[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ 21ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ Η 21η Απριλίου μέσα από τη μαρτυρία ενός πρωταγωνιστή της, του Στέφανου Καραμπέρη ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΡΗ: Η Επανάσταση της 21ης Απριλίου και τα κινήματα Βασιλέως και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ 21ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ Η 21η Απριλίου μέσα από τη μαρτυρία ενός πρωταγωνιστή της, του Στέφανου Καραμπέρη ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΡΗ: Η Επανάσταση της 21ης Απριλίου και τα κινήματα Βασιλέως και Ιωαννίδη Τ ο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 με βρήκε μαθητή της Α΄ Γυμνασίου στην Αξιούπολη.

Ήταν το δεύτερο ισχυρό πολιτικό ερέθισμα που αποτυπώθηκε στη μνήμη μου.

Το πρώτο ήταν η συγκέντρωση του Γεωργίου Παπανδρέου στην πλατεία Αριστοτέλους, την οποία «παρακολούθησα» καθισμένος στους ώμους του παππού μου.

Η τρίτη καθοριστική πολιτική στιγμή ήρθε το 1972, στην Πάρμα της Ιταλίας, όταν μαζί με λίγους ακόμη Έλληνες δημιουργήσαμε μια υποτυπώδη οργάνωση του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος, του ΠΑΚ.

Στη συνείδησή μου είχαν ήδη αποτυπωθεί δύο γεγονότα που σημάδεψαν τον αντιδικτατορικό αγώνα: ο αυτοπυρπολισμός του Κώστα Γεωργάκη στη Γένοβα, το 1970, και αργότερα το Κίνημα του Ναυτικού, το 1973.

Αυτές οι εμπειρίες αποτέλεσαν την αφετηρία του πολιτικού προβληματισμού μου.

Έκτοτε παρακολουθώ, όσο μπορώ, όσα σχετίζονται με το πραξικόπημα του 1967, τη δικτατορία και τις συνέπειές της.

Η γνωριμία με τον Δημήτρη Καραμπέρη Πριν από μερικές εβδομάδες γνώρισα τον αντιστράτηγο ε.α. Δημήτρη Καραμπέρη, συγγραφέα του βιβλίου «Εύελπις: Η υπερτάτη τιμή», την παρουσίαση του οποίου συντόνισα στη Στρατιωτική Λέσχη Θεσσαλονίκης. Ο Δημήτρης Καραμπέρης είναι γιος του Στέφανου Καραμπέρη, αξιωματικού που συμμετείχε στον αρχικό πυρήνα των στρατιωτικών της 21ης Απριλίου.

Έκτοτε τον ρωτούσα συχνά για λεπτομέρειες που με ενδιέφεραν και τις οποίες ενδεχομένως είχε ακούσει από τον πατέρα του. Ο Στέφανος Καραμπέρης καταδικάστηκε μετά τη Μεταπολίτευση για εσχάτη προδοσία λόγω της συμμετοχής του στο πραξικόπημα.

Ο γιος του μου συνέστησε να διαβάσω το βιβλίο του πατέρα του «Η Επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967 και τα Κινήματα Βασιλέως και Ιωαννίδη». Το διάβασα και θεωρώ ότι αξίζει να παρουσιαστούν ορισμένα σημεία του, επειδή περιέχει πληροφορίες και ισχυρισμούς που δεν είναι ευρέως γνωστοί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετώ την οπτική του συγγραφέα.

Κάθε ιστορική μαρτυρία —και πολύ περισσότερο η μαρτυρία ενός ανθρώπου που συμμετείχε στα γεγονότα— πρέπει να ελέγχεται και να διασταυρώνεται με άλλες πηγές.

Εδώ παρουσιάζω όσα υποστηρίζει ο ίδιος ο Στέφανος Καραμπέρης.

Ο διοικητής της ΚΥΠ Θεσσαλονίκης Το όνομα του Στέφανου Καραμπέρη δεν μου ήταν άγνωστο.

Ως συνταγματάρχης υπήρξε διοικητής της ΚΥΠ στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Αρκετοί Θεσσαλονικείς εκείνης της περιόδου θα είχαν, άμεσα ή έμμεσα, ακούσει για τη δράση του.

Προσωπικά είχα ακούσει το όνομά του από τον Αντώνη Πεκλάρη, αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη», στην οποία εργάστηκα επί 19 χρόνια.

Η «Θεσσαλονίκη», μαζί με τη «Βραδυνή», δημοσίευσε τον Απρίλιο του 1973 τις δηλώσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή που προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της δικτατορίας.

Σύμφωνα με όσα μου είχε αφηγηθεί ο Αντώνης Πεκλάρης, την επομένη της δημοσίευσης ο Καραμπέρης τηλεφώνησε στον εκδότη της «Θεσσαλονίκης» και της «Μακεδονίας», Ιωάννη Βελλίδη, και του ζήτησε, σε αυστηρό ύφος, να παρουσιαστεί στο γραφείο του στην ΚΥΠ.

Το περιστατικό αυτό έχει ιδιαίτερη και αυτοτελή σημασία και αξίζει να παρουσιαστεί αναλυτικά σε άλλη ευκαιρία.

Η κρίσιμη τομή του 1935 Στη δική μου προσπάθεια να κωδικοποιήσω τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις που ακολούθησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή, θεωρώ κρίσιμη καμπή τα γεγονότα του 1935.

Μετά την αποτυχία του βενιζελικού κινήματος του Μαρτίου και την επικράτηση του Γεωργίου Κονδύλη, μεγάλος αριθμός βενιζελικών αξιωματικών αποτάχθηκε από τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Οι εκκαθαρίσεις δεν αποτέλεσαν μια απλή διοικητική μεταβολή.

Εδραίωσαν τον πολιτικό και ιδεολογικό διχασμό μέσα στο στράτευμα, απομακρύνοντας έμπειρα στελέχη και ενισχύοντας τον έλεγχό του από τη φιλοβασιλική παράταξη.

Το μένος εναντίον των αποτάκτων ήταν τόσο έντονο ώστε, όταν ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος το 1940 και αρκετοί προσφέρθηκαν να επιστρέψουν στην ενεργό υπηρεσία και να πολεμήσουν στο αλβανικό μέτωπο, πολλές από τις αιτήσεις τους δεν έγιναν δεκτές.

Μετά τη γερμανική εισβολή και την Κατοχή, ορισμένοι από αυτούς τους αξιωματικούς, αδυνατώντας να παραμείνουν αδρανείς απέναντι στον κατακτητή, εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ.

Δεν ήταν κομμουνιστές.

Για αρκετούς, η επιλογή υπαγορεύθηκε πρωτίστως από τον πατριωτισμό τους, την επιθυμία να πολεμήσουν τις δυνάμεις κατοχής και την απουσία άλλης δυνατότητας οργανωμένης ένοπλης δράσης. Ο ΕΛΑΣ αποτελούσε τον στρατιωτικό βραχίονα του ΕΑΜ, στο οποίο το ΚΚΕ είχε εξαρχής καθοριστική παρουσία και σταδιακά απέκτησε κυρίαρχο έλεγχο.

Στις τάξεις του, ωστόσο, βρέθηκαν άνθρωποι διαφορετικής πολιτικής προέλευσης: κομμουνιστές, σοσιαλιστές, δημοκρατικοί βενιζελικοί, μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί, αλλά και πολίτες χωρίς προηγούμενη κομματική ένταξη.

Οι παλιές διαιρέσεις δεν ξεπεράστηκαν μετά την Απελευθέρωση.

Ενσωματώθηκαν στη νέα εμφυλιοπολεμική αντιπαράθεση και επηρέασαν βαθιά τη συγκρότηση, την ιδεολογία και τη λειτουργία των μεταπολεμικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Αυτό είναι το ιστορικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο πρέπει να διαβαστούν όσα γράφει ο Καραμπέρης για την κατάσταση του στρατεύματος μετά την Κατοχή.

Η αντικομμουνιστική ανάγνωση της μεταπολεμικής Ελλάδας Ο Καραμπέρης παρουσιάζει τις Ένοπλες Δυνάμεις μετά την Απελευθέρωση ως αποδιοργανωμένες και βαθιά διχασμένες.

Στις τάξεις τους συνυπήρχαν αξιωματικοί που επέστρεψαν από τη Μέση Ανατολή, απότακτοι του 1935 που επανήλθαν, στελέχη που παρέμειναν στην κατεχόμενη Ελλάδα, άλλοι που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή και ορισμένοι που είχαν προσχωρήσει στις αντιστασιακές οργανώσεις.

Κατά τον ίδιο, η βρετανική στρατιωτική αποστολή επιχειρούσε να επιβάλει τα αγγλικά οργανωτικά πρότυπα και να διατηρήσει τον ελληνικό στρατό υπό την επιρροή της.

Παράλληλα, υποστηρίζει ότι το ΚΚΕ προσπαθούσε να παρεμποδίσει τη δημιουργία αξιόμαχων Ενόπλων Δυνάμεων.

Ως κρίσιμη στιγμή παρουσιάζει την αποκάλυψη, στις αρχές του 1946, μιας συνωμοσίας η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, είχε συντονιστεί από το ΚΚΕ και απέβλεπε στην κατάληψη των διοικήσεων στρατιωτικών μονάδων και, στη συνέχεια, της πολιτικής εξουσίας.

Η αφήγησή του είναι έντονα αντικομμουνιστική και συμβαδίζει με το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν οι αξιωματικοί που αργότερα πρωταγωνίστησαν στο πραξικόπημα.

Από τον Παπάγο στην άνοδο της ΕΔΑ Ο Καραμπέρης θεωρεί κρίσιμη καμπή την ανάληψη της εξουσίας από τον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο.

Ως πρώτο σοβαρό ερέθισμα για την ανάπτυξη πραξικοπηματικών σκέψεων στο στράτευμα παρουσιάζει, όμως, το αποτέλεσμα των εκλογών του 1958, όταν η ΕΔΑ αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση.

Η άνοδος της Αριστεράς ερμηνεύθηκε από έναν κύκλο αξιωματικών όχι ως έκφραση της λαϊκής βούλησης στο πλαίσιο του κοινοβουλευτισμού, αλλά ως απειλή για το πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς. Ο Καραμπέρης φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει ότι η επέμβαση των Ενόπλων Δυνάμεων ήταν, κατά την κρίση του, αναπόφευκτη.

Ως αποκορύφωμα της αγανάκτησης των αξιωματικών παρουσιάζει την υποχρέωσή τους να υποστηρίξουν την ΕΡΕ στις εκλογές του 1961.

Αναφέρεται επίσης στις μεταθέσεις μη αρεστών αξιωματικών κατά τη διακυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου.

Δεν στρέφεται με την ίδια ένταση εναντίον του Γεωργίου Παπανδρέου.

Αποδίδει, αντιθέτως, ιδιαίτερα αρνητικό ρόλο στον Ανδρέα Παπανδρέου, θεωρώντας ότι με την Ένωση Κέντρου θα διευρυνόταν το πεδίο πολιτικής δράσης των κομμουνιστών.

Περιγράφει ακόμη ένα κοινωνικό κλίμα στο οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, οι πολίτες ρωτούσαν τους αξιωματικούς: «Μα τι κάνει ο στρατός; Δεν βρίσκεται κανένας με ψυχή να σώσει τον τόπο;». Πρόκειται, ασφαλώς, για έναν ισχυρισμό που χρησιμοποιείται για να προσδώσει κοινωνική νομιμοποίηση στην εκτροπή.

Ετοίμαζαν επέμβαση και οι στρατηγοί Το σημαντικότερο ίσως σημείο του βιβλίου αφορά την προετοιμασία της στρατιωτικής επέμβασης.

Από την αφήγηση του Καραμπέρη προκύπτει ότι η ιδέα του πραξικοπήματος δεν περιοριζόταν στην ομάδα των συνταγματαρχών, αλλά είχε αναπτυχθεί και στο εσωτερικό της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας.

Κατά τον συγγραφέα, η βασική διαφωνία δεν αφορούσε το εάν θα επενέβαιναν οι Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά το εάν θα έπρεπε να ενημερωθεί προηγουμένως ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.

Αναφέρει ότι είχε αρχικά προσδιοριστεί ως περίοδος επέμβασης το διάστημα μεταξύ 20 και 31 Μαρτίου 1967.

Η κίνηση αναβλήθηκε λόγω προβλημάτων στη μετακίνηση των μονάδων και τελικά ορίστηκε για τη νύχτα της 20ής προς την 21η Απριλίου.

Σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή του, το απόγευμα της 20ής Απριλίου το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο αποφάσισε να αναβάλει την επέμβαση μέχρι την επιστροφή του βασιλιά από την Κρήτη.

Επειδή όμως η κινητοποίηση ορισμένων μονάδων είχε ήδη αρχίσει, οι συνταγματάρχες αποφάσισαν να προχωρήσουν.

Η κυρίαρχη ιστορική αφήγηση θέλει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον στενό πυρήνα των συνταγματαρχών να ενεργούν κρυφά από την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία, προλαβαίνοντας το λεγόμενο «πραξικόπημα των στρατηγών». Ο Καραμπέρης υποστηρίζει μια διαφορετική εκδοχή: ότι η σχεδιαζόμενη κίνηση ήταν κοινή και ότι οι συνταγματάρχες ανέλαβαν την πρωτοβουλία όταν οι στρατηγοί υπαναχώρησαν.

Πρόκειται για ισχυρισμό ιδιαίτερης ιστορικής βαρύτητας, ο οποίος χρειάζεται αντιπαραβολή με τα στρατιωτικά αρχεία και τις μαρτυρίες των άλλων πρωταγωνιστών.

Το βασιλικό κίνημα και η Κοφίνου Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση που κάνει ο Καραμπέρης ανάμεσα στην κρίση της Κοφίνου, τον Νοέμβριο του 1967, στην ελληνοτουρκική ένταση και στην προετοιμασία του βασιλικού κινήματος.

Παραθέτει μάλιστα έναν χαρακτηριστικό διάλογο του βασιλιά με τον διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Περίδη: — Βασιλιάς: «Να κινήσεις περισσότερες μονάδες προς Θεσσαλονίκη». — Περίδης: «Μα, Μεγαλειότατε, δεν μπορώ να εξασθενήσω την έναντι των Τούρκων διάταξη». — Βασιλιάς: «Μην ανησυχείς γι’ αυτό.

Τα έχω τακτοποιήσει με τον Τάλμποτ και δεν πρόκειται να γίνει τίποτε από την πλευρά της Τουρκίας». Ο Φίλιπ Τάλμποτ ήταν τότε πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα.

Εφόσον ο διάλογος αποδίδεται με ακρίβεια, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τις επαφές του βασιλιά με την αμερικανική πλευρά.

Πρόκειται, ωστόσο, και εδώ για μαρτυρία που απαιτεί ανεξάρτητη επιβεβαίωση. Ο Καραμπέρης αποδίδει στον Γεώργιο Ζωιτάκη τον ρόλο του συνδέσμου μεταξύ συνταγματαρχών και στρατηγών και θεωρεί ότι ίδιος ο Καραμπέρης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποτυχία του βασιλικού κινήματος της 13ης Δεκεμβρίου 1967.

Κατά την άποψή του, η επικράτηση του βασιλιά δεν θα οδηγούσε αναγκαστικά στην άμεση αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Θα μπορούσε να οδηγήσει στη συνέχιση της δικτατορίας υπό διαφορετική στρατιωτική ηγεσία.

Η ανατροπή Παπαδόπουλου και η «πραγματική δικτατορία» Ο Καραμπέρης παρουσιάζει τον Παπαδόπουλο ως ηγέτη που επιδίωκε, έστω αργά και ελεγχόμενα, τη μετάβαση προς κάποια μορφή κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης.

Αντίθετα, θεωρεί ότι το πραξικόπημα του Ιωαννίδη στις 25 Νοεμβρίου 1973 ακύρωσε αυτή την πορεία και εγκαθίδρυσε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «πραγματική δικτατορία». Στο βιβλίο του δεν κρύβει την περιφρόνησή του για τη νέα ηγεσία.

Χαρακτηρίζει τον Φαίδωνα Γκιζίκη «μετριότητα» και «υποχείριο του Ιωαννίδη». Την ίδια χαμηλή εκτίμηση εκφράζει για τους επικεφαλής των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, τους οποίους θεωρεί ανεπαρκείς για τις ευθύνες που ανέλαβαν.

Ειδικότερα, χαρακτηρίζει ως αξιωματικούς μέτριων δυνατοτήτων: τον Φαίδωνα Γκιζίκη, τον Γρηγόριο Μπονάνο, τον Ανδρέα Γαλατσάνο, και τον Ιωάννη Ντάβο.

Η κρίση αυτή δεν είναι μια παρεμπίπτουσα παρατήρηση.

Αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ερμηνείας του για την κατάρρευση του καθεστώτος και την κυπριακή τραγωδία.

Κατά τον Καραμπέρη, ο Ιωαννίδης ασκούσε την πραγματική εξουσία από το παρασκήνιο, ενώ στις κορυφαίες θεσμικές και στρατιωτικές θέσεις είχαν τοποθετηθεί άνθρωποι χωρίς το κύρος, την αποφασιστικότητα και τις ικανότητες να αντισταθούν στις επιλογές του.

Η κριτική του Καραμπέρη δεν στρέφεται κατά της στρατιωτικής επέμβασης ως αρχής, αλλά εναντίον εκείνων που, κατά τη γνώμη του, πρόδωσαν ή κακοδιαχειρίστηκαν τη «δική του» 21η Απριλίου.

Η δραματική συνομιλία με τον Γκιζίκη Αποκαλυπτική για το χάος που επικρατούσε στην κορυφή του καθεστώτος είναι μια τηλεφωνική συνομιλία η οποία αποδίδεται στον Φαίδωνα Γκιζίκη και στον Στέφανο Καραμπέρη.

Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του Καραμπέρη, η συνομιλία πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουλίου 1974, μία ημέρα πριν από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Αναφέρεται ότι καταγράφηκε από τον τότε προϊστάμενο των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος ήταν κουμπάρος του Καραμπέρη. Ο Γκιζίκης εμφανίζεται να παραδέχεται ότι η κατάσταση εξελισσόταν εντελώς διαφορετικά από όσα του είχαν διαβεβαιώσει ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριος Μπονάνος και ο Δημήτριος Ιωαννίδης: -«Υπάρχει σοβαρώτατον πρόβλημα με την Κύπρον.

Αλλιώς μου τα έλεγαν ο Μπονάνος με τον Μίμη και αλλιώς εξελίσσεται η κατάστασις». Στη συνέχεια φέρεται να ζητά από τον Καραμπέρη να επιστρέψει στην ενεργό υπηρεσία, να προαχθεί σε αντιστράτηγο και να μεταβεί αμέσως στην Κύπρο για να αναλάβει την ηγεσία της Εθνικής Φρουράς. Ο Καραμπέρης αρνείται και απαντά με οξύτητα: -«Δεν γίνονται αυτά, κύριε Πρόεδρε.

Εκεί που οδηγήσατε την κατάσταση, να στείλετε τον ίδιο τον Ιωαννίδη να βγάλει το φίδι από την τρύπα.

Ή ακόμη και τον Μπονάνο. Εγώ Χατζηανέστης δεν γίνομαι.

Πέσατε εις την παγίδα και ψάχνετε για εξιλαστήρια θύματα;» Η αναφορά στον Γεώργιο Χατζηανέστη, τελευταίο αρχιστράτηγο της Μικρασιατικής Εκστρατείας, είναι δηλωτική. Ο Καραμπέρης υπονοεί ότι του ζητούσαν να αναλάβει την τελευταία στιγμή τη διοίκηση μιας ήδη υπονομευμένης επιχείρησης, ώστε να φορτωθεί στη συνέχεια την ευθύνη της καταστροφής.

Σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, ο Γκιζίκης εκφράζει ανοιχτά πλέον την απογοήτευσή του από τον Ιωαννίδη: «Μα τόσον άχρηστος και σάπιος αποδεικνύεται; Και μας εγέλασεν όλους;» Η απάντηση του Καραμπέρη είναι καταπέλτης: «Όταν σας πλεύρισε πριν το ολέθριο κίνημα, κύριε Πρόεδρε, και σας έταξε θώκους, δεν ήταν σάπιος και άχρηστος; Τώρα χάλασε, έτσι ξαφνικά;» Και συνεχίζει: «Δεν αρνούμαι τις υπηρεσίες προς το Έθνος.

Στείλατέ με να πολεμήσω ως απλό στρατιώτη.

Δεν ταυτίζομαι όμως με προδότες». Στο τέλος της συνομιλίας ο Γκιζίκης φέρεται να εξετάζει ακόμη και την παραίτησή του και να ρωτά εάν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος θα δεχόταν να επιστρέψει στην εξουσία. Ο Καραμπέρης απαντά ότι δεν δίνει καμία πιθανότητα: «Ο Παπαδόπουλος μπορεί να είναι πατριώτης, μπορεί να είναι συναισθηματικός, πλην όμως δεν είναι ηλίθιος και θεωρεί ότι προδόθηκε από φίλους και συνεργάτες στους οποίους είχε τυφλή εμπιστοσύνη». Η συνομιλία, αποτυπώνει μια ηγεσία σε κατάσταση πανικού: τον τυπικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας να ομολογεί ότι παραπλανήθηκε, τον πραγματικό ισχυρό άνδρα να αποφεύγει την ανάληψη επιχειρησιακής ευθύνης και την αναζήτηση ενός απόστρατου αξιωματικού που θα αναλάμβανε, λίγες ώρες πριν από την εισβολή, μια ήδη ακέφαλη Εθνική Φρουρά.

Ακόμη όμως και ως προσωπική μαρτυρία του Καραμπέρη, το κείμενο αποκαλύπτει πώς ο ίδιος επιχείρησε να τοποθετήσει τον εαυτό του απέναντι στην κυπριακή καταστροφή: ως άνθρωπο που είχε προβλέψει την παγίδα, αρνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως εξιλαστήριο θύμα και κατήγγειλε εγκαίρως τους υπευθύνους.

Η ειρωνεία της εκ των υστέρων δικαίωσης Ο Καραμπέρης εμφανίζεται στις σελίδες του βιβλίου του ως σκληρός επικριτής του Ιωαννίδη και των ανθρώπων που τον ακολούθησαν.

Θεωρεί εγκληματικό λάθος ακόμη και τη δημοσιοποίηση πληροφοριών για την ύπαρξη πετρελαϊκών κοιτασμάτων στο Αιγαίο, επειδή, κατά την άποψή του, συνέβαλε στην όξυνση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Η αφήγησή του επιχειρεί να χαράξει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην 21η Απριλίου του Παπαδόπουλου και στο καθεστώς της 25ης Νοεμβρίου του Ιωαννίδη.

Η πρώτη παρουσιάζεται ως στρατιωτική «επανάσταση» με πολιτικό σχέδιο και προοπτική επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό.

Η δεύτερη ως προσωπική δικτατορία ενός παρασκηνιακού αρχηγού, ο οποίος περιβαλλόταν από μετριότητες και οδήγησε τη χώρα στην καταστροφή.

Η διάκριση αυτή είναι βασική για να κατανοήσουμε το βιβλίο, αλλά δεν πρέπει να υιοθετηθεί άκριτα.

Η δικτατορία του Ιωαννίδη δεν γεννήθηκε σε ιστορικό κενό.

Αναπτύχθηκε μέσα στους μηχανισμούς καταστολής, στην πολιτικοποίηση του στρατεύματος και στην κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών που είχε επιβάλει η 21η Απριλίου.

Οι πρωταγωνιστές της πρώτης εκτροπής δημιούργησαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες έγινε δυνατή η δεύτερη.

Η υπόθεση Τσαρουχά Στο βιβλίο του ο Καραμπέρης αναφέρεται και στην υπόθεση του πρώην βουλευτή της ΕΔΑ Γιώργη Τσαρουχά, ο οποίος πέθανε τον Μάιο του 1968 κατά την κράτησή του στα γραφεία της ΚΥΠ Θεσσαλονίκης.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι του απέδωσαν ευθύνες που δεν είχε και ότι η υπόθεση «φορτώθηκε» σε εκείνον.

Μια μαρτυρία που πρέπει να διαβαστεί κριτικά Το βιβλίο του Στέφανου Καραμπέρη δεν αποτελεί ουδέτερη ιστορική μελέτη.

Είναι η απολογία και, ταυτόχρονα, η πολιτική διαθήκη ενός ανθρώπου που συμμετείχε ενεργά στην προετοιμασία και την επιβολή της δικτατορίας.

Η γλώσσα του, η επίμονη χρήση του όρου «Επανάσταση», η αντικομμουνιστική ανάγνωση της μεταπολεμικής ιστορίας και η προσπάθεια δικαιολόγησης της στρατιωτικής επέμβασης αποτυπώνουν το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι πραξικοπηματίες.

Αυτό ακριβώς, όμως, καθιστά τη μαρτυρία του χρήσιμη.

Όχι ως τελική και αδιαμφισβήτητη αλήθεια, αλλά ως πρωτογενές υλικό για να κατανοήσουμε πώς έβλεπαν τον εαυτό τους και την εποχή τους οι άνθρωποι που κατέλυσαν τη δημοκρατία.

Από το βιβλίο προκύπτει ότι η 21η Απριλίου δεν εμφανίστηκε ξαφνικά, ούτε αποτέλεσε αποκλειστικά την αυθόρμητη ενέργεια μιας μικρής ομάδας συνταγματαρχών.

Προηγήθηκαν χρόνια πολιτικοποίησης του στρατεύματος, αντικομμουνιστικής κατήχησης, εκλογικών παρεμβάσεων, φόβου απέναντι στην Αριστερά και ανοχής στην ιδέα ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις μπορούσαν να λειτουργούν ως υπέρτατος ρυθμιστής της πολιτικής ζωής.

Η απαξιωτική κρίση του για τους Γκιζίκη, Μπονάνο, Γαλατσάνο και Ντάβο και η φράση του προς τον Γκιζίκη —«Πέσατε εις την παγίδα και ψάχνετε για εξιλαστήρια θύματα;»— συμπυκνώνουν τη δική του ερμηνεία για το τέλος της δικτατορίας: μια ομάδα ανεπαρκών στρατιωτικών παρέδωσε την πραγματική εξουσία στον Ιωαννίδη και, όταν αντιλήφθηκε την καταστροφή, επιχείρησε να μεταθέσει αλλού την ευθύνη.

Το κρίσιμο ιστορικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ποιος έδωσε την τελική εντολή για το πραξικόπημα στην Κύπρο ή ποιος απέτυχε να αντιμετωπίσει την τουρκική εισβολή.

Είναι πώς ένα καθεστώς που είχε οικοδομηθεί πάνω στην κατάργηση της πολιτικής ευθύνης, στην απουσία θεσμικών αντιβάρων και στην απόλυτη υπαγωγή του κράτους στον στρατιωτικό μηχανισμό μπορούσε να οδηγηθεί σε διαφορετική κατάληξη.

Η αφήγηση του Στέφανου Καραμπέρη δεν δίνει όλες τις απαντήσεις.

Προσφέρει, όμως, ένα ακόμη κομμάτι του παζλ — από την πλευρά ενός ανθρώπου που δεν παρακολούθησε απλώς τα γεγονότα, αλλά συμμετείχε στη δημιουργία τους.

Η τηλεφωνική συνομιλία Γκιζίκη–Καραμπέρη παρατίθεται, σύμφωνα με την αναφερόμενη πηγή, στο βιβλίο «Υποστράτηγος Στέφανος Καραμπέρης: Ένας ταπεινός και ασυμβίβαστος πατριώτης – Η αυτοβιογραφία του 1921-2008», σελ. 447-452, Εκδόσεις Πελασγός. Η αυθεντικότητα της καταγραφής χρειάζεται ανεξάρτητη αρχειακή τεκμηρίωση.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences