[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

"Μα σε τι σου'χει φταίξει η ορθοδοξία μας; Γιατί αυτή η εμπάθεια;" Από που να ξεκινήσω... Άλλο ένα επεισόδιο της σειράς. Καλαμάτα, κοντά στο 1960. Ο Χρήστος και η Ιωάννα, δύο νέοι άνθρωποι από δύο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

"Μα σε τι σου'χει φταίξει η ορθοδοξία μας; Γιατί αυτή η εμπάθεια;" Από που να ξεκινήσω... Άλλο ένα επεισόδιο της σειράς.

Καλαμάτα, κοντά στο 1960. Ο Χρήστος και η Ιωάννα, δύο νέοι άνθρωποι από δύο μεγάλες οικογένειες, οι οποίες ως τότε δεν είχαν κανέναν δεσμό μεταξύ τους, παντρεύτηκαν. Ο Χρήστος είχε, ανάμεσα στα πολλά αδέλφια του, κι έναν νεότερο αδελφό, τον Γιώργο. Η Ιωάννα είχε επίσης ανάμεσα στα πολλά, και μια μικρότερη αδελφή, την Ευαγγελία.

Την εποχή εκείνη ο Γιώργος και η Ευαγγελία δεν γνωρίζονταν. Ο Γιώργος ήταν φαντάρος και η Ευαγγελία πολύ νέα, δούλευε στο εργοστάσιο του Καρέλια.

Μεγάλα τα σόγια, δεν πρόλαβαν ποτέ να γνωριστούν καλά, καλά.

Ο γάμος του Χρήστου και της Ιωάννας έγινε, τα χρόνια πέρασαν. Ο Γιώργος και η Ευαγγελία άφησαν πίσω τους την Καλαμάτα και ακολουθώντας ο καθένας τη δική του διαδρομή, βρέθηκαν και οι δύο στην Αθήνα.

Εκεί συναντήθηκαν πραγματικά για πρώτη φορά, ως "ο αδελφός του Χρήστου" και "η αδελφή της Ιωάννας". Η Ευαγγελία τον θυμόταν λίγο στον γάμο, είχε μια εικόνα ενός ψηλού φαντάρου. 'Ηταν δύο νέοι άνθρωποι που άρχισαν να κάνουν παρέα και να ερωτεύονται.

Δεν το περίμεναν, αλλά έγινε.

Ένας έρωτας που γεννήθηκε χρόνια αργότερα, μακριά από την Καλαμάτα και από το περιβάλλον μέσα στο οποίο είχαν μεγαλώσει.

Και όταν λέμε ερωτεύτηκαν, εννοούμε ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑΝ.

Αποφάσισαν να παντρευτούν γιατί είχαν αποφασίσει να φτιάξουν δική τους οικογένεια. Η Ευαγγελία μάλλον ήταν ήδη έγκυος, πολλή αρχή.

Για μια νέα γυναίκα εκείνης της εποχής, μια εγκυμοσύνη πριν ή ακόμα χειρότερα εκτός γάμου, ήταν σκάνδαλο, αιτία ντροπής, καταδίκης και κοινωνικού αποκλεισμού.

Το εκτός γάμου, το "μούλικο", το "μπάσταρδο". Παρόλα αυτά, η ανάγκη να παντρευτούν δεν προερχόταν από πίεση, αλλά επειδή οι ίδιοι ήθελαν να ζήσουν μαζί.

Ξεκίνησαν τις διαδικασίες. Η Ευαγγελία πήγε στην Καλαμάτα, στην εκκλησία του χωριού για να ζητήσει από τον παπά ένα χαρτί που ήταν τότε απαραίτητο για να παντρευτείς.

Θα επέστρεφε με αυτό στην Αθήνα για να γίνει ο γάμος.

Ο παπάς την ρωτούσε ξανά και ξανά, τι το θέλει το χαρτί. Η Ευαγγελία του ζήτησε να εξομολογηθεί και του είπε πως ήθελε να παντρευτεί τον Γιώργο.

Την έδιωξε νευριασμένος και της είπε πως αυτό απαγορεύεται γιατί είναι συγγενείς. "Φύγε από δω!" και ο καλός εξομολόγος έσπευσε να ενημερώσει την μάνα της, ότι η κόρη της ετοιμαζόταν να κάνει μεγάλη αμαρτία, σαν να ήταν αιμομιξία! Ανάμεσα στον Γιώργο και την Ευαγγελία δεν υπήρχε καμία συγγένεια αίματος, αλλά για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο προηγούμενος γάμος των αδερφών τους, θεωρούταν ότι είχε δημιουργήσει "εκκλησιαστική συγγένεια εξ αγχιστείας". Για εκείνους ήταν ακατανόητο. "Είστε αδέρφια!" τους έλεγαν.

Δεν είχαν μεγαλώσει σαν αδέλφια.

Δεν υπήρχε ανάμεσά τους βιολογικός ή οικογενειακός δεσμός.

Ήταν δύο ενήλικοι άνθρωποι που γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν και ήθελαν να παντρευτούν.

Κι όμως, ένας θρησκευτικός κανόνας τους το απαγόρευε και τους έλεγε ότι η κοινή ζωή που είχαν επιλέξει δεν μπορούσε να "ευλογηθεί". Αυτό που ακολούθησε ήταν μια περίοδος φόβου, πίεσης και καταδίωξης και πανικού.

Η μία πόρτα έκλεινε μετά την άλλη.

Εκκλησίες ενημερώνονταν.

Κυνηγητό και από τις δυο οικογένειες.

Επιθέσεις, βρισιές, προσβολές, εκφοβισμός.

Οι ιερείς αρνούνταν να τελέσουν τον γάμο.

Γυρνούσαν από εκκλησία σε εκκλησία με τα στέφανα και τον κουμπάρο μήπως βρεθεί κάποιος να τους ακούσει και να τους καταλάβει.

Συγγενείς προσπαθούσαν να τους χωρίσουν. "Μα είναι έγκυος!" είπε ο Γιώργος σε έναν παπά. "Ας είναι! Να βρει ένα καλό παιδί να την παντρευτεί και βρες κι εσύ μια άλλη". Ο Γιώργος τότε εργαζόταν στο Αmbassadeur στην Ομόνοια.

Μια μέρα έκλαιγε.

Τον είδε ο κύριος Κακούρης που εργαζόταν στα γραφεία και είχε ψηλή θέση και πολλές γνωριμίες. Τον Γιώργο τον αγαπούσαν πολύ εκεί στην δουλειά του.

Εκεί ήταν πλέον η οικογένειά του. "Γιατί κλαις; Τι έγινε;". Του είπε τι συνέβαινε. "Μην κλαις, θα τα κανονίσω εγώ!". Η Ευαγγελία που φοβόταν να βγει από το σπίτι, φυγαδεύτηκε σε ένα ξενοδοχείο με το αυτοκίνητο του κύριου Μπακόπουλου, του ιδιοκτήτη του Αmbassadeur, μια τεράστια Mercedes.

Και με την ίδια Mercedes πήγε και στην εκκλησία για να παντρευτεί τον Γιώργο.

Ο κύριος Κακούρης κανόνισε να γίνει ο γάμος στην Καθολική Εκκλησία της Αγίας Τριάδας στην Αχαρνών.

Ο πάτερ Πολύκαρπος τους αγκάλιασε και τους είπε πως φυσικά και δεν θεωρούνταν αδέρφια και δεν είχαν τίποτα να ντραπούν και τίποτα να φοβηθούν.

Ο γάμος έγινε με λίγους καλεσμένους, αλλά πολύ υποστηρικτικούς, και με τον ξάδερφο της Ευαγγελίας, τον Περικλή να φυλάει σκοπιά στην πόρτα μην τυχόν και εμφανιστεί κανείς και τον χαλάσει.

Παντρεύτηκαν 12 Φεβρουαρίου του 1970, που ήταν και η μέρα γενεθλίων της Ευαγγελίας.

Στις 28 Οκτωβρίου του 1970 γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, ο Δημήτρης, και 1η Απρίλη του 1972 γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους, η Άννα. Εγώ.

Είναι η ιστορία των γονιών μου. Ο Γιώργος ήταν ο πατέρας μου και Ευαγγελία είναι η μητέρα μου.

Τα πρώτα χρόνια θυμάμαι πως τους δημιουργούσαν προβλήματα, γκρίνιες, φωνές.

Κάποια από τα αδέρφια τους δεν τους ξαναμίλησαν ποτέ.

Θυμάμαι ένα άγχος, μια δυσάρεστη κατάσταση, μια ανησυχία, θυμάμαι την μαμά μου να παθαίνει ταχυκαρδίες και κρίσεις πανικού και να περνάμε βραδιές με τον καρδιολόγο στο σπίτι.

Δεν έζησα παππούδες και γιαγιάδες, δεν έζησα πολύ ούτε και τους περισσότερους συγγενείς.

Ξέρω όμως ότι ο γάμος τους δεν ήταν απλώς ένας γάμος, αλλά μια βαθιά, αληθινή συντροφικότητα.

Οι γονείς μου έδωσαν αγώνα για να είναι μαζί, δεν έκαναν πίσω.

Έμειναν μαζί γιατί ο ένας είχε γίνει ο άνθρωπος του άλλου.

Ήταν μαζί στα πάντα. 50 χρόνια αχώριστοι. Ακλόνητοι.

Αυτό που υπήρχε ανάμεσα τους το είδα ακόμη καθαρότερα όταν ο πατέρας μου αρρώστησε.

Η νόσος του Πάρκινσον άρχισε σταδιακά να του αφαιρεί πράγματα.

Την κίνηση, την αυτονομία, την καθημερινότητα όπως την είχε γνωρίσει.

Ο πατέρας μου ταλαιπωρήθηκε πολύ.

Και η μητέρα μου στάθηκε δίπλα του με μια αφοσίωση που δύσκολα περιγράφεται.

Δεν τον φρόντιζε μόνο επειδή ήταν σύζυγός της και το θεωρούσε καθήκον της.

Τον φρόντιζε με την ίδια αποφασιστικότητα με την οποία νέα είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την αγάπη τους.

Ο πατέρας μου πέθανε το 2018 και από τότε η μητέρα μου δεν μπόρεσε ποτέ να συνεχίσει πραγματικά τη ζωή της.

Ο χρόνος δεν γιατρεύει.

Από τότε που πέθανε ο πατέρας μου, η μητέρα μου δεν άνοιξε ποτέ ξανά τα παντζούρια του σπιτιού της.

Δεν θέλει να τα ανοίξει.

Δεν δέχεται.

Και κουράστηκα κι εγώ να την πιέζω.

Δεν θέλει.

Τον βλέπει σχεδόν κάθε βράδυ στον ύπνο της, πολλές φορές στο δωμάτιο δίπλα της, και ξυπνάει από την φωνή της που του μιλάει.

Ελάχιστα πράγματα μπορούν πια να της φέρουν χαρά, γιατί ο άνθρωπος με τον οποίο είχε συνδέσει ολόκληρη τη ζωή της, δεν είναι εδώ.

Οι γονείς μου δεν ζήτησαν να βλάψουν κανέναν.

Δεν υπήρχε ανάμεσά τους δεσμός αίματος.

Δεν υπήρχε κάποιος αδύναμος άνθρωπος τον οποίο εκμεταλλεύονταν.

Δεν υπήρχε εξαπάτηση.

Τίποτα κακό.

Υπήρχαν δύο ενήλικοι άνθρωποι που αγαπιούνταν και ήθελαν να ζήσουν μαζί, αλλά έπρεπε να περάσουν τόσο φόβο, ταπείνωση, ντροπή και απόρριψη για να αποκτήσουν αυτό που για άλλους θεωρούνταν αυτονόητο.

Για έναν κανόνα της Εκκλησίας που γράφτηκε το 691 μ.Χ. Ο 54ος Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, γνωστής και ως Εν Τρούλλω Σύνοδος.

Η σύνοδος που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 691–692 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β΄. Ο κανόνας περιλάμβανε διάφορους συνδυασμούς γάμων που θεωρούνταν απαγορευμένοι λόγω συγγένειας αίματος ή συγγένειας εξ αγχιστείας.

Ανάμεσά τους ανέφερε ρητά την περίπτωση: "απαγορεύεται δύο αδελφοί να παντρευτούν δύο αδελφές". Ο ίδιος κανόνας προβλέπει ότι, αν ένας τέτοιος γάμος είχε ήδη γίνει, το ζευγάρι πρέπει να χωρίσει και "να υποβληθεί σε επταετές επιτίμιο". Δεν ξέρω τι είναι αυτό.

Κι αν αναρωτιέστε εάν αυτό ισχύει ακόμα, να σας πω πως ναι, ισχύει ακόμα! Καταλαβαίνετε; Όμως σήμερα υπάρχει ο πολιτικός γάμος και οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να ζητήσουν από μια θρησκευτική αρχή την άδεια να δημιουργήσουν οικογένεια.

Μπορούν να επιλέξουν σύμφωνα με τη συνείδησή τους.

Είναι μια ουσιαστική κατάκτηση ελευθερίας.

Γι'αυτό, όταν ακούω κάποιους να μιλούν για τους κανόνες της Εκκλησίας μας, πως πρέπει να μένουν αναλλοίωτοι, να με ρωτούν "γιατί δεν σέβομαι την πίστη τους" και "τι μου έχει κάνει τέλος πάντων η Εκκλησία", σκέφτομαι, και τι δεν σκέφτομαι και τι να εξηγήσω.

Σκέφτομαι πως η παράδοση μπορεί να έχει αξία μόνο όταν βλέπει τον άνθρωπο και δεν ζητά να καταδικάζεται όταν δεν προκαλεί κακό σε κανέναν.

Για έναν κανόνα που γράφτηκε 1300 χρόνια πριν.

Καταλαβαίνετε; *το AI content πάνω πάνω στο post, είναι επειδή έβαλα τις φωτογραφίες σε πρόγραμμα που "καθαρίζει" τις παλιές, θολές φωτογραφίες.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences