[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η κριτική μου για την έκθεση South by Southeast του ΕΜΣΤ στο artforsociety.gr

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η κριτική μου για την έκθεση South by Southeast του ΕΜΣΤ στο artforsociety.gr https://artforsociety.gr/south-by-southeast-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%b1/ South by southeast: αναπροσανατολισμοί και αποπροσανατολισμοί Η έκθεση South by Southeast αποτελεί μια παρουσίαση έργων της μόνιμης συλλογής του ΕΜΣΤ σε επιμέλεια Κατερίνας Γρέγου, που έχει ως στόχο να προσ-ανατολίσει το Μουσείο πέρα από τον “εσωστρεφή εθνικισμό και τον Δυτικό εξαιρετισμό” προς την κατεύθυνση του Παγκόσμιου Νότου της γειτονιάς μας: “τα Βαλκάνια, την Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική” (παρότι το Μουσείο επιθυμεί να βγει έξω από τα όρια του δυτικού βλέμματος, ο όρος Δυτική Ασία δεν έχει ακόμα εισέλθει στο λεξιλόγιο του). Ο σκοπός είναι φυσικά απόλυτα θεμιτός, αν και γεωγραφικά περιοριστικός, με δεδομένο ότι σήμερα ο συνολικός Παγκόσμιος Νότος βρίσκεται στην πρωτοπορία της καλλιτεχνικής αναγέννησης.

Τα ερωτήματα βέβαια είναι πώς αντιλαμβάνεται η έκθεση τον γειτονικό μας Παγκόσμιο Νότο και πόσο η ίδια η έκθεση ανταποκρίνεται σε αυτό τον αναπροσανατολισμό.

Είναι φυσικά προφανές ότι η διάκριση Βορρά-Παγκόσμιου Νότου δεν αναιρεί τις συστημικές ανισότητες πλούτου στο εσωτερικό κάθε χώρας, ούτε το γεγονός ότι εντός των χωρών του Παγκόσμιου Νότου υπάρχουν ελίτ που εκμεταλλεύονται τις σχέσεις τους με τους παγκοσμιοποιητικούς θεσμούς για να εξασφαλίσουν πλούτη και ισχύ.

Δεν σημαίνει επίσης ότι η τέχνη της Δύσης δεν εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό εμπόρευμα στην παγκόσμια αγορά της τέχνης, ακόμα και όταν αναδεικνύει τα αποτελέσματα της υπερεκμετάλλευσης (π.χ. τις περιβαλλοντικές καταστροφές ή τις δολοφονίες των μεταναστών στα σύνορα). Όμως οι νεοαποικιοκρατικοί θεσμοί της παγκοσμιοποίησης και οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις δεν εντείνουν απλώς την εκμετάλλευση, την εξαγωγή υπερκερδών, τις δολοφονίες και τις φυλακίσεις των αγωνιστών των κοινωνικών κινημάτων.

Έχουν διαμορφώσει ένα πλαίσιο αποδόμησης των παραδοσιακών πολιτισμικών αξιών στις χώρες του Νότου με αποτέλεσμα να αναδύεται σήμερα μια τέχνη που, καταβυθιζόμενη στις ρίζες αυτών των καταστρεφόμενων πολιτισμικών παραδόσεων, ανανεώνει τις φόρμες της παγκόσμιας τέχνης, καθώς αυτή η καταβύθιση δεν σηματοδοτεί μια νοσταλγική επιστροφή ή έναν στείρο εθνικισμό, αλλά μια οικουμενική κραυγή ενάντια σε ένα σύστημα που κανιβαλίζει το παρόν και το μέλλον της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων.

Η τέχνη αναγορεύει αυτή την κραυγή σε παγκόσμιο υπαρξιακό σύμβολο (είτε είναι η κραυγή της φύσης, είτε του ανθρώπου μπροστά στη μοίρα του θανάτου ή στα βάσανα της ζωής, είτε η πρωταρχική κραυγή) και μπορεί να μετατρέπεται σε τραύμα, σε βλέμμα, σε μοναχικό σώμα, σε σαρκασμό, ακόμα και σε ερωτικό ζευγάρι που υψώνεται προς τη θέωση, αναμετρώμενο με τη μιζέρια του καθημερινού.

Τι από αυτή την κραυγή αναδεικνύεται μέσα από την έκθεση; Η απάντηση είναι από ελάχιστα έως απολύτως τίποτα.

Και το βασικότερο πρόβλημα είναι ότι η νέα έκθεση έχει να αναμετρηθεί με την παλιά παρουσίαση της Συλλογής του Μουσείου που έβριθε από τέτοια έργα, όπως αυτά των Κανιάρη, Κεσσανλή, Κουνέλη, Αληθεινού, Θόδωρου, Μπότσογλου, Στασινοπούλου, που ακόμα και αν οι ρίζες τους ήταν στο μετεμφυλιακό κράτος και τη δικτατορία είχαν μια διαχρονική υπαρξιακή δύναμη και που διαλέγονταν με νεότερα έργα (του Γκιρς, του Μπάουερς, της Τζασίρ, του Τσιβόπουλου, του Φάρου, του Βελώνη), που αναδείκνυαν την κρυφή -ή λιγότερο κρυφή- δομική βία ενάντια στον εσωτερικό εχθρό (διαδηλωτή, μετανάστη ή μειονότητα). Αλλά και από την άποψη της αποτύπωσης της σύγχρονης ελληνικής πρωτοπορίας η έκθεση παραμένει σημαντικά ελλιπής.

Ευτυχώς υπάρχουν οι επιμέρους εκθέσεις των spotlights (τα τραύματα του Λογοθέτη, τα υφαντά της Καναγκίνη, η μεταφυσική μουσική του Χρήστου, τα γλυπτά του Λάππα), που έστω εν μέρει αναπληρώνουν ένα ευρύτερο μουσειογραφικό κενό: το γεγονός ότι δεν υπάρχει Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στην Αθήνα (ας επισημάνουμε πάντως ότι η πρόθεση να πεσει ο προβολέας στην μοντέρνα ελληνική κεραμική με έκθεση έργων του Βαλσαμάκη θα αποτελέσει πράγματι μια τομή και στην αντιμετώπιση των κακώς νοούμενων ως διακοσμητικών τεχνών και στο χρονολογικό εύρος των καλλιτεχνών που παρουσιάζονται στο ΕΜΣΤ). Όλα τα ανωτέρω δεν σημαίνουν φυσικά ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικά έργα στην έκθεση, ούτε ότι δεν αποτυπώνονται θεματολογικά όψεις της σύγχρονης νεοαποικιοκρατίας.

Καλύτερο τμήμα της έκθεσης είναι το Ύδωρ και Μαύρος Χρυσός (όπου θα πρεπε μάλλον να ενταχθεί και ο πετρελαϊκός Ουρανός του Τσόκλη). Το έργο Water Thief (Κλεψ-ύδρα) της Diana Al-Hadid είναι μια εντυπωσιακή παραπομπή στους αραβικούς πύργους νερού που μετρούσαν τον χρόνο, “κλέβοντας” το νερό από την μικροσκοπική τρύπα τους, αλλά και μια υπόρρητη αναφορά στους πολέμους για το νερό που απειλούν να κλέψουν όλο τον χρόνο από τους λαούς του Παγκόσμιου Νότου.

Οι φωτογραφίες του Νιγηριανού George Osodi (να εδώ μια χρήσιμη επέκταση των γεωγραφικών περιορισμών της έκθεσης) είναι μια συγκλονιστική καταγραφή των επιπτώσεων της εκμετάλλευσης του πετρελαίου, αποτυπωμένη πάνω στα ίδια τα πρόσωπα όσων την υφίστανται.

Τα σχέδια του λιβανέζου Rabih Mroué μπορεί να φέρουν τον τίτλο “Practicing Acceptance”, αλλά είναι ότι πιο κοντά σε κραυγή αντίστασης περιέχει η έκθεση.

Το παραδοσιακό νυφικό φόρεμα από τα Μεσόγεια της Jennifer Nelson που είναι φτιαγμένο από τραπεζικούς λογαριασμούς και επιστολές για χρέη κολλημένα με γερμανική χρυσή μπογιά είναι ένα απόλυτα καυστικό σχόλιο για τη μνημονιακή Ελλάδα.

Οι φωτογραφίες του Πάνου Κοκκινιά σαρκάζουν την προσπάθεια διατήρησης των εξουσιών σε ένα περιβάλλον που πεθαίνει, είτε με την περιφορά της καρέκλας μέσα στην πλήρη ερημοποίηση, είτε με το γιάπη που μιλάει στο κινητό μέσα στα ερείπια της Μεγαλόπολης με φόντο το εργοστάσιο της ΔΕΗ (η ειρωνεία στην επίκληση του ένδοξου αρχαιολογικού παρελθόντος έχει εν γένει την τιμητική της είτε πρόκειται για τους εργάτες του Şervan Savu που σκάβοντας για έναν αγωγό ανακαλύπτουν ένα άγαλμα-με ερωτηματικό αν πρόκειται να το ξαναθάψουν γιατί εμποδίζει την πρόοδο των εργασιών, είτε για τα επίτοιχα από συσκευασίες του Michael Rakowitz-αντίγραφα των επίτοιχων του Ιράκ που καταστράφηκαν λόγω της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ και που βέβαια πρόσφατα είχαν εκτεθεί στο Μουσείο της Ακρόπολης). Σε άλλο επίπεδο, τα σκίτσα του Artan Hajrullahu προσφέρουν ένα πανόραμα αναμνήσεων από την οικογενειακή ζωή με την μη προοπτική ματιά ενός παιδιού, όπου ο καπνός από τα τσιγάρα, από τη φωτιά, από την κουζίνα συγχωνεύεται με τον καπνό της ψυχής από το αποκεφαλισμένο γυναικείο σώμα.

Επίσης από τα καλύτερα έργα αυτά του Nedko Solakov, είτε πρόκειται για τα παιγνιώδη Σπίτια του, που, όταν δεν πηδούν καθεδρικούς ναούς, ψάχνουν ένα μέρος για να περάσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, είτε πρόκειται για τη μαιανδρική ταξιδιωτική του διαδρομή που κατευθύνεται από το σοσιαλιστικό μέλλον προς το παρόν διατρέχοντας την έρημο του καθημερινού νεοφιλελεύθερου παρελθόντος.

Εν προκειμένω πάντως το τέλος της διαδρομής είναι οι εμμονικές επιλογές του ΕΜΣΤ (η φωτογραφία της οροφής του ελληνικού κοινοβουλίου του Αντώνη Πίττα που αλλάζει τίτλο κάθε φορά που αλλάζει η αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας από τους Moody’s). Πάντα επίσης απολαμβάνουμε τα σουρεαλιστικά ταφικά μνημεία και τα γλυπτά του Διονύση Καβαλλιεράτου, που επιχειρούν να καταλύσουν τα εθνικιστικά μας στερεότυπα ή τους ποπ αντιφασιστικούς πίνακες του Γιώργου Ιωάννου (που η τοποθέτησή τους τους αδικεί) ή την αποτύπωση της μιζέριας του δημόσιου χώρου στις φωτογραφίες της Ειρήνης Βουρλούμη, αλλά σίγουρα είναι έργα που έχουν πρόσφατα εκτεθεί (όπως και άλλα που δεν απολαμβάνουμε το ίδιο). Το βασικό όμως ζήτημα είναι ότι η επιλογή της πλειοψηφίας των έργων είναι υποτονική συγκριτικά με προηγούμενες εκθέσεις του ΕΜΣΤ.

Όταν έχεις εκθέσει το Oh Goddard της Λήδας Παπακωνσταντίνου (που παραμένει πολύ πιο υπαρξιακά επίκαιρο ακόμα και από το παθιασμένο λεσβιακό φιλί της Μπένγκλις) τότε η παρέλαση των ξύλινων ξοάνων του πατέρα της υπολείπεται πολύ σε δύναμη (και αν δεν έχεις αντίγραφο στη Συλλογή σου φροντίζεις να αποκτήσεις). Το XtC του Φαϊτάκη είναι αναμφίβολα μια εξαιρετική αποτύπωση των σύγχρονων χημικών μυστικιστικών εμπειριών, αλλά δεν είναι ένα από τα λιγότερα πολιτικά έργα του; Όταν έχεις στη Συλλογή σου την τέντα της Τζασίρ με τα κεντημένα από 140 Παλαιστίνιους ονόματα των χωριών από τα οποία εκδιώχθηκαν βίαια οι κάτοικοί τους το 1948, πόσο περισσότερα να πουν οι φωτογραφίες με τους ισραηλινούς στρατιώτες από την Ιντιφάντα του 2002 ή οι πινακίδες ιατρείων του Wali Raad (κι ας παραπέμπουν στον λιβανέζικο εμφύλιο); Αν δεν θέλεις να επανεκθέσεις τα Ιστία της Ντάβου, δεν θα έπρεπε να εκθέσεις τον Επιτάφιο της; (και δω η απόκτηση του έργου θα ήταν μια ουσιώδης χειρονομία για το ΕΜΣΤ). Είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα η μελαγχολία και ο υπόρρητος σαρκασμός της καθημερινότητας στα έργα του Απόστολου Γεωργίου, αλλά επτά έργα στην ίδια έκθεση δεν είναι υπερβολικά πολλά; Καλός ο Καλτσολάρι, αλλά δεν είναι πιο ενδιαφέρουσες και σημαντικές οι αποτοιχίσεις της Παπασπύρου; Ο Κουνέλης είναι πάντα σπουδαίος, αλλά γιατί να προτιμήσει κανείς ένα έργο του 2000; (η απάντηση είναι απλή: γιατί αυτά τα έργα δώρισε ο Δασκαλόπουλος στο ΕΜΣΤ και θεωρούμε υποχρέωση να δείξουμε αυτά ακριβώς). Για να μη μιλήσουμε για την πληθώρα των απόντων.

Επίσης είναι απόλυτα θεμιτό να θέλει κανείς να παρουσιάσει μια νέα όψη της Συλλογής, αλλά γιατί να αποφύγει να εκθέσει έργα της Συλλογής που δεν έχουν εκτεθεί τελευταία και παραμένουν πάντα δυνατά και επίκαιρα, όπως η “Αποθέωση της Ματράκ” ή το “Pour qui?” του Θόδωρου ή το “Coexistence” του Κανιάρη ή το I/1977 του Δανιήλ ή το “Ανθρωποσοφίες- Θεοσοφίες” του Αληθεινού ή ο “Βωμός: άφησε το κεφάλι του κι έφυγε.

Η πράξη επαναλαμβάνεται καθημερινά” του C o s t i s ή το “Τραπέζι” της Ζαχαροπούλου, για να αναφέρουμε μόνο κάποια ελάχιστα; Η έκθεση παίζει με τον τίτλο της ταινίας του Χίτσκοκ “North by Northwest”. Όταν ο Μπογκντάνοβιτς ρώτησε το 1963 τον μετρ του σασπένς ποιο είναι το νόημα του τίτλου, αυτός απάντησε ότι δεν υπάρχει τέτοια κατεύθυνση στην πυξίδα, είναι μια φαντασίωση: ο χώρος που, επιτρέποντας να χρησιμοποιήσουμε ελεύθερα τη φαντασία μας, μας οδηγεί στην ελεύθερη αφαίρεση, στο άνοιγμα στο υποσυνείδητο και τον κόσμο.

Δυστυχώς η έκθεση υπολείπεται του χιτσκοκικού οράματος, που εξέφραζε την υπόρρητη υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου απέναντι στην αδικία και τον παραλογισμό της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά και πρότασσε μια έκδηλη σεξουαλικότητα, που ταρακούναγε τον πουριτανισμό της ψυχροπολεμικής Αμερικής.

Εν ολίγοις, αν θεωρείς ότι το πολιτικό βλέμμα του Μουσείου πρέπει να μην είναι ορμητικό, αλλά να μπορεί να συμπεριλαμβάνει τους πάντες και τα πάντα (γιατί αλλιώς το θεωρείς “προπαγάνδα”), αν αντιλαμβάνεσαι τον Νότο ως ένα ανανεωμένο κοσμοπολιτισμό και τον αντιμετωπίζεις εξίσου αποστειρωμένα με τον δυτικοκεντρικό κοσμοπολιτισμό, τότε παραφράζοντας τον Ελευθερίου, όπου κι αν πας, σ’όποιο ταξίδι, στην ίδια στάση θα κατεβείς.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences