«Σταμάτα να παίζεις αμέσως.» Η γυναίκα με το σμαραγδένιο φόρεμα στεκόταν δίπλα στο πιάνο, τόσο κοντά που μύριζα το βαρύ άρωμά της. Τα δάχτυλά μου έμειναν πάνω στα πλήκτρα. Στο σαλόνι της βίλας...
«Σταμάτα να παίζεις αμέσως.» Η γυναίκα με το σμαραγδένιο φόρεμα στεκόταν δίπλα στο πιάνο, τόσο κοντά που μύριζα το βαρύ άρωμά της.
Τα δάχτυλά μου έμειναν πάνω στα πλήκτρα.
Στο σαλόνι της βίλας, ανάμεσα σε ποτήρια σαμπάνιας και ανθρώπους που γελούσαν δυνατά, έπεσε μια σιωπή που με έκανε να ανατριχιάσω. «Συγγνώμη;» ψέλλισα.
Με κοίταξε σαν να ήμουν λεκές στο λευκό χαλί της. «Είπα να σταματήσεις.
Δεν σε πληρώνουμε για να κάνεις επίδειξη.» Εκείνη τη στιγμή ένας άντρας σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι.
Ήταν γύρω στα εξήντα, με γκρίζους κροτάφους και βλέμμα καρφωμένο πάνω μου.
Όλη τη βραδιά με παρατηρούσε, αλλά νόμιζα πως απλώς δεν του άρεσε η μουσική μου. «Δανάη», είπε στη γυναίκα.
Η φωνή του έτρεμε. «Τι κάνεις;» Κι έπειτα γύρισε σε μένα. «Πώς είπες ότι σε λένε;» Κράτησα την ανάσα μου. «Ειρήνη. Ειρήνη Καραλή.» Το ποτήρι του γλίστρησε από το χέρι του και έσπασε στο μάρμαρο.
Δύο ώρες πριν, είχα φτάσει στην Εκάλη με το παλιό μου αυτοκίνητο να κάνει έναν παράξενο ήχο σε κάθε ανηφόρα.
Είχα φορέσει το μοναδικό μαύρο φόρεμα που δεν είχε ξεβάψει ακόμα.
Το είχα σιδερώσει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στα χαρτιά από το νοσοκομείο της μητέρας μου.
Η μητέρα μου, η Μαρία, είχε αρχίσει χημειοθεραπείες πριν από τέσσερις μήνες.
Εγώ έπαιζα πιάνο όπου έβρισκα: σε βαφτίσεις, σε μικρά ξενοδοχεία, σε ταβέρνες που ήθελαν «κάτι πιο κυριλέ» τα Σαββατοκύριακα.
Αυτή η δουλειά ήταν η καλύτερα πληρωμένη που είχα κάνει ποτέ.
Τετρακόσια ευρώ για τρεις ώρες.
Τετρακόσια ευρώ σήμαιναν φάρμακα.
Σήμαιναν ταξί για να μη στριμώχνεται η μητέρα μου στο λεωφορείο.
Σήμαιναν ότι ίσως δεν θα χρειαζόταν να διαλέξουμε πάλι ανάμεσα σε λογαριασμό ρεύματος και εξετάσεις.
Ο άντρας πλησίασε το πιάνο αργά.
Οι καλεσμένοι έκαναν στην άκρη, δήθεν διακριτικά. Η Δανάη είχε ασπρίσει. «Η μητέρα σου λέγεται Μαρία;» με ρώτησε.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. «Την ξέρετε;» Η Δανάη πετάχτηκε μπροστά. «Ανδρέα, όχι εδώ.» «Την ξέρω;» επανέλαβε εκείνος, σαν να μην την είχε ακούσει. «Ειρήνη, πότε γεννήθηκες;» Του είπα την ημερομηνία.
Δεν ξέρω γιατί.
Ίσως επειδή το πρόσωπό του είχε πάρει ένα χρώμα που δεν είχα ξαναδεί σε άνθρωπο.
Ήταν τρόμος, αλλά και κάτι σαν ενοχή.
Έβαλε το χέρι στο στόμα του. «Θεέ μου…» Η Δανάη άρπαξε το μπράτσο του. «Μη λες ανοησίες.
Δεν είναι ώρα για τέτοια.» Τότε με κοίταξε ευθεία στα μάτια και είπε κάτι που με έκανε να μην ακούω πια ούτε τις ανάσες γύρω μου. «Είσαι η κόρη μου.» Γέλασα.
Όχι επειδή το βρήκα αστείο.
Ήταν ένα ξερό, άσχημο γέλιο που βγήκε μόνο του. «Ο πατέρας μου πέθανε πριν γεννηθώ», του είπα. «Αυτό μου έλεγε η μητέρα μου.» Ο Ανδρέας κάθισε στην άκρη μιας πολυθρόνας, σαν να μην τον κρατούσαν τα πόδια του. Η Δανάη στεκόταν ακίνητη.
Κανείς από τους καλεσμένους δεν έφευγε.
Φυσικά δεν έφευγε.
Το δράμα των άλλων είναι πάντα πιο ενδιαφέρον από το γλυκό στο τραπέζι. «Δεν πέθανα», είπε. «Η Μαρία έφυγε από τη ζωή μου χωρίς να μου πει τίποτα.
Είχαμε χωρίσει άσχημα, ναι.
Ήμουν νέος, ανόητος… Αλλά δεν ήξερα ότι ήταν έγκυος.» «Ψέματα», πέταξε η Δανάη. Γύρισε προς το μέρος της. «Τι είπες;» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους