[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

– Πού γυρνάς; Οι συγγενείς μου κάθονται εδώ πεινασμένοι! – ούρλιαξε ο άντρας της στο τηλέφωνο. Η απάντηση της Λένας τον άφησε άφωνο. Το τηλέφωνο χτύπησε τη στιγμή που η Λένα στεκόταν μπροστά στον...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

– Πού γυρνάς; Οι συγγενείς μου κάθονται εδώ πεινασμένοι! – ούρλιαξε ο άντρας της στο τηλέφωνο.

Η απάντηση της Λένας τον άφησε άφωνο.

Το τηλέφωνο χτύπησε τη στιγμή που η Λένα στεκόταν μπροστά στον τάφο της μητέρας της.

Τα χρυσάνθεμα στα χέρια της τρεμόπαιξαν από τον άνεμο και ήξερε ήδη ποιος την καλούσε χωρίς καν να κοιτάξει την οθόνη. – Πού γυρνάς; Οι συγγενείς μου κάθονται εδώ πεινασμένοι! – Η φωνή του Γκενάντι τσίριζε τόσο δυνατά που αναγκάστηκε να απομακρύνει το κινητό από το αυτί της. Η Λένα κοίταξε τη φωτογραφία της μητέρας της.

Τρία χρόνια.

Τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς εκείνη.

Και ο Γκέννα ούτε καν θυμόταν τι μέρα ήταν σήμερα. – Με ακούς καθόλου; Τον άκουγε.

Τον άκουγε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Κάθε Σαββατοκύριακο.

Κάθε γιορτή.

Κάθε φορά που οι συγγενείς του έλεγαν ότι θα περάσουν «για λίγο» και έμεναν μέχρι τα μεσάνυχτα. Η Λένα απάντησε ήρεμα: – Έχεις χέρια, Γκέννα.

Βράσε μόνος σου ζυμαρικά.

Στην άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε μια μακριά εκκωφαντική σιωπή.

Σε δεκαπέντε χρόνια δεν του είχε απαντήσει ποτέ έτσι.

Δεν του είχε αρνηθεί ποτέ τίποτα.

Δεν είχε βάλει ποτέ τον εαυτό της πάνω από τις ατελείωτες απαιτήσεις του.

Και τώρα, στεκόμενη στο κοιμητήριο με τα χρυσάνθεμα στα παγωμένα της χέρια, είπε για πρώτη φορά «όχι». Ο Γκέννα έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς λέξη. Η Λένα συνέχισε να στέκεται εκεί.

Τα πόδια της πάγωναν μέσα στις φθινοπωρινές μπότες πάνω στο υγρό χώμα.

Ακούμπησε τα λουλούδια στο μνήμα, χάιδεψε το κρύο γρανίτη και ψιθύρισε: – Μαμά, νομίζω πως επιτέλους αρχίζω να σε ακούω.

Η μέρα είχε ξεκινήσει όπως όλες οι άλλες.

Στις έξι το πρωί ήταν ήδη στην κουζίνα.

Αυγά, σάντουιτς, νερό για τσάι. Ο Γκενάντι έτρωγε αμίλητος κοιτάζοντας το κινητό του.

Σε όλα τα χρόνια του γάμου τους της είχε πει «ευχαριστώ» ίσως δέκα φορές και σχεδόν πάντα μπροστά σε καλεσμένους.

Ύστερα τηλεφώνησε η πεθερά της. Η Βαλεντίνα Στεπάνοβνα δεν ζητούσε ποτέ κάτι, απλώς ανακοίνωνε τις αποφάσεις της. – Λενοτσκά μου, θα περάσουμε με τον Σεργκέι και τη Νατάσα γύρω στις δύο.

Ετοίμασε κάτι να φάμε.

Και μια πίτα. Στον Γκέννα αρέσει με λάχανο. Η Λένα ήθελε να πει ότι σήμερα ήταν η επέτειος του θανάτου της μητέρας της.

Ότι έπρεπε να πάει στο κοιμητήριο.

Ότι η μέρα αυτή ήταν πολύ δύσκολη για εκείνη.

Όμως η συνήθεια αποδείχθηκε πιο δυνατή. – Εντάξει, κυρία Βαλεντίνα.

Έτσι απαντούσε όλη της τη ζωή.

Η μητέρα της την είχε μάθει να είναι υποχωρητική, να μη διαφωνεί και να πιστεύει πως ο άντρας ξέρει πάντα καλύτερα.

Η ίδια της η μητέρα έζησε έτσι ολόκληρη τη ζωή της και στο τέλος εξαντλήθηκε.

Μετά το τηλεφώνημα η Λένα στάθηκε για είκοσι λεπτά μπροστά στο παράθυρο. Φθινόπωρο.

Βρεγμένα φύλλα στην άσφαλτο.

Άδεια παιδική χαρά.

Προσπαθούσε να θυμηθεί πότε είχε κάνει τελευταία φορά κάτι μόνο για τον εαυτό της. Συνέχεια στην πρώτη σημείωση παρακάτω, 2. ΜΈΡΟΣ ⬇️ ⬇️ ⬇️ ⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences