδρα της, απλή νοικοκυρά, είχε πάθος με την τάξη και την καθαριότητα.
Φύλακας άγγελος για πολλούς. ‘Ηταν “σφιχτή” σε μηδαμινά, ανούσια πράγματα….Αλλά αν είχες ανάγκη πραγματική, θα έβγαζε ένα φακελάκι και θα σου έδινε λεφτά….Εγώ ο ίδιος πήγαινα χρήματα από κείνη σε κάποιους ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη.
Χτυπούσε πόρτες σε φτωχά σπίτια που δεν τους ήξερε και έδινε φακελάκια….» Στην φιλανθρωπία της, σαν κύριο στοιχείο του χαρακτήρα της, αναφέρθηκε και ο αδελφός της Σπύρος Βλαχόπουλος, στη συνέντευξη που παραχώρησε στην “News” : «Η Ρένα έδινε όταν έπρεπε και εκεί που έπρεπε.
Βοήθησε πάρα πολύ την κουμπάρα της Λίντα ΄Αλμα.
Την είχε παντρέψει με τον Κατράκη.
Λόγω οικονομικών προβλημάτων λοιπόν, η Ρένα ήταν πάντα παρούσα.
Το ίδιο έκανε και με τη μάνα του Χρόνη Εξαρχάκου, όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή.
Την είχε σαν δική της μητέρα και της πλήρωνε τα πάντα, μέχρι που η ηλικιωμένη πέθανε.
Κάπως έτσι λειτούργησε και με την συνάδελφό της Μπελίντα. ΄Όταν προσβλήθηκε από καρκίνο, η Ρένα ήταν εκείνη που της πλήρωνε όλες τις χημειοθεραπείες». Το πηγαίο χιούμορ της, ήταν ένα ακόμα από τα χαρακτηριστικά της, που την έκανε πάντα το επίκεντρο της παρέας.
Υπήρξε άφταστη στους αυτοσχεδιασμούς, τόσο που ο Σακελλάριος με το συνεργείο, κατέγραφε όσα έλεγε και περίμενε να δει πως θα το τελειώσει.
Κάθε αυτοσχεδιασμός της, ήταν ένα κωμικό αριστούργημα, όπως ανέφερε ο Σακελλάριος.
Πολλές από τις παροιμιώδεις ατάκες της, αποδίδονται σε δικούς της αυτοσχεδιασμούς. Η Βλαχοπούλου ήταν άτομο, που δεν του άρεσε να δίνει συνεντεύξεις και γενικότερα να μιλάει για τον εαυτό της.΄Όταν όμως έδινε συνεντεύξεις, ήταν απόλαυση, με τις απαντήσεις της: «Κάποτε έλεγαν πως για μένα και τον Αλεξανδράκη, θα κλάψει όλη η Ελλάδα αν θα πεθάνουμε.Κι΄εγώ όταν τους άκουγα, τους απαντούσα: “άμα πεθάνουμε, κάντε ό,τι θέλετε”. Στην ιδιωτική της ζωή, οργιζόταν όταν κάποιος της ζητούσε να αφηγηθεί κάτι κωμικό. ΄Ενοιωθε ότι κάτι τέτοιο την προσέβαλε και την υποτιμούσε, πως δεν την θεωρούσαν καλλιτέχνιδα αλλά καραγκιόζη, που τους κάνει να γελάνε.
Δεν χαριζόταν όμως.
Απαντούσε με τον μοναδικό…κερκυραϊκό της τρόπο: «Μωρή, άει στο διάολο που μου ζητάς πρωϊνιάτικα να σου πω κάτι κωμικό.
Τί κωμικό; Πάνω να ψωνίσω!» Ο διάσημος τενόρος Μάριος Φραγκούλης, ήταν ανηψιός της.
Μιλώντας στην εφημερίδα “Real” και αναφερόμενος στην προσωπικότητά της και την σχέση τους, είπε γι΄αυτήν, μεταξύ άλλων: «Η θεία Ρένα, κέρδισε τις καρδιές όλου του κόσμου με τον αυθορμητισμό της και το πηγαίο χιούμορ της. ΄Ετσι ακριβώς ήταν και στη ζωή και με κέρδισε και μένα.
Με επηρέασε σε πάρα πολλά επίπεδα, κυρίως στο ότι, μέσα από πολύ σκληρή δουλειά βρίσκεις την ελευθερία της έκφρασής σου και ότι, πολύ απλά, τίποτα δεν είναι τυχαίο.΄Ηταν η πρώτη που πήγαινε στο θέατρο και η τελευταία που έφευγε…» Στο ερώτημα, αν η Βλαχοπούλου ήταν «σταρ» και αν υπάρχουν σήμερα «σταρ» στην Ελλάδα, απάντησε: «Η Βλαχοπούλου, έκανε τη νοικοκυρά σταρ. ΄Ηταν το κορίτσι της διπλανής πόρτας, που κατάφερε μέσα από τους ρόλους της, να αναδείξει την ανθρωπιά και την απλή φινέτσα.
Η μόνη με την οποία μπορώ να την συγκρίνω, είναι η Μπάρμπαρα Στρέϊζαντ, μια πολύ μεγάλη θεατρίνα. ΄Αρα, ναι, υπήρξε μεγάλη σταρ». Ο αδελφός της Σπύρος Βλαχόπουλος, αναφέρθηκε στην εφημερίδα “News”, με μεγάλη συγκίνηση για το τελευταίο διάστημα της ζωής της: «Υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελα να της πω, αλλά δεν πρόλαβα. Η Ρένα “χανόταν”, “έσβηνε” σιγά σιγά, χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Την έπαιρνα θυμάμαι με το αυτοκίνητο και την έκανα βόλτες στην Αθήνα. ΄Αλλοτε με αναγνώριζε άλλοτε την ένοιωθα σαν αερικό που απλώς είχα δίπλα μου την παρουσία της». Ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι η Ρένα δεν ήθελε να κάνει παιδιά: «΄Ηθελε οικογένεια αλλά δεν ήθελε να κάνει παιδιά…όταν τελικά αποφάσισε να κάνει ένα απόγονο, ήταν αργά…» Η Βλαχοπούλου, αναφερόμενη σ΄αυτό το θέμα είχε πει: «Εμένα προσωπικά δεν μου έλειπε το παιδί.Απλά για το Γιώργο μου ήθελα να το κάνω.
Δεν ξέρω όμως αν θα μπορούσα να είμαι κοντά του, να το μεγαλώσω εγώ σωστά, και όχι οι ξένες γυναίκες.
Να κάνω δηλαδή, ό,τι κάνουν όλες οι μανάδες του κόσμου. ΄Ισως ο Θεός δεν μου έδωσε παιδιά, γιατί με είχε προορίσει για άλλο σκοπό». Μεγάλη λατρεία είχε η Βλαχοπούλου, στην γενέτειρά της, την Κέρκυρα και τους συμπατριώτες της, εξ ου και επιχείρησε να γυριστεί η ταινια «Η κόμισσα της Κέρκυρας», για να προβληθούν οι ομορφιές του νησιού της, τα αξιοθέτα και τα μνημεία του.
Η ταινία όντως, αποτέλεσε μια τεράστια τουριστική καμπάνια για την Κέρκυρα και οι συχνές επαναπροβολές της από την τηλεόραση, λειτουργούν σαν διαχρονικό διαφημιστικό του νησιού.
Η ίδια, είχε αγοράσει σπίτι στην Παλαιοκαστρίτσα, όπου έκανε τις διακοπές της.
Από την άλλη, χρησιμοποιούσε συχνά στις ταινίες της, το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, προσθέτοντας στο σενάριο και κερκυραϊκού ύφους ατάκες. ▓ Το 1995, η Ρένα Βλαχοπούλου, βραβεύτηκε με το Αναμνηστικό Μετάλλιο «Δημήτρη Ψαθά» για την ερμηνεία της στην «Χαρτοπαίχτρα». Το 2002, η γενέτειρά της την τίμησε, μετονομάζοντας το θέατρο του πρώην ανακτόρου «Μον Ρεπό», σε θέατρο «Ρένα Βλαχοπούλου» Την ιδια χρονιά, κυκλοφόρησε από τις εκδ. «΄Αγκυρα», με επιμέλεια του Μάκη Δελαπόρτα, η βιογραφία της, με τίτλο «Βίβα Ρένα», η παρουσίαση της οποίας έγινε στο θέατρο «Ακροπόλ» (ένα θέατρο απόλυτα συνδεδεμένο με την καριέρα της), όπου και της απονεμήθηκε το «Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών». Το 2003, της απονεμήθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο, ο «Χρυσούς Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικος», για την πολυετή προσφορά της στην Τέχνη. ▓ ΘΑΝΑΤΟΣ Στο τέλος της δεκαετίας του ’90, άρχισε να καταβάλεται από σακχαρώδη διαβήτη, που σταδιακά την ακινητοποίησε. ΄Ηταν τότε, που ο σύζυγός της, την εκπροσωπούσε σε όλες τις εκδηλώσεις που γινόντουσαν προς τιμήν της, μεταφέροντας στον κόσμο την αγάπη της και τη συγκίνησή της.
Παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν σταμάτησαν οι εκδηλώσεις αγάπης του κόσμου στο πρόσωπό της, η Ρένα κλεινόταν μέρα με τη μέρα στον εαυτό της, παρουσιάζοντας εικόνα κατάθλιψης. Τον Ιούλιο 2004, το σάκχαρο υποτροπίασε και επέφερε διάτρηση στομάχου και η Βλαχοπούλου εισήχθη επειγόντως στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, προκειμένου να χειρουργηθεί.
Η μετεγχειρητική πορεία της, παρουσίασε πολλές δυσκολίες, διότι αντιμετώπιζε και άλλα προβλήματα υγείας.
Τις τελευταίες μάλιστα μέρες, είχε πέσει σε κόμμα.
Στο πλευρό της, πάντα ο σύζυγος της, πολλοί συγγενείς και φίλοι.
Πέθανε στις 7 το απόγευμα της Πέμπτης 29 Ιουλίου 2004.
Ως αιτία θανάτου το ιατρικό ανακοινωθέν, ανέφερε «αιφνίδια ανακοπή καρδιάς». Η σορός της την επομένη (30 Ιουλίου) τέθηκε σε λαϊκό προσκήνυμα στο παρεκκλήσι του Αγίου Λαζάρου, στο Α΄νεκροταφείο Αθηνών.
Από το ίδιο νεκροταφείο, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 31 Ιουλίου 2004 και η κηδεία της (Τι σύμπτωση!!! Τρία χρόνια πριν, στις 31 Ιουλίου είχε πεθάνει και ο σημαντικότερος συνεργάτης της, ο Γιάννης Σπάρτακος), δημοσία δαπάνη.
Για να την συνοδεύσει στην τελευταία της κατοικία, ήρθε ειδικά από την Κέρκυρα η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρίας «Μάντζαρος». Την ημέρα της κηδείας της, όλα τα καταστήματα στην Κέρκυρα, παρέμειναν κλειστά, λόγω πένθους.
Στην κηδεία της, παρευρέθηκαν πολλοί συνάδελφοί της και πλήθος κόσμου που την λάτρεψε.
Η ΄Αννα Φόνσου, είχε χαρακτηριστικά: «Χάσαμε την αιώνια έφηβη της σκηνής και της οθόνης. Η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν, μια Ολυμπιονίκης της ζωής, Ολυμπιονίκης στο κέφι, στη χαρά». Με την αναγγελία του θανάτου της, απ΄όλους τους πολιτικούς χώρους, εκδόθηκαν ανακοινώσεις και εκφράστηκαν συλλυπητήρια. Ο Κώστας Καραμανλής (τότε Πρωθυπουργός και υπουργός πολιτισμού) ανέφερε: «Η Ρένα Βλαχοπούλου, η μεγάλη κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου, σφράγισε με το πηγαίο ταλέντο της, μια ολόκληρη εποχή.Με την ποιότητα της τέχνης της, το μοναδικό της χαρακτήρα και το ήθος της, κέρδισε την αγάπη των Ελλήνων…». Ο τότε Προεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γ. Παπανδρέου, ανέφερε: «΄Ηταν μια λαμπρή ηθοποιός από τους μεγάλους του κινηματογράφου και του θεάτρου μας,με γνήσια καλλιτεχνική φλέβα.
Χάρισε γέλιο, χαρά και ψυχαγωγία σε όλους τους ΄Ελληνες, που την αγάπησαν και θα την θυμούνται πάντα μέσα από τις ταινιες της». Η Αλέκα Παπαρρήγα, τότε Γ.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΕ, είπε: «Μεγάλη απώλεια για όλους.
Ο κόσμος της Επιθεώρησης, του τραγουδιού, του κινηματογράφου, έχασε μια μεγάλη καλλιτέχνιδα…». Η ανακοίνωση του Συνασπισμού, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Θα μείνει αξέχαστη για τη ζωντάνια και λαϊκότητά της. ΄Εκφρασε με τρόπο αυθεντικό την μέση Ελληνίδα, σε όλες της τις εκφράσεις…» ► Η Ρένα Βλαχοπούλου, ήταν πάντα κάτι παραπάνω, απ΄όσα μπορούσε να δει καθένας μας σ΄αυτήν.
Η φωνή της, κουβαλούσε τα φεγγάρια της νιώτης, των ερώτων, των ονείρων μας, στο γέλιο της άστραφτε η μέρα και λικνιζόταν η ελπίδα, με το αυτοσαρκαστικό χιούμορ της, ξόρκιζε τη μιζέρια και έκανε το ανεκτίμητο δώρο της ζωής, να αστράφτει. ΄Ηταν πάντα ένα ανέφελο χαμόγελο, που εισχωρούσε στις ψυχές του κόσμου και γεννούσε αισιοδοξία.
Απλή, προσιτή, αυθεντική, φινετσάτη, πάντα καλοντυμένη, ανθρώπινη, ένα κομμάτι ανέπαφης χαράς και κάλλους, στην λαϊκή συνείδηση.
Ο κόσμος την λάτρεψε, την ακολούθησε, την ακολουθεί και αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ.
Θα συνεχίζεται, όσο υπάρχει η ανάγκη των ανθρώπων να τινάξουν από πάνω τους τα προβλήματα και να απαλλάξουν τη ζωή τους από τις σκιές. Η Βλαχοπούλου, θα εκφράζει πάντα την ανάσα και την αντίσταση του απλού ανθρώπου, σε όσα και όσους τον πληγώνουν και συρρικνώνουν τη ζωή του.
Θα είναι το φυλακτό του γέλιου, καρφιτσωμένο στις καρδιές μας, που διατηρεί την ελπίδα και ο αντίλογος, σε όσους διαχρονικά ψεύδονται, κλέβοντας τα όνειρά μας και το προϊόν του μόχθου μας, διασφαλίζοντας μόνιμα τα δικά τους συμφέροντα.
Και πάντα, θα μπορούμε να απευθύνουμε μαζί της, σε όλους αυτούς, την ιστορική της ατάκα, αλλάζοντας κατά περίπτωση τον αποδέκτη: «Σούζυ τρως!!! Και τρως και ψεύδεσαι!!!»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους