[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Άννα Αχμάτοβα Η Άννα Αχμάτοβα (А́нна Андре́евна Ахма́това, 1889-1966) είναι μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ρωσικής ποίησης του 20ού αιώνα. Το Αχμάτοβα ήταν φιλολογικό ψευδώνυμο, το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Άννα Αχμάτοβα Η Άννα Αχμάτοβα (А́нна Андре́евна Ахма́това, 1889-1966) είναι μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ρωσικής ποίησης του 20ού αιώνα. Το Αχμάτοβα ήταν φιλολογικό ψευδώνυμο, το πραγματικό της επίθετο ήταν Γκορένκο.

Παιδί εύπορης οικογένειας από την Οδησσό και πήρε πολύ καλή μόρφωση.

Παράλληλα διάβαζε σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Φοίτησε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου.

Το 1912 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Το απόβραδο και σε δυο χρόνια η δεύτερη με τίτλο Ροζάριο.

Τα έργα αυτά την καθιέρωσαν και την έκαναν γνωστή σε όλη τη Ρωσία, μια χώρα που αγαπά πολύ την ποίηση και έχει γεννήσει δεκάδες σπουδαίους ποιητές.

Ενώ σπούδαζε ακόμα, παντρεύτηκε τον γνωστό τότε ποιητή του ρωσικού μετασυμβολισμού Νικολάι Γκουμιλιόφ (Никола́й Гумилёв), με τον οποίο απέκτησε ένα γιο τον Λεβ Γκουμιλιόφ.

Στο γαμήλιο ταξίδι τους στο Παρίσι γνωρίστηκε με τον Ιταλό ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνι (Amedeo Modigliani, ο οποίος αργότερα έγινε εραστής της και την ζωγράφισε σε αρκετά πορτρέτα και γυμνά.

Αντίστοιχα η Αχμάτοβα έγραψε και αφιέρωσε στον Μοντιλιάνι ποιήματα, που εξέφραζαν την αγάπη της γι’ αυτόν.

Ερωτικές σχέσεις είχε επίσης και με τον Ρώσο ποιητή Οσίπ Μάντελσταμ.

Ο γάμος με τον Γκουμιλιόφ δεν άντεξε και γρήγορα το ζευγάρι χώρισε.

Όμως οι δυο τους παρέμειναν καλοί φίλοι και η Άννα σοκαρίστηκε, όταν αυτός εκτελέστηκε από τους μπολσεβίκους το 1921 ως ‘εχθρός του λαού’. Το ’21 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά ένα καθηγητή πανεπιστημίου και τον ΄23 για τρίτη με τον ιστορικό τέχνης Νικολάι Πούνιν, που αργότερα καταδικάστηκε για αντισοβιετική δραστηριότητα και πέθανε σε γκουλάγκ. Η Αχμάτοβα αντιμετώπισε πάντα την εχθρότητα του σοβιετικού καθεστώτος που την θεωρούσε επικίνδυνη και εμπόδιζε με κάθε τρόπο την έκδοση των έργων της, αν και ήταν τόσο δημοφιλής που δεν τολμούσε να βλάψει την ίδια.

Την ατμόσφαιρα ζόφου, ιδιαίτερα την περίοδο της παντοδυναμίας του Γεζόφ, την διατύπωσε στο περίφημο ποίημά της Ρέκβιεμ.

Στο ποίημα αυτό περιγράφει τις δοκιμασίες των γυναικών, που ανίσχυρες και θλιμμένες περίμεναν υπομονετικά στην ουρά έξω από τις φυλακές, για να βρουν μια ευκαιρία να στείλουν λίγο φαγητό ή να περάσουν ένα μήνυμα στο σύζυγο, στο γιο, στον εραστή ή στον πατέρα.

Η ίδια η ποιήτρια περίμενε κι αυτή για να μπορέσει να έχει κάποια επαφή με τον γιο της και αργότερα με τον σύζυγό της, πριν τον στείλουν στην εξορία και έζησε από πρώτο χέρι αυτή την ζοφερή εικόνα.

Αν και το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε μόλις το 1987, έγινε γρήγορα και ευρέως γνωστό στο σοβιετικό κοινό αλλά δεν ξέφυγε και από το άγρυπνο μάτι της Νι-Κα-Βε-Ντε του Γεζόφ.

Το 1938 η ασφάλεια συνέλαβε τον 26 ετών τότε γιο της Λεβ Γκουμιλιόφ, ο οποίος καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια εξορία στην Σιβηρία.

Το 1941 απελευθερώθηκε για λίγο και συμμετείχε στην Μάχη των Μόσχας κατά των Γερμανών. Η Αχμάτοβα αναγκάστηκε τότε να κάνει δημόσια αυτοκριτική και να δεχθεί ότι η μόνη σωστή άποψη για την τέχνη ήταν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

Έγραψε επίσης τότε μερικά διθυραμβικά ποιήματα για τον Στάλιν, αλλά δεν βοήθησαν σε τίποτα, γιατί ο Λέβ στάλθηκε και πάλι στην Σιβηρία, από όπου ελευθερώθηκε μόλις το 1956.

Όταν επέστρεψε ήταν ένα ψυχικό ράκος, έπινε συνεχώς και φερόταν βίαια στην μητέρα του που την κατηγορούσε ότι αυτή ήταν η αιτία να περάσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής του στις φυλακές και τις εξορίες.

Το 1965 εκδόθηκε το τελευταίο έργο της Αχμάτοβα Το διάβα του χρόνου και το 1966 πέθανε σε ηλικία 77 ετών.

Τιμήθηκε με αγάλματα, μνημεία, πίνακες και μουσείο. Επίλογος Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα πως ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες.

Τραχιές γραμμές τα μάγουλα, Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά μονομιάς καλύπτονται απ' ασημένια σκόνη, και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη κι ο φόβος είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.

Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά, αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά στην ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences