Υπάρχουν δύο είδη ρομαντισμού – κι εδώ δεν αναφέρομαι στο σχετικό ιστορικό κίνημα: ο εθνορομαντισμός (πατριωτικός ιδεαλισμός), τον οποίο ενστερνίζονται κυρίως δεξιές ιδεολογίες και ο ψυχορομαντισμός...
Υπάρχουν δύο είδη ρομαντισμού – κι εδώ δεν αναφέρομαι στο σχετικό ιστορικό κίνημα: ο εθνορομαντισμός (πατριωτικός ιδεαλισμός), τον οποίο ενστερνίζονται κυρίως δεξιές ιδεολογίες και ο ψυχορομαντισμός (ευαισθησία για τον Άνθρωπο), που τον υποστηρίζει κυρίως ο χώρος της αριστεράς.
Και οι δύο συμμετέχουν, θέτοντας διαφορετικά προτάγματα ο καθένας, στον θρήνο και τον κοπετό για την καταβαράθρωση των ανθρωπιστικών σπουδών – προφανώς σε αυτά συμμετέχω κι εγώ.
Μετά την ανακοίνωση των βάσεων στις πανεπιστημιακές σχολές ανθρωπιστικού προσανατολισμού διαβάζουμε εκατοντάδες δακρύβρεχτα κείμενα στο διαδίκτυο που διαπιστώνουν, διεκτραγωδούν αλλά δεν προτείνουν λύσεις (τουλάχιστον λύσεις εκτός συντεχνίας) και, το κυριότερο, δεν έχουν ιδιαίτερη επαφή με την πραγματικότητα.
Είναι ρομαντικά.
Από την αρχή του νεοελληνικού κράτους το σχολείο μας φορτώθηκε φιλολογικά μαθήματα και αυτά ήταν ο φορέας της εθνικής ιδεολογίας.
Μέσα από τα αρχαία, την ιστορία και τη λογοτεχνία καταπολεμήθηκε ο Φαλμεράυερ, υποστηρίχτηκε η συνέχεια του γένους κατά το παπαρρηγοπούλειο σχήμα, προωθήθηκε η Μεγάλη Ιδέα, γαλουχήθηκε διαχρονικά η εθνική συνείδηση.
Ως αποτέλεσμα, μέχρι σήμερα οι φιλόλογοι αποτελούν τη βάση του εκπαιδευτικού μας κορμού σε μία χώρα που δεν έχει επιδείξει κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τη γραπτή αρχαία και βυζαντινή της κληρονομία (αν δεν υπήρχε ο τουρισμός ως μόνη βιομηχανία μας και τα μνημεία μας ακόμα θα ρήμαζαν, να είστε σίγουροι), που είναι καθηλωμένη στις νοοτροπίες των προνεωτερικών κοινοτήτων και διακατέχεται από φοβική στάση απέναντι στο μέλλον.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι φιλόλογοι υπηρετούν με συνέπεια ένα πρόγραμμα σπουδών τελείως αναχρονιστικό, που δεν διδάσκει καν ακέραια έργα του Κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας ούτε αρχαία κείμενα, όπου προτεραιότητα έχει η γραμματοσυντακτική ανάλυση, σε επίπεδο αξιών.
Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές: α. Στα επόμενα χρόνια, και παρά τις διαμαρτυρίες της πανίσχυρης συντεχνίας, αναγκαστικά οι ώρες των φιλολογικών μαθημάτων θα συρρικνωθούν (από πού θα πάρει ώρες το Υπουργείο για να εντάξει καινοτόμα μαθήματα στο σχολείο; πώς πιστεύουμε, σ’ ένα απολύτως μαθητοκεντρικό σύστημα, ότι δεν θα μειωθούν τα μισητά για τα παιδιά αρχαία και τα αχρείαστα λατινικά;). Άρα οι φιλόλογοι (που το σύστημα επί χρόνια τους χαϊδεύει, μαζί με άλλες βέβαια μειοψηφούσες ειδικότητες, βαφτίζοντάς τους με τον πρωτοφανή ευφημιστικό όρο «αδιόριστοι εκπαιδευτικοί») θα πρέπει να στραφούν αναγκαστικά σε άλλες επαγγελματικές κατευθύνσεις από αυτές που σπούδασαν. β. Τούτο σημαίνει, επίσης, ότι έχουμε πολύ περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα από όσα χρειαζόμαστε και πολύ περισσότερους εισακτέους από αυτούς που μπορεί να απορροφήσει η αγορά.
Στο επόμενο διάστημα θα πρέπει να γίνει ένας πολύ προσεκτικός σχεδιασμός κατάργησης τμημάτων και απορρόφησης του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού με διοχέτευσή του σε άλλες σχολές (πράγμα που θα σημάνει χρόνια έλλειψη προοπτικής για εξεύρεση πανεπιστημιακής θέσης σε νέους διδάκτορες). Δεν χρειάζεται νομίζω να πω ότι η εδραίωση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε διάστημα πολύ μικρότερο της πενταετίας θα αλλάξει ακόμα περισσότερο το τοπίο, η φιλολογική έρευνα όπως τη γνωρίζουμε ουσιαστικά θα εξαλειφθεί και οι λεγόμενες «καθηγητικές σχολές» θα γνωρίσουν ακόμα χειρότερες μέρες.
Δημοφιλή μεταπτυχιακά προγράμματα (λ.χ. δημιουργικής γραφής) θα περάσουν στα αζήτητα και πιθανότατα μόνο αυτά της ειδικής αγωγής θα διασωθούν.
Στο μέλλον, για να ξέρουμε τι μας γίνεται, τα μόνα σίγουρα και μαζί προσοδοφόρα επαγγέλματα θα είναι οι ειδικότητες που βγάζουν τα απαξιωμένα δυστυχώς ΕΠΑΛ (από ηλεκτρολόγους και υδραυλικούς μέχρι ψυκτικούς, κομμωτές και νυχούδες) και όσα σχετίζονται με την οικοδομή.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό, υπάρχει σε όλες τις χώρες.
Μια κοινωνία που έχει ως φαντασιακό της πρότυπο τον πλούσιο καταναλωτή δεν ενδιαφέρεται για τη μόρφωση και την καλλιέργεια, αφήστε που ο ανθρωπισμός δεν υπηρετεί τους κυνικούς στόχους των ατόμων, επιβαρύνοντάς τα με αχρείαστα ηθικά διλήμματα.
Υπάρχουν λύσεις; Όχι άμεσες, η γενική εικόνα δεν μπορεί να ανατραπεί.
Οι ανθρωπιστικές σχολές θα πρέπει να επανασχεδιάσουν τα προγράμματά τους σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: για τους ελάχιστους φοιτητές/τριες που είναι «φανατικοί για γράμματα» και για τους υπόλοιπους που κοιτάζουν με αγωνία την αγορά εργασίας (λ.χ. μαθήματα επιμέλειας κειμένου, που θα πει για μαθητές/τριες κάτω από τη βάση ότι θα πρέπει να ξεκινήσουν από… ορθογραφικούς και συντακτικούς κανόνες). Και το κυριότερο: η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη πλέον από Σχολές που να διδάσκουν και να βγάζουν φιλολόγους, αλλά πρωτίστως από Σχολές-Ερευνητικά Κέντρα της γραπτής κληρονομιάς της, που θα εκδίδουν υποδειγματικά αρχαία, βυζαντινά και νεότερα κείμενα, θα μελετούν συστηματικά τις πηγές, θα οργανώνουν συνέδρια ουσίας και θα καταστήσουν τη χώρα κέντρο διεθνούς ακτινοβολίας στον τομέα των κλασικών, βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών.
Αν γινόταν αυτό εθνικός στόχος, τότε θα αποκτούσε άλλη αίγλη και η φιλολογία και πιθανόν θα δημιουργούνταν και θέσεις εργασίας για ειδικούς ερευνητές. Και φυσικά, όχι με μισθούς πείνας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους