Η Αναστασία Ρήγα έπλενε το πάτωμα στο μπαλκόνι, κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα, όταν η πεθερά της μπήκε στο σαλόνι και είπε με ύφος βέβαιο: — Ε, δεν της έμεινε πολύ της Αναστασίας να μένει εδώ. Το...
Η Αναστασία Ρήγα έπλενε το πάτωμα στο μπαλκόνι, κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα, όταν η πεθερά της μπήκε στο σαλόνι και είπε με ύφος βέβαιο: — Ε, δεν της έμεινε πολύ της Αναστασίας να μένει εδώ.
Το πανί πάγωσε μέσα στο χέρι της.
Από τον κουβά έσταζε νερό πάνω στα πλακάκια — τακ, τακ — και ξαφνικά ο ήχος ακούστηκε αφύσικα δυνατός, σαν κάποιος να είχε ανεβάσει την ένταση μόνο για εκείνη.
Πίσω από τη χοντρή λινή κουρτίνα με τα μικρά λουλούδια, που η ίδια είχε ράψει πριν από τρία χρόνια, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική.
Μύριζε χλωρίνη και φλούδα μανταρινιού· το πρωί είχε καθαρίσει μανταρίνια στο περβάζι και οι φλούδες είχαν μείνει ακόμη σε ένα πιατάκι.
Έμεινε ακίνητη, σχεδόν χωρίς ανάσα, φοβούμενη μήπως τρίζει κάποιο σανίδι ή προδοθεί από την παραμικρή κίνηση.
Στο σαλόνι ακούστηκαν φλιτζάνια.
Είχαν έρθει επισκέπτριες: η Δανάη Κοντός και η γειτόνισσα, η Χριστίνα Χατζηκωνσταντίνου.
Η πεθερά τις είχε καλέσει για τσάι, με αφορμή τα γενέθλια της εγγονής της, παρότι η κόρη της Αναστασίας, η Νεφέλη Σαββίδη, τα γιόρταζε στον παιδικό σταθμό, με τη δασκάλα της και μια τούρτα στολισμένη με νεράιδα από παιδικό παραμύθι. — Θεοδώρα Γρηγοροπούλου, τι εννοείτε; — ρώτησε η Δανάη Κοντός, ανακατεύοντας, όπως φαινόταν από τον ήχο, τη ζάχαρη στο φλιτζάνι της. — Πού θα πάει δηλαδή η Αναστασία; — Εκεί που πρέπει να πάει, — αποκρίθηκε η πεθερά, απολαμβάνοντας κάθε λέξη. — Χθες μου τηλεφώνησε ο Ιωάννης Αποστόλου.
Μου είπε πως κουράστηκε.
Πως το σκέφτεται σοβαρά. — Το διαζύγιο σκέφτεται; — έκανε έκπληκτη η Χριστίνα Χατζηκωνσταντίνου. — Και τι άλλο; Τρία χρόνια γάμου και μια μέρα ησυχίας δεν είδε.
Μια θέλει επισκευές στο σπίτι, μια διακοπές στη θάλασσα, μια έχει, λέει, κατάθλιψη.
Νέα γυναίκα, γερή, κι όμως κανονική δουλειά δεν κάνει.
Κάτι ιστοριούλες γράφει στο διαδίκτυο για ψίχουλα. Η Αναστασία στεκόταν πίσω από την κουρτίνα και τα μάγουλά της έκαιγαν, λες και είχε σκύψει μπροστά σε αναμμένο φούρνο.
Το βρεγμένο πανί στο χέρι της βάρυνε απότομα, σαν να είχε γεμίσει μολύβι. — Ε, αν είναι έτσι, θα χωρίσουν, — είπε με πρακτικό τόνο η Δανάη Κοντός. — Συμβαίνουν αυτά στη ζωή. — Το σπίτι όμως σε ποιανού όνομα είναι; — ρώτησε αμέσως η Χριστίνα Χατζηκωνσταντίνου, και από τη φωνή της φαινόταν πως είχε σκύψει μπροστά, ξαφνικά πολύ πιο ενδιαφερόμενη. — Εκεί ακριβώς είναι το ζήτημα, — χαμήλωσε τη φωνή της η Θεοδώρα Γρηγοροπούλου.
Μα η Αναστασία, κολλημένη στη γωνία του μπαλκονιού, άκουγε κάθε λέξη καθαρά, σαν να μιλούσαν μέσα από μεγάφωνο. — Η μάνα μου, ο Θεός να την αναπαύσει, άφησε το διαμέρισμα στον Ιωάννη Αποστόλου.
Όμως όσο ζω εγώ, εγώ κάνω κουμάντο εδώ μέσα.
Έτσι το αποφάσισα.
Αν ο Ιωάννης χωρίσει, η Αναστασία δεν έχει καμία δουλειά σε αυτό το σπίτι.
Ας πάει με την κόρη της στη μάνα της.
Έχει, δόξα τω Θεώ, ένα μικρό διαμέρισμα άδειο. — Και το παιδί; — ρώτησε η Δανάη Κοντός, αυτή τη φορά λιγότερο σίγουρη. — Τι το παιδί; Ο Ιωάννης θα τη βλέπει τη μικρή, δεν είμαι κανένα τέρας.
Αλλά η Αναστασία εδώ δεν θα μείνει.
Το έχω πάρει απόφαση.
Φτάνει πια.
Τρία χρόνια κάθεται στον σβέρκο μου.
Μαγειρεύει όποτε της καπνίσει, καθαρίζει όπως όπως, κι από πάνω θέλει και δικαιώματα.
Δεν της απομένει πολύς καιρός εδώ, αυτό σας το λέω με σιγουριά. Η Αναστασία κάθισε αργά στο μικρό σκαμνί δίπλα στην μπαλκονόπορτα.
Τα πόδια της είχαν γίνει βαμβάκι.
Μία φράση χτυπούσε μέσα στο κεφάλι της: δεν της απομένει πολύς καιρός.
Όχι «θα φύγει», όχι «θα μετακομίσει» — αλλά δεν της απομένει.
Η διατύπωση ξύπνησε μέσα της κάτι παλιό, σκοτεινό, σχεδόν προληπτικό, και για μια στιγμή φοβήθηκε αληθινά, με όλο της το σώμα.
Κούνησε το κεφάλι της, προσπαθώντας να διώξει την ανόητη σκέψη.
Φυσικά η πεθερά μιλούσε για διαζύγιο και μετακόμιση, όχι για κάτι πιο ζοφερό.
Κι όμως, η αίσθηση έμεινε πάνω της κολλώδης, σαν μέλι χυμένο στο δέρμα.
Το πανί της γλίστρησε και έπεσε με έναν υγρό ήχο στα πλακάκια.
Στο σαλόνι η πεθερά σώπασε απότομα. — Σιγά, — ψιθύρισε κοφτά στις άλλες. — Νομίζω πως η Αναστασία είναι στο σπίτι. — Μα πριν λίγο ακουγόταν στην κουζίνα, — μουρμούρισε η Χριστίνα Χατζηκωνσταντίνου. — Ποιος ξέρει πού είναι.
Θα πάω να δω. Η Αναστασία πετάχτηκε όρθια.
Άρπαξε βιαστικά τη σφουγγαρίστρα και άρχισε να την περνά πάνω κάτω στο πάτωμα, παριστάνοντας πως δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή.
Η κουρτίνα κινήθηκε και η Θεοδώρα Γρηγοροπούλου πρόβαλε στο μπαλκόνι. — Τι κάνεις τόση ώρα εδώ μέσα; — ρώτησε, με πρόσωπο ήρεμο, λες και πριν από λίγο δεν καταδίκαζε τον γάμο της νύφης της πάνω από ένα φλιτζάνι τσάι. — Πλένω το πάτωμα, — απάντησε η Αναστασία με σταθερή φωνή, χωρίς να σηκώσει τα μάτια. — Η Νεφέλη όλο παίζει εδώ με τις κιμωλίες και έχουν μείνει σημάδια. — Α, μάλιστα, — είπε αδιάφορα η πεθερά και γύρισε πίσω στο δωμάτιο. Η Αναστασία ξανακάθισε στο σκαμνί και έμεινε πολλή ώρα να κοιτάζει τα νερά από το σαπούνι που απλώνονταν στα πλακάκια.
Έξω, στην αυλή, η ζωή συνέχιζε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα: μια μπάλα χτυπούσε κάπου, παιδιά γελούσαν, ένας σκύλος γάβγιζε.
Όλα κυλούσαν κανονικά, ενώ μέσα της κάτι είχε παγώσει.
Έβγαλε το κινητό της και ετοιμάστηκε να γράψει στον άντρα της: «Ιωάννη, έλα νωρίς, πρέπει να μιλήσουμε». Το δάχτυλό της όμως σταμάτησε πάνω από την οθόνη.
Τι θα του έλεγε; «Άκουσα τη μητέρα σου να συζητάει το διαζύγιό μου με τις γειτόνισσες»; Κι αν τη ρωτούσε γιατί κρυβόταν πίσω από την κουρτίνα και κρυφάκουγε; Θα του έλεγε ότι το άκουσε κατά λάθος.
Κι αυτό, άλλωστε, ήταν η αλήθεια.
Έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη, σκούπισε τα χέρια στην ποδιά της και βγήκε από το μπαλκόνι, προσπαθώντας να φανεί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Οι καλεσμένες ήδη ετοιμάζονταν να φύγουν και φορούσαν τα παλτά τους στον διάδρομο. — Αναστασία μου, γιατί είσαι τόσο χλωμή; — τη ρώτησε με δήθεν έγνοια η Δανάη Κοντός, κουμπώνοντας το παλτό της. — Με έπιασε πονοκέφαλος, — είπε ψέματα η Αναστασία. — Έχει πολλή ζέστη μέσα. — Να μην κουράζεσαι τόσο με τις δουλειές, — σχολίασε η Χριστίνα Χατζηκωνσταντίνου, κουνώντας το κεφάλι. — Δεν λυπάσαι καθόλου τον εαυτό σου.
Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους, η Θεοδώρα Γρηγοροπούλου γύρισε στην κουζίνα, όπου η Αναστασία έπλενε σιωπηλή τα φλιτζάνια. — Θα πάρεις εσύ σήμερα τη μικρή από τον παιδικό ή να πάω εγώ; — ρώτησε αδιάφορα, σαν να μην είχε μόλις καταδικάσει τον γάμο της. — Θα πάω εγώ, — αποκρίθηκε χαμηλόφωνα η Αναστασία. — Ωραία.
Γιατί με έπιασαν πάλι τα αρθριτικά μου και δεν έχω όρεξη για περπάτημα. Η Αναστασία τελείωσε τα φλιτζάνια, ... (συνέχεια στο LINK στα σχόλια 👇)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους