Αναμνήσεις από το πανηγύρι της Παναγίας στη Μονή Πεντέλης. Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά από δύο χρονών (1948) μεγάλωσα στην Πεντέλη. Από τις πιο έντονες αναμνήσεις που κουβαλώ μέχρι σήμερα είναι το...
Αναμνήσεις από το πανηγύρι της Παναγίας στη Μονή Πεντέλης. Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά από δύο χρονών (1948) μεγάλωσα στην Πεντέλη.
Από τις πιο έντονες αναμνήσεις που κουβαλώ μέχρι σήμερα είναι το μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας, στη Μονή Πεντέλης, κάθε Δεκαπενταύγουστο.
Για εμάς τα παιδιά, το πανηγύρι ήταν το μεγαλύτερο γεγονός του καλοκαιριού.
Περιμέναμε με ανυπομονησία να έρθει εκείνη η μέρα.
Από νωρίς το πρωί άρχιζαν να καταφθάνουν χιλιάδες προσκυνητές.
Οι περισσότεροι ανέβαιναν με τα παλιά μπεζ λεωφορεία της εποχής.
Θυμάμαι ότι οι αρμόδιοι φρόντιζαν να υπάρχουν συνεχώς δρομολόγια, γιατί ο κόσμος ήταν πραγματικά αμέτρητος.
Ο χώρος έξω από τη Μονή μεταμορφωνόταν σε μια απέραντη γιορτή.
Παντού υπήρχαν πάγκοι με πραμάτειες, παιχνίδια και γλυκίσματα.
Στήνονταν καρουζέλ, κούνιες, σκοπευτήρια και, σχεδόν κάθε χρόνο, ο περίφημος «Γύρος του Θανάτου», που συγκέντρωνε πλήθος κόσμου.
Για εμάς τα παιδιά ήταν το πιο εντυπωσιακό θέαμα του πανηγυριού.
Θυμάμαι ακόμη ένα χαρακτηριστικό που, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι ήταν μοναδικό για τα πανηγύρια της Πεντέλης.
Οι ντόπιοι Σαρακατσάνοι κατασκεύαζαν υπέροχες χειροποίητες γκλίτσες από βέργες πικροδάφνης.
Η λαβή τους ήταν ξεχωριστό, σκαλισμένο κομμάτι από το ίδιο ξύλο, στο οποίο άνοιγαν μια τρύπα και στερέωναν τη βέργα.
Ακόμη πιο εντυπωσιακός ήταν ο τρόπος που τις διακοσμούσαν.
Ο τεχνίτης είχε μπροστά του τρία δοχεία με νερομπογιές διαφορετικού χρώματος.
Βουτούσε τρία δάχτυλα του ενός χεριού, το καθένα σε διαφορετικό χρώμα.
Με το άλλο χέρι περιστρέφει τη γκλίτσα και κατεβάζει τα χρωματισμένα δάχτυλα από την κορυφή μέχρι τη βάση.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα δημιουργούνταν τρεις πολύχρωμες ελικοειδείς γραμμές που έκαναν κάθε γκλίτσα ξεχωριστή.
Από τον πατέρα μου άκουγα πολλές ιστορίες για τα ακόμη παλαιότερα πανηγύρια, πριν από τον πόλεμο.
Μου έλεγε πως κάτοικοι από τα Σπάτα, το Κορωπί, το Λιόπεσι και άλλα χωριά των Μεσογείων ξεκινούσαν με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια τους ακολουθώντας τους παλιούς μουλαρόδρομους.
Ταξίδευαν τις νυχτερινές ώρες για να αποφύγουν τη ζέστη και έφθαναν στη Μονή όπου κατασκήνωναν για τρεις ημέρες.
Έφερναν μαζί τους τρόφιμα, κρέατα και κρασί, μαγείρευαν εκεί και το γλέντι κρατούσε μέχρι το πρωί.
Εγώ όμως πρόλαβα μια άλλη εικόνα, εξίσου χαρακτηριστική.
Έξω από τη Μονή υπήρχε η πηγή από την οποία υδρεύονταν πολλά σπίτια της Πεντέλης.
Εκεί έβλεπα δεκάδες γαϊδουράκια και μουλάρια των νερουλάδων να περιμένουν τη σειρά τους για να γεμίσουν τα γαλβανισμένα μπιτόνια με νερό.
Κάθε φόρτωμα αποτελούνταν από τέσσερα μπιτόνια και κόστιζε τέσσερις δραχμές.
Έτσι ερχόταν και στο δικό μας σπίτι το νερό.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον δικό μας νερουλά.
Όλοι τον φώναζαν «Κουτσοπάτη», γιατί όταν περπατούσε κούτσαινε.
Ύστερα από τόσα χρόνια εξακολουθώ να έχω ολοζώντανη μπροστά στα μάτια μου την εικόνα της πηγής, των υποζυγίων, των ανθρώπων που περίμεναν να γεμίσουν τα μπιτόνια τους και της αδιάκοπης κίνησης γύρω από τη Μονή.
Σήμερα, όταν επισκέπτομαι την Πεντέλη, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πώς ήταν εκείνα τα πανηγύρια.
Οι άνθρωποι που τα έζησαν λιγοστεύουν και μαζί τους χάνονται και οι αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής.
Νιώθω τυχερός που πρόλαβα να γνωρίσω εκείνη την Πεντέλη. Μια Πεντέλη γεμάτη κόσμο, πίστη, απλότητα και ανθρωπιά. Μια Πεντέλη που δεν υπάρχει πια, αλλά που εξακολουθεί να ζει ολοζώντανη μέσα στη μνήμη μου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους