[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

1974, ο Γιώργος Μητρόπουλος από την Ηλεία, φοιτητής τότε Νομικής εργαζόταν ως σερβιτόρος στο ζαχαροπλαστείο του Φλόκα της Πανεπιστημίου. Ως “γραμματιζούμενος”, ο μετρ του Φλόκα του ανέθεσε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

1974, ο Γιώργος Μητρόπουλος από την Ηλεία, φοιτητής τότε Νομικής εργαζόταν ως σερβιτόρος στο ζαχαροπλαστείο του Φλόκα της Πανεπιστημίου.

Ως “γραμματιζούμενος”, ο μετρ του Φλόκα του ανέθεσε αποκλειστικά τη φροντίδα της μεγάλης ροτόντας, του τραπεζιού των ποιητών, του Μάνου και του Νίκου από όπου περνούσαν έστω για έναν καφέ όλοι σχεδόν οι πνευματικοί άνθρωποι της γενιάς τους. « Καθώς σερβίριζα τον καφέ του, συχνά με ρωτούσε για τον τόπο μου, τους θρύλους και τις ιδιαίτερες παραδόσεις του, αυτός ήταν από την γειτονική Αρκαδία, κι εγώ του αράδιαζα ιστορίες άλλες θρυλούμενες άλλες πραγματικές.

Μια μέρα του αφηγήθηκα ένα έγκλημα τιμής που συνέβη το 1960 στο χωριό μου. Ο Γιάννης ήταν μουσικός, έπαιζε κιθάρα και τραγούδαγε όμορφα τα δημοτικά και παρέα με έναν συγχωριανό του βιολιστή πήγαιναν σε πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια και γλέντια σε ορεινή Ηλεία και Γορτυνία.

Τα καλοκαίρια έφερναν τα όργανα στο καφενείο του χωριού και το αυτοσχέδιο γλέντι κράταγε ως το πρωί - ονειρεμένα βράδια, φεγγάρια ολόγιομα. Ο Γιάννης είχε κλέψει από έρωτα τη γυναίκα του και είχαν μαζί εφτά παιδιά, έξι αγόρια και μία κόρη, το Φροσί, που δούλευε υπηρέτρια στην Αθήνα από τα 16 της.

Σε ένα τέτοιο γλέντι, ο Γιάννης μαθαίνει πως ο κολλητός του ο βιολιστής έχει σχέση με τη γυναίκα του.

Στη ροδαυγή, την σκοτώνει! Ήταν Αύγουστος, η δίκη έγινε στην Πάτρα αλλά αθωώθηκε ήταν “εν βρασμώ ψυχής”, όταν έφτασε η είδηση, όλο το χωριό πανηγύρισε. Ο Γιάννης ήταν ο μικρότερος αδελφός του παππού μου και μετά την αθώωση τον υποδέχτηκαν στη σάλα του πατρικού μου τα παιδιά του και όλοι οι συγγενείς, ήρθε και το Φροσί από την Αθήνα, αργότερα όμως μην αντέχοντας το χαμό της μάνας της, το Φροσί αυτοκτόνησε στα 18 της! Λίγους μήνες μετά την αφήγησή μου στο τραπέζι του Νίκου εμφανίστηκε ο Μάνος (έλειπε στην Αμερική) και άρχισαν να δουλεύουν τον κύκλο “ Αθανασία ” συμπεριλαμβάνοντας το θρυλικό τραγούδι.

Την ίδια εποχή, το 1973, ο Νίκος Κοεμτζής σκοτώνει τρεις ανθρώπους και τραυματίζει άλλους έξι σε νυχτερινό κέντρο, καταδικάζεται σε θάνατο, η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια και τελικά αποφυλακίζεται 23 χρόνια αργότερα.

Πέντε χρόνια μετά, ο Διονύσης Σαββόπουλος θα κάνει την ιστορία του Κοεμτζή τραγούδι το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο», που στην συναυλία του στο Ηρώδειο στην αφιερωμένη στον Μάνο σχεδόν θα το αποκηρύξει μπροστά στο αριστούργημα του Γκάτσου! «Έγραψα 90 στίχους, 15 λεπτά τραγούδι και τίποτε, ο Γκάτσος μέσα σε 21 λιτούς στίχους έφτιαξε ένα αριστούργημα», 21 στίχοι σπάνιας λιτότητας, κρυστάλλινης διαύγειας και αφηγηματικής δύναμης.

Σημειώνει ο Μάνος Ελευθερίου : Όλα λέγονται τηλεγραφικώς… Όλα πρέπει να ειπωθούν γρήγορα για να φτάσουμε στο σημείο της συνάντησης των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας.

Με μια διαφορά: εδώ δεν υπάρχει λύτρωση, η τραγωδία έχει ήδη συντελεστεί, δεν θα δοθεί καμία εξήγηση, ούτε ευθύνες θα ζητηθούν από κανέναν…το πιο σημαντικό: όλα θα γίνουν μέσα στην απόλυτη ΣΙΩΠΗ. στο τραγούδι δεν γίνεται έστω και νύξη για το πώς βγήκε από τη φυλακή, πήρε χάρη ή εξέτισε ολόκληρη (πόση άραγε;) την ποινή του… Για να κάνει όμως αυτή την εσπευσμένη επίσκεψη στο μοιραίο σπίτι, σημαίνει πως ο φονιάς δεν είχε καμία αναστολή και καμία τύψη.

Ο φόνος έγινε πιθανότατα για να ξεπλύνει μια προσβολή.

Για τους Πελοποννήσιους η σάλα του σπιτιού δεν είναι ένα απλό δωμάτιο αλλά ο ανοιχτός χώρος κάθε οικογένειας, εκεί υποδέχονται και φιλοξενούν τον ξένο, εκεί η κοινότητα μοιράζεται τις χαρές και τις λύπες της οικογένειας, κι ο Γκάτσος από την Αρκαδία το γνωρίζει από τα γενοφάσκια του.

Εκεί λοιπόν στην σάλα θα δοθεί η τελική λύση χωρίς να ειπωθεί κουβέντα … "Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα, Του φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα»…Νομίζω ότι τέτοια κορυφαία δραματουργική σκηνή μόνο ο Γκάτσος θα κατάφερνε στα χρόνια μας, αρματωμένος καθώς ήταν με τόση θεατρική φόρτιση και παιδεία.

Το τέλος του μονόπρακτου – γιατί για θεατρικό μονόπρακτο πρόκειται, όχι ένα απλό τραγούδι, σύντομο κι αυτό, καμωμένο από τους ίδιους λιγοσύλλαβους, λαχανιαστικούς στίχους. Ο Γιάννης, από την «άκρη της γωνιάς» κάθισε μαζεμένος (άλλη μια θεατρική σκηνή), και ανακαλεί σιωπηλός χωρίς πια να διεκδικεί τίποτα, «θυμήθηκε ξανά / φεγγάρια μακρινά / και τ’ όνειρο που εχάθη» αυτό τον κατέτρωγε όλα τα χρόνια μέσα στη φυλακή, αυτή η ανάμνηση της οριστικά χαμένης ευτυχίας του θα τον κατατρώγει και στο εξής… « Τέτοιο τραγούδι δεν θα ξαναγραφτεί τουλάχιστον για τα χρόνια που μας απομένουν…τελειώνει ο Μάνος Ελευθερίου.

Όταν το φθινόπωρο του 1976 ο Μανώλης Μητσιάς μπήκε στο στούντιο για να το ηχογραφήσει, είχε κατά νου να το ερμηνεύσει σαν ένα βαρύ χασάπικο. «Δεν κατάλαβες!… Συνωμοτικά θα το πεις», του ξέκοψε ο Χατζιδάκις. Ο Μανώλης που έχει ερμηνεύσει τα περισσότερα τραγούδια του Γκάτσου τον θεωρεί τον σπουδαιότερο άνθρωπο της ζωής του, δεύτερο πατέρα, ποτέ του δεν είχε το θάρρος να τον πει Νίκο ή κύριο Νίκο, πάντα κύριο Γκάτσο.

Μια λεπτομέρεια που πήγαινε κόντρα στη δημόσια εικόνα του Γκάτσου ήταν η μανία του με τη ρουλέτα.

Μέχρι το 1987, που είχε αντοχές, κάθε Δευτέρα στο καζίνο της Πάρνηθας μαζί με τον φίλο του Σωτήρη Μουστάκα.

Με διάφορους συνδυασμούς των αριθμών της ρουλέτας είχε ανακαλύψει κάποιο σύστημα για να κερδίζει με την προϋπόθεση ότι σταματούσες εγκαίρως!. Σημ.

Για την ιστορία να ειπωθεί, ότι υπάρχει μια δεύτερη εκδοχή, την οποία διέσωσε ένας επιστήθιος φίλος του Μάνου Λοΐζου, επικαλείται ότι του είπε ο Γκάτσος ότι ο Γιάννης ο φονιάς δεν σκότωσε ποτέ κανέναν.

Ο αδελφός του Γιάννη, πατέρας τεσσάρων παιδιών, σκότωσε για λόγους τιμής έναν συγχωριανό του και ο Γιάννης, αρραβωνιασμένος με το Φροσί, πήρε το φονικό απάνω του για να μην ορφανέψει η φαμίλια του αδερφού του για αυτό και το Φροσί «Του φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά» γιατί τα χέρια αυτά ήταν αθώα, δεν είχαν διαπράξει φόνο!. "21 στίχοι σπάνιας λιτότητας, κρυστάλλινης διαύγειας και αφηγηματικής δύναμης" "Τέτοιο τραγούδι δεν θα ξαναγραφτεί τουλάχιστον για τα χρόνια που μας απομένουν…" Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη.

Προχτές την Κυριακή μετά απ’ τη φυλακή επέρασ’ απ’ το σπίτι.

Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα.

Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα.

Του φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα.

Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν’ αντέξει κι ούτε ένας συγγενής να πει δεν βρήκε λέξη.

Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς με του καημού τ’ αγκάθι. Θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη. Δημήτρης Τριάντος

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences