Η Πέτρα Υπάρχουν τόποι που δεν τους διαλέγεις, σε διαλέγουν αυτοί, σε κρατούν από το χώμα με ρίζες που δεν φαίνονται. Το χωριό ήταν τέτοιος τόπος. Χτισμένο ανάμεσα σε δύο βουνά που έμοιαζαν να...
Η Πέτρα Υπάρχουν τόποι που δεν τους διαλέγεις, σε διαλέγουν αυτοί, σε κρατούν από το χώμα με ρίζες που δεν φαίνονται.
Το χωριό ήταν τέτοιος τόπος.
Χτισμένο ανάμεσα σε δύο βουνά που έμοιαζαν να συνομιλούν μεταξύ τους όταν έπεφτε ομίχλη, με σπίτια από πέτρα που είχαν πάρει το χρώμα του χρόνου, με ελαιόδεντρα που θυμόνταν περισσότερα από τους ανθρώπους και στη μέση σχεδόν του τίποτα, πάνω σε μια ξερολιθιά που χώριζε το πάνω από το κάτω χωριό, μια φραγκοσυκιά. Μόνη. Πεισματάρα.
Φυτεμένη από χέρι άγνωστο σε χρόνο άγνωστο.
Οι καρποί της βάφονταν κόκκινοι τον Αύγουστο και έσταζαν μέλι πικρό.
Κανείς δεν την πότιζε, κανείς δεν τη φρόντιζε κι όμως ζούσε, όπως ζουν μερικές αγάπες. Ο Μάρκος γεννήθηκε τη χρονιά της μεγάλης ανομβρίας, η μάνα του έλεγε πως όταν γεννήθηκε δεν έκλαψε αμέσως, μόνο κοίταξε το ταβάνι με μάτια ορθάνοιχτα, σαν να ήθελε να καταλάβει πού ήρθε.
Μεγάλωσε με την πέτρα, ο πατέρας του ήταν πετράς, έχτιζε ξερολιθιές που άντεχαν εκατό χρόνια χωρίς λάσπη.
Του έμαθε να ακούει την πέτρα πριν τη χτυπήσει, να βρίσκει τη φλέβα της, να μην την αναγκάζει να πάει εκεί που δεν θέλει.
Αυτό το μάθημα ο Μάρκος δεν το ξέχασε ποτέ.
Το εφάρμοσε μετά και στους ανθρώπους.
Το σχολείο το άφησε νωρίς, τα γράμματα δεν τον υπάκουαν εύκολα, τα χέρια του όμως υπάκουαν.
Στα δεκαπέντε του σήκωνε πέτρες που άλλοι άντρες δεν μπορούσαν.
Δούλευε από ήλιο σε ήλιο και το βράδυ κοιμόταν βαριά, χωρίς όνειρα.
Μέσα του όμως κάτι δούλευε ασταμάτητα.
Μια ανησυχία που δεν είχε όνομα.
Μια αίσθηση πως η ζωή δεν μπορούσε να είναι μόνο αυτό.
Πέτρα, χώμα, ιδρώτας, ύπνος.
Όταν έφτασε είκοσι δύο χρονών, έφυγε από το χωριό, με ένα μικρό μπογαλάκι και με τα παπούτσια του πατέρα του.
Πήγε στο βορρά, εκεί δούλεψε σε ορυχεία όπου ο ήλιος δεν έφτανε ποτέ.
Μετά σε οικοδομές όπου ο ήλιος έκαιγε αλύπητα.
Έμαθε τι σημαίνει να είσαι ξένος.
Τι σημαίνει να σε φωνάζουν με το παρατσούκλι του τόπου σου και όχι με το όνομά σου, έμαθε να σφίγγει τα δόντια, έμαθε να γράφει, στην αρχή στραβά γράμματα, μετά πιο ίσια.
Έγραφε γράμματα που δεν έλεγαν ποτέ την αλήθεια, έγραφε πως είναι καλά, πως τρώει καλά.
Δεν έγραφε πως κρυώνει, δεν έγραφε πως φοβάται, δεν έγραφε πως κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, βλέπει μπροστά του μια φραγκοσυκιά και δύο μπλε παράθυρα. Η Ελένη ήρθε στον κόσμο τέσσερα χρόνια αργότερα, από τον Μάρκο, κόρη του παπά και της δασκάλας του χωριού.
Το σπίτι της μύριζε πάντα λιβάνι και κιμωλία.
Δύο μυρωδιές που δεν ταιριάζουν, κι όμως στο σπίτι της ταίριαζαν.
Από μικρή κατάλαβε πως ο κόσμος έχει δύο όψεις.
Αυτή που φαίνεται και αυτή που κρύβεται.
Την πρώτη τη μάθαινε από τη μητέρα της που της έδειχνε να διαβάζει και να γράφει.
Τη δεύτερη από τον πατέρα της που άκουγε τις εξομολογήσεις των ανθρώπων πίσω από το παραπέτασμα και δεν έλεγε ποτέ τίποτα.
Δεν ήταν όμορφη με την έννοια που ορίζει το χωριό την ομορφιά.
Ήταν όμως κάτι πιο σπάνιο.
Είχε βλέμμα που έμενε, όταν σε κοιτούσε, ένιωθες πως σε βλέπει πραγματικά γι' αυτό και οι άνθρωποι την φοβόντουσαν λίγο γιατί κανείς δεν θέλει να τον βλέπουν πραγματικά.
Αγαπούσε τα βιβλία με πάθος που στο χωριό θεωρούνταν σχεδόν αμαρτία για γυναίκα.
Διάβαζε κάτω από τη συκιά, δίπλα στη φραγκοσυκιά, μέσα στο στάβλο όταν έβρεχε.
Διάβαζε ό,τι έβρισκε, παλιά σχολικά βιβλία, εφημερίδες που τύλιγαν ψάρια, ένα φθαρμένο αντίτυπο του Παπαδιαμάντη που είχε φέρει η μάνα της από την πόλη.
Όταν έφυγε ο Μάρκος, κάτι μέσα της, την πόνεσε σαν μαχαιριά.
Δεν το είπε σε κανέναν, συνέχισε να πηγαίνει στο σχολείο, να βοηθάει τη μάνα της, να φροντίζει τον κήπο.
Μόνο κάθε απόγευμα, την ώρα που ο ήλιος έπεφτε, πήγαινε μέχρι την ξερολιθιά με τη φραγκοσυκιά και καθόταν εκεί.
Δεν περίμενε κανέναν.
Απλώς ήταν εκεί και αυτό ήταν αρκετό. Ο Μάρκος γύρισε τον Μάρτιο του 1954.
Ήρθε με το λεωφορείο της γραμμής, σκονισμένος, με ένα παλιό βαλιτσάκι κανείς δεν τον περίμενε στη στάση, κανείς δεν ήξερε πως γυρίζει.
Ανέβηκε το μονοπάτι αργά κοιτούσε τα σπίτια, τις ελιές, τις πέτρες που ήξερε μία μία.
Όταν έφτασε στη φραγκοσυκιά, την είδε.
Καθόταν στην ξερολιθιά, με ένα βιβλίο στα γόνατα, με το γαλάζιο μαντήλι στα μαλλιά.
Δεν είχε αλλάξει κι όμως είχε αλλάξει εντελώς.
Είχε γίνει γυναίκα.
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι, τον είδε.
Τον κοίταξε για πολλή ώρα και μετά χαμογέλασε.
Ένα χαμόγελο που περιείχε τρία χρόνια αναμονής, τρία χρόνια γραμμάτων που δεν έλεγαν την αλήθεια, τρία χρόνια μοναξιάς πάνω σε μια ξερολιθιά.
Από εκείνη τη μέρα, η ζωή τους άρχισε να πλέκεται ξανά, αργά, υπομονετικά, όπως πλέκεται μια ξερολιθιά.
Πέτρα την πέτρα.
Δεν βιάστηκαν, δεν είχαν ανάγκη να βιαστούν.
Συναντιόνταν τυχαία, μιλούσαν λίγο, σιωπούσαν πολύ.
Μαζί έμαθαν πως η σιωπή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αγαπιούνται δεν είναι κενό, αλλά γέμισμα.
Το καλοκαίρι έχτισαν το σπίτι τους με τα χέρια τους.
Κάθε πέτρα που έβαζαν ήταν μια υπόσχεση, κάθε πέτρα που δεν έμπαινε καλά και την ξανάβαζαν ήταν μια συγγνώμη που δεν χρειαζόταν να ειπωθεί.
Παντρεύτηκαν τον Οκτώβρη, όταν τα σταφύλια είχαν μαζευτεί και ο μούστος έβραζε ακόμα στα βαρέλια.
Φόρεσαν τα καλά τους και μετά τη λειτουργία περπάτησαν μέχρι τη φραγκοσυκιά.
Εκεί, ο φωτογράφος που είχε έρθει από την πόλη για το γάμο, τους τράβηξε μια φωτογραφία.
Δεν τους είπε να ποζάρουν.
Απλώς τους είδε αγκαλιασμένους και πάτησε το κουμπί.
Σήμερα, πολλά χρόνια μετά, το σπίτι τους στέκει ακόμα.
Πρόσθεσαν και άλλα δωμάτια, έκαναν παιδιά και το σπίτι γέμισε φωνές, γέλια, καβγάδες, αρρώστιες, γιορτές.
Η φραγκοσυκιά στέκει ακόμα.
Πιο μεγάλη, πιο αγκαθωτή, πιο γεμάτη καρπούς.
Κάθε απόγευμα, όταν ο ήλιος γέρνει πίσω από τα βουνά και βάφει τις πέτρες χρυσές, δύο φιγούρες φαίνονται να στέκονται εκεί, δίπλα στην παλιά ξερολιθιά, αγκαλιασμένες νε τα πόδια τους να πατούν γερά στο χώμα που αγάπησαν και που τους αγάπησε.
Δεν χρειάζονται λόγια, η ζωή τους είναι ήδη γραμμένη στην πέτρα, στο χώμα, στον καρπό της φραγκοσυκιάς που ωριμάζει κάθε καλοκαίρι χωρίς να ζητήσει τίποτα, μόνο για να προσφέρει και τα βουνά γύρω τους, ατάραχα και αιώνια, φυλούν το μυστικό τους.
Πως η αληθινή αγάπη δεν είναι φωτιά που καίει και σβήνει. Είναι ρίζα που μπαίνει βαθιά στην πέτρα και αντέχει. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους