Γεννημένος στις 8 Μαΐου 1966 στη Σάντα Ρόζα του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, ο Κλάουντιο Ταφαρέλ λόγω της Ιταλογερμανικής καταγωγής του δεν έμοιαζε εκ πρώτης όψεως με τον τυπικό Βραζιλιάνο. Σαν...
Γεννημένος στις 8 Μαΐου 1966 στη Σάντα Ρόζα του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, ο Κλάουντιο Ταφαρέλ λόγω της Ιταλογερμανικής καταγωγής του δεν έμοιαζε εκ πρώτης όψεως με τον τυπικό Βραζιλιάνο.
Σαν τερματοφύλακας δεν είχε ιδιαίτερο εκτόπισμα και το ύψος του ήταν 1,82μ είχε όμως πολύ καλά αντανακλαστικά, τόλμη και εντυπωσιακή ψυχραιμία κυρίως στη διαδικασία των πέναλτι.
Ο ίδιος θα έλεγε αργότερα πως τα θεμέλια αυτής της ευλυγισίας τα έχτισε στο βόλεϊ, άθλημα που έπαιζε παράλληλα στα παιδικά του χρόνια.
Τα πρώτα του βήματα έγιναν στην Ίντερνασιονάλ, όπου καθιερώθηκε γρήγορα ως ένας από τους κορυφαίους της χώρας, το 1988 βραβεύτηκε με τη Χρυσή Μπάλα (Bola de Ouro) ως ο καλύτερος παίκτης της σεζόν στη Βραζιλία.
Το 1985 ως βασικός στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων που έγινε στη Σοβιετική Ένωση έφτασε στη κατάκτηση της πρώτης θέσης επικρατώντας στη παράταση της Ισπανίας.
Η μετακόμισή του στην Ευρώπη, το 1990, τον έφερε στην Πάρμα, νεοφώτιστη τότε στη Σέριε Α. Εκεί βρήκε επιτέλους αυτό που είχε κυνηγήσει από τα νιάτα του: την κούπα.
Αν και το 1993, στο Γουέμπλεϊ, παρακολούθησε από τον πάγκο την Πάρμα του Νέβιο Σκάλα να επικρατεί με 3-1 της Άντβερπ στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων, η συνεισφορά του στην ευρωπαϊκή καταξίωση του συλλόγου εκείνα τα χρόνια παρέμεινε σημείο αναφοράς, με την ομάδα να σηκώνει λίγους μήνες αργότερα και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ απέναντι στη Μίλαν.
Η φήμη του ως σπεσιαλίστα στα πέναλτι είχε ήδη χτιστεί από νωρίς· στους ημιτελικούς του ολυμπιακού τουρνουά του 1988 απέκρουσε τρία πέναλτι κόντρα στη Δυτική Γερμανία.
Ο συμπαίκτης του Ρομάριο θα το συνόψιζε αργότερα με τον δικό του τρόπο: όταν ρωτήθηκε αν η διαδικασία των πέναλτι είναι το πιο αγχωτικό πράγμα που μπορεί να ζήσει ένας ποδοσφαιριστής, απάντησε πως όχι, όχι όταν έχεις τον Ταφαρέλ στο τέρμα — τότε είναι σαν παιχνίδι στην παραλία.
Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώθηκε το 1994, όταν ο Ταφαρέλ υπήρξε βασικός πυλώνας της Βραζιλίας που κατέκτησε το τέταρτο της Μουντιάλ, αποκρούοντας ένα καθοριστικό πέναλτι στον τελικό κόντρα στην Ιταλία.
Ίσως όμως το πιο ολοκληρωμένο του παιχνίδι να ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα, στον ημιτελικό του Μουντιάλ του 1998 κόντρα στην Ολλανδία.
Μετά από ένα 1-1 στα 120 λεπτά, η αναμέτρηση οδηγήθηκε σε πέναλτι, όπου ο Ταφαρέλ απέκρουσε τις εκτελέσεις των Φίλιπ Κοκού και Ρόναλντ ντε Μπουρ, χαρίζοντας στη Βραζιλία την πρόκριση με 4-2 και αποδεικνύοντας πως η δύναμή της Βραζιλίας δεν περιορίζεται μόνο στη γραμμή κρούσης της.
Μετά το Μουντιάλ του 1994, αντί να αναζητήσει έναν ακόμη μεγάλο ευρωπαϊκό σταθμό, ο Ταφαρέλ είχε επιλέξει να επιστρέψει στη Βραζιλία, στην Ατλέτικο Μινέιρο, όπου έμεινε από το 1995 έως το 1998.
Η υποδοχή που του επιφύλαξε το Μπέλο Οριζόντε ήταν θριαμβευτική, και εκεί βρήκε επιτέλους και τον πρώτο του επίσημο τίτλο σε βραζιλιάνικο έδαφος: το Πρωτάθλημα Μινάς Ζεράις του 1995, ήδη από την πρώτη του σεζόν.
Δύο χρόνια αργότερα πρόσθεσε την Κόπα Κονμεμπόλ του 1997, απέναντι στη Λανούς της Αργεντινής.
Δύο τίτλοι συνολικά σε 191 συμμετοχές με τη φανέλα του "Γκάλο". Το 1998, ακόμη και ενώ βρισκόταν στη Γαλλία με την εθνική ομάδα, υπέγραψε συμβόλαιο με τη Γκαλατασαράι, όπου θα έγραφε ίσως το πιο θριαμβευτικό ευρωπαϊκό κεφάλαιο της καριέρας του.
Στο τέλος της σεζόν 1999-2000, ο Ταφαρέλ και οι συμπαίκτες του, με ηγέτη τον Χάτζι, έφτασαν στον τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ κόντρα στην Άρσεναλ στην Κοπεγχάγη· μετά από μια λευκή ισοπαλία (0-0), η Γκαλατασαράι επικράτησε στα πέναλτι, χαρίζοντας στον τουρκικό σύλλογο το πρώτο του ευρωπαϊκό τρόπαιο, λίγους μήνες πριν κατακτήσει και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης.
Με τη Σελεσάο επίσης έχει κατακτήσει και δύο κόπα Αμέρικα 1989 και 1997.
Η καριέρα του έκλεισε με μια δεύτερη θητεία στην Πάρμα, το 2001-2003, κερδίζοντας ακόμη ένα Κύπελλο Ιταλίας.
Κλείνοντας τον κύκλο εκεί όπου είχε ξεκινήσει το ευρωπαϊκό του ταξίδι.
Συνολικά στη 18χρονη επαγγελματική του καριέρα σε συλλογικό επίπεδο έγραψε 635 συμμετοχές και άλλες 101 με το εθνόσημο.
Μετά την απόσυρσή του επέστρεψε στην εθνική ομάδα ως προπονητής τερματοφυλάκων, δουλεύοντας δίπλα στους Ντούνγκα και Τίτε ενώ τον ξαναείδαμε στο πρόσφατο Μουντιάλ στο πλευρό του Αντσελότι, προσπαθώντας να μεταλαμπαδεύσει τη γνώση και την εμπειρία στη σύγχρονη γενιά.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους