Le Figaro : Ben Shapiro O πρωτοπόρος της τραμπικής συντηρητικής επανάστασης που σήμερα δέχεται πίεση από τα δεξιά Ο Μπεν Σαπίρο υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της τραμπικής συντηρητικής επανάστασης...
Le Figaro : Ben Shapiro O πρωτοπόρος της τραμπικής συντηρητικής επανάστασης που σήμερα δέχεται πίεση από τα δεξιά Ο Μπεν Σαπίρο υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της τραμπικής συντηρητικής επανάστασης και δημιούργησε μια ολόκληρη μιντιακή αυτοκρατορία με στόχο να αντιπαρατεθεί στην αμερικανική Αριστερά.
Σήμερα, όμως, ο αυτοπροσδιοριζόμενος σιωνιστής βρίσκεται αντιμέτωπος όχι με τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά με ένα τμήμα του ίδιου του κινήματος MAGA.
Ο ίδιος δεν μπορούσε να το γνωρίζει όταν, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025, κάθισε απέναντι από τον Τσάρλι Κερκ για να ηχογραφήσει το τελευταίο επεισόδιο του δημοφιλούς podcast του.
Την επόμενη ημέρα, ο Κερκ δολοφονήθηκε μπροστά σε φοιτητές σε πανεπιστημιούπολη της Γιούτα, δεχόμενος πυροβολισμό στον λαιμό.
Η συνέντευξη με τον Σαπίρο έμελλε να είναι η τελευταία του.
Οι δύο άνδρες γνωρίζονταν εδώ και χρόνια.
Τους ένωνε η αγάπη για τη δημόσια αντιπαράθεση, η ευχέρεια στον λόγο και η διάθεση για ιδεολογική σύγκρουση. Ο Σαπίρο, ωστόσο, ήταν ο παλαιότερος και ο άνθρωπος που είχε ανοίξει τον δρόμο.
Με τη χαρακτηριστική ρινική φωνή, τα πυκνά φρύδια και τον καταιγιστικό τρόπο ομιλίας του, αποτελεί εδώ και χρόνια μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της αμερικανικής συντηρητικής Δεξιάς.
Παρότι δεν έχει εκλεγεί ποτέ σε δημόσιο αξίωμα – δεν υπήρξε ούτε κυβερνήτης, ούτε γερουσιαστής, ούτε μέλος κυβέρνησης –, η επιρροή του υπήρξε τεράστια.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης με τον Κερκ, ο Σαπίρο δεν έκρυψε τη σταθερή του θέση υπέρ του Ισραήλ. «Η βασική μου κριτική προς τον Νετανιάχου και την ισραηλινή κυβέρνηση είναι ότι δεν κινήθηκαν αρκετά γρήγορα», δήλωσε, αναφερόμενος στον πόλεμο της Γάζας και στις πρωτοφανείς επιχειρήσεις των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων εναντίον της Χαμάς, ακόμη και στο Κατάρ.
Η στάση αυτή δεν εξέπληξε κανέναν. Ο Σαπίρο αυτοπροσδιορίζεται ως σιωνιστής, είναι παντρεμένος με Ισραηλινή, είναι ορθόδοξος Εβραίος και εμφανίζεται σχεδόν πάντα φορώντας κιπά. Ο Τσάρλι Κερκ, αντίθετα, ήταν εμφανώς πιο προσεκτικός.
Γνώριζε ότι το ζήτημα του Ισραήλ είχε αρχίσει να διχάζει βαθιά τη νεότερη γενιά του κινήματος MAGA, δηλαδή το ίδιο το ακροατήριό του. «Κάποιοι κατηγορούν το Ισραήλ ότι επιδιώκει εθνοκάθαρση», παρατήρησε. «Υπάρχουν απόψεις προς κάθε κατεύθυνση.
Πώς απαντάτε σε αυτές τις κατηγορίες;» Σήμερα, αυτή η τελευταία συνομιλία ακούγεται σχεδόν προφητική.
Ο θάνατος του Κερκ λειτούργησε ως καταλύτης για μια εσωτερική σύγκρουση που ήδη σιγόβραζε στους κόλπους της αμερικανικής Δεξιάς.
Το δίκτυο των συντηρητικών influencers, στο οποίο ο ίδιος λειτουργούσε ως ενοποιητικός πόλος, διασπάστηκε γύρω από ένα ζήτημα που αποδείχθηκε εκρηκτικό: τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο Ισραήλ.
Στη μία πλευρά βρέθηκαν προσωπικότητες όπως ο Τάκερ Κάρλσον, ίσως ο σημαντικότερος σήμερα εκφραστής του χώρου MAGA, η πρώην παρουσιάστρια του Fox News Μέγκιν Κέλι, η συνωμοσιολόγος Κάντας Όουενς και ο ακροδεξιός Νικ Φουέντες.
Στην άλλη πλευρά βρίσκεται ο Μπεν Σαπίρο, ο άνθρωπος που επί χρόνια θεωρούνταν μία από τις πιο επιδραστικές φωνές του αμερικανικού συντηρητισμού.
Από την αντιπαράθεση με την Αριστερά στην εμφύλια σύγκρουση της Δεξιάς Οι επικριτές του κατηγορούν πλέον τον Σαπίρο ότι βάζει το Ισραήλ πάνω από την Αμερική, παραβιάζοντας έτσι το θεμελιώδες σύνθημα του τραμπισμού, «America First». Ο ίδιος απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την κατηγορία.
Αναγνωρίζει ότι εργάστηκε συστηματικά για να οικοδομήσει γέφυρες ανάμεσα στην αμερικανική και την ισραηλινή Δεξιά, αρνείται όμως ότι αυτό συνεπάγεται οποιαδήποτε μορφή διπλής πολιτικής πίστης.
Η σύγκρουση κορυφώθηκε τον Δεκέμβριο, στο ετήσιο συνέδριο του Turning Point USA, της οργάνωσης που είχε ιδρύσει ο Τσάρλι Κερκ.
Εκεί ο Σαπίρο επιτέθηκε με σφοδρότητα σε πρώην συμμάχους του, όπως ο Τάκερ Κάρλσον, η Μέγκιν Κέλι και η Κάντας Όουενς, χαρακτηρίζοντάς τους «απατεώνες». Έκτοτε, οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις εξελίσσονται σχεδόν κάθε εβδομάδα μέσα από podcasts, βίντεο και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αντανακλώντας τη βαθιά κρίση ταυτότητας που διέρχεται πλέον το ίδιο το κίνημα MAGA.
Η δημιουργία του Daily Wire και η άνοδος του αρχιτέκτονα της νέας Δεξιάς Ωστόσο, ο Μπεν Σαπίρο υπήρξε κάποτε η αιχμή του δόρατος στη μάχη εναντίον της Αριστεράς και της λεγόμενης «woke» κουλτούρας.
Δημιούργησε μια πραγματική μιντιακή πολεμική μηχανή, το The Daily Wire, η οποία εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής επανάστασης που έφερε τον Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία.
Σήμερα, όμως, αυτή η μιντιακή αυτοκρατορία εμφανίζει σημάδια κόπωσης και χάνει μέρος της επιρροής της. «Ο Μπεν Σαπίρο πλέον παρακολουθείται κυρίως από ηλικιωμένους στο Facebook», σχολιάζει σκωπτικά ένας νεαρός ψηφοφόρος του Τραμπ, τον οποίο συνάντησα σε συγκέντρωση του Αμερικανού προέδρου στην Ουάσιγκτον.
Η παρατήρηση αυτή, όσο υπερβολική κι αν ακούγεται, αποτυπώνει μια βαθύτερη μετατόπιση: ο άνθρωπος που κάποτε εξέφραζε την πρωτοπορία της διαδικτυακής Δεξιάς κινδυνεύει σήμερα να θεωρηθεί εκπρόσωπος μιας παλαιότερης φάσης του συντηρητικού κινήματος. «Ήταν από τους πρώτους που κατάφεραν να επηρεάσουν τη Δεξιά μέσω των podcasts, έξω από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης», εξηγεί ο Σκοτ Γκρίερ, δημοσιογράφος του περιοδικού The American Conservative και συγγραφέας του βιβλίου Whitepill: The Online Right and the Making of Trump’s America («Η διαδικτυακή Δεξιά και η διαμόρφωση της Αμερικής του Τραμπ»). «Συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία μιας εναλλακτικής σφαίρας πληροφόρησης.
Απέδειξε ότι δεν ήταν πλέον απαραίτητο να διαθέτει κανείς μια εκπομπή στο Fox News ή μια στήλη στους New York Times για να αποκτήσει τεράστια επιρροή στο συντηρητικό στρατόπεδο», προσθέτει.
Ένα παιδί-θαύμα με πάθος για την πολιτική Ο Μπεν Σαπίρο γεννήθηκε στο Λος Άντζελες σε οικογένεια Ασκενάζι Εβραίων, όπου η πολιτική αποτελούσε συχνό θέμα συζήτησης.
Η πολιτική του κλίση εμφανίστηκε από πολύ μικρή ηλικία: μόλις πέντε ετών, για το Χάλογουιν, ντυνόταν Τζον Άνταμς, έναν από τους ιδρυτές πατέρες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Υπήρξε μαθητής με εξαιρετικές ικανότητες.
Παρέλειψε δύο σχολικές τάξεις και αργότερα φοίτησε στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ.
Όμως το πραγματικό του πάθος δεν ήταν η νομική επιστήμη αλλά η πολιτική μάχη.
Ήδη από το 2012 εντάχθηκε στο Breitbart News, ένα ψηφιακό μέσο της σκληρής Δεξιάς, το οποίο είχε διευθύνει για ένα διάστημα ο Στιβ Μπάνον, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του κόσμου MAGA και επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ το 2016.
Η στιγμή του Daily Wire Μετά την άνοδο του Tea Party, του κινήματος που στράφηκε εναντίον του πολιτικού κατεστημένου – τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών –, ο Σαπίρο διέκρινε ότι μια νέα εποχή ξεκινούσε.
Το 2015 ίδρυσε το The Daily Wire.
Η συγκυρία ήταν ιδανική.
Το κύμα του Τραμπ παρέσυρε ολόκληρο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα και το νέο μέσο του Σαπίρο εξελίχθηκε σε έναν από τους κεντρικούς μηχανισμούς παραγωγής ιδεών, επιχειρημάτων και πολιτικής γραμμής για τη νέα Δεξιά.
Κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, το Daily Wire απέκτησε επιρροή πολύ πέρα από το μέγεθός του. «Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και συντηρητικοί αρθρογράφοι στρέφονταν σε αυτό για να καταλάβουν ποια θέση έπρεπε να υιοθετήσουν. Το Daily Wire είχε τεράστια επιρροή», θυμάται ο Σκοτ Γκρίερ.
Το μέσο δεν ήταν απλώς ένας ιστότοπος πολιτικών σχολίων.
Ήταν ένα πλήρες οικοσύστημα: podcasts, βίντεο, πολιτιστικές παραγωγές και περιεχόμενο που απευθυνόταν σε ένα κοινό το οποίο αισθανόταν ότι τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης δεν το εκπροσωπούσαν πλέον.
Ένας σύμμαχος του Τραμπ, αλλά όχι ένας κλασικός τραμπιστής Παρά τη στενή του σχέση με τη νέα συντηρητική βάση, ο Σαπίρο δεν υπήρξε ποτέ ένας άνευ όρων τραμπιστής.
Αυτό αποτελεί ένα από τα παράδοξα της πορείας του.
Το 2016 υποστήριξε τον Τεντ Κρουζ στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών, επειδή θεωρούσε τον Τραμπ υπερβολικά λαϊκιστή και απρόβλεπτο.
Όταν όμως ο Τραμπ εξασφάλισε το χρίσμα, ο Σαπίρο συσπειρώθηκε πίσω του.
Το ίδιο έκανε και στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις: ψήφισε Τραμπ το 2020 και τάχθηκε εναντίον των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν και Κάμαλα Χάρις το 2024.
Παράλληλα, προσπάθησε να διαφοροποιηθεί από τις πιο ακραίες φωνές της Δεξιάς.
Επιτέθηκε στους λευκούς εθνικιστές, τους οποίους θεωρεί περιθωριακούς εξτρεμιστές, και προσπάθησε να υπερασπιστεί έναν πιο «κλασικό» συντηρητισμό: υπέρ της ελεύθερης αγοράς, της ατομικής ευθύνης και μιας ισχυρής αμερικανικής παρουσίας στην παγκόσμια σκηνή.
Ωστόσο, η μετατόπιση ολόκληρου του πολιτικού χώρου προς πιο ριζοσπαστικές θέσεις τον ανάγκασε πολλές φορές να σκληρύνει τη ρητορική του.
Έφτασε ακόμη και να υποστηρίξει τη χορήγηση προεδρικής χάρης στον Ντέρεκ Σόβιν, τον αστυνομικό που καταδικάστηκε για τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ το 2020.
Στον πυρήνα του, πάντως, ο Σαπίρο παρέμεινε άνθρωπος της παλαιότερης ρεπουμπλικανικής παράδοσης: ένας νεοσυντηρητικός υπερασπιστής της αγοράς, της ισχυρής εξωτερικής πολιτικής και της ιδέας ότι η Αμερική πρέπει να διατηρεί παγκόσμια επιρροή.
Οι πανεπιστημιακές μονομαχίες, η κατασκευή ενός διανοούμενου της Δεξιάς και η κοσμοθεωρία του Μπεν Σαπίρο Η μεγάλη φήμη του Μπεν Σαπίρο δεν οικοδομήθηκε μόνο μέσα από τα άρθρα και τα podcasts του.
Η πραγματική του εκτόξευση ήρθε κυρίως μέσα από τις περιοδείες του σε αμερικανικά πανεπιστήμια, όπου αναζητούσε δημόσιες αντιπαραθέσεις με φοιτητές της Αριστεράς.
Η συνταγή αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματική. Ο Σαπίρο εμφανιζόταν μπροστά σε ακροατήρια που συχνά ήταν εχθρικά απέναντί του, προκαλούσε συζητήσεις γύρω από ζητήματα όπως η ελευθερία του λόγου, η ταυτότητα φύλου, η μετανάστευση, η φυλετική πολιτική και η σχέση κράτους και ατομικών δικαιωμάτων.
Οι αντιπαραθέσεις αυτές βιντεοσκοπούνταν και στη συνέχεια κυκλοφορούσαν στα κοινωνικά δίκτυα με τίτλους όπως «Ο Σαπίρο καταστρέφει έναν αριστερό φοιτητή» ή «Ο Σαπίρο διαλύει έναν σοσιαλιστή». Το ύφος ήταν θεατρικό, σχεδόν αγωνιστικό: ένας ρήτορας μόνος απέναντι σε ένα εχθρικό κοινό, ο οποίος υποτίθεται ότι αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της αντίπαλης ιδεολογίας. Οι New York Times τον χαρακτήρισαν «μονομάχο». Ο ίδιος, άλλωστε, καλλιέργησε συστηματικά αυτή την εικόνα.
Μπορούσε να μετακινείται με ευκολία από αναφορές στην ποπ κουλτούρα και την καθημερινή πολιτική μέχρι τον Αριστοτέλη και την κλασική φιλοσοφία.
Από ένα νεαρό αστέρι της διαδικτυακής Δεξιάς εξελίχθηκε σταδιακά σε έναν άνθρωπο που φιλοδοξούσε να λειτουργεί ως διαμορφωτής συντηρητικής σκέψης.
Από τον «πόλεμο των ιδεών» στην πολιτισμική σύγκρουση Ο Σαπίρο είχε ξεκινήσει τη συγγραφική του δραστηριότητα πολύ νωρίς.
Ήδη από το 2004, σε ηλικία μόλις είκοσι ετών, άρχισε να καταγγέλλει αυτό που θεωρούσε ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς στα αμερικανικά πανεπιστήμια.
Κατά την άποψή του, τα πανεπιστήμια είχαν μετατραπεί σε χώρους πολιτικής κατήχησης αντί για χώρους ελεύθερης ανταλλαγής ιδεών.
Το 2011, σε ένα ακόμη βιβλίο του, στράφηκε εναντίον του Χόλιγουντ, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική βιομηχανία του θεάματος είχε περάσει υπό τον έλεγχο μιας προοδευτικής ιδεολογίας.
Το 2021, λίγους μήνες μετά την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο, κυκλοφόρησε το βιβλίο The Authoritarian Moment.
Σε αυτό υποστήριξε ότι η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν προερχόταν από τη ριζοσπαστική Δεξιά, αλλά από την υποτιθέμενη ηγεμονία της Αριστεράς στα μέσα ενημέρωσης, στα πανεπιστήμια και στη βιομηχανία του πολιτισμού.
Παρά τη σκληρή του κριτική προς τους Δημοκρατικούς και τους προοδευτικούς, ο Σαπίρο διαφοροποιήθηκε σε ένα κρίσιμο σημείο από τον Ντόναλντ Τραμπ: αρνήθηκε να υιοθετήσει τη θεωρία ότι οι εκλογές του 2020 είχαν κλαπεί.
Η στάση αυτή του κόστισε επιθέσεις από ένα τμήμα της βάσης του Τραμπ, που θεώρησε ότι δεν ήταν αρκετά πιστός στο νέο δόγμα του κινήματος.
Τα «λιοντάρια» και οι «πτωματοφάγοι» Το πιο πρόσφατο βιβλίο του, Lions and Scavengers («Λιοντάρια και πτωματοφάγα»), συμπυκνώνει την πολιτική του κοσμοθεωρία μέσα από μια ζωική παραβολή.
Σύμφωνα με αυτή την εικόνα, υπάρχουν δύο τύποι ανθρώπων.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται τα «λιοντάρια»: εκείνοι που δημιουργούν, οικοδομούν, προστατεύουν και διατηρούν τις δομές της κοινωνίας.
Από την άλλη βρίσκονται οι «πτωματοφάγοι»: άνθρωποι που, σύμφωνα με τον Σαπίρο, κινούνται από φθόνο και επιθυμούν να καταστρέψουν όσα δημιούργησαν οι προηγούμενοι.
Στο βιβλίο αυτό αποφεύγει συχνά τις κλασικές διακρίσεις Δεξιάς και Αριστεράς.
Προτιμά έναν βαθύτερο ηθικό διαχωρισμό: ανάμεσα σε αυτούς που χτίζουν και σε αυτούς που καταστρέφουν. «Το θεμελιώδες ερώτημα είναι αν δημιουργείς ή αν καταστρέφεις», εξηγούσε σε συνέντευξή του στους New York Times κατά την παρουσίαση του βιβλίου.
Με αυτή τη διατύπωση άφηνε να εννοηθεί ότι ακόμη και μέσα στο ίδιο το κίνημα MAGA μπορεί να υπάρχουν πλέον «πτωματοφάγοι». Για τον Σαπίρο, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της σύγχρονης Δεξιάς: ότι εγκατέλειψε τον παραδοσιακό συντηρητισμό και μετατράπηκε σε μια καθαρά αντιδραστική δύναμη. «Έγινε ένα δοχείο για το αντι-αριστερό συναίσθημα», έχει δηλώσει, εκφράζοντας την ανησυχία του ότι η αντίθεση προς την Αριστερά δεν συνοδεύεται πλέον από ένα συνεκτικό θετικό όραμα.
Ο άνθρωπος που δημιούργησε το περιβάλλον που τώρα τον αμφισβητεί Υπάρχει μια βαθιά ειρωνεία στην πορεία του Μπεν Σαπίρο.
Για περισσότερα από είκοσι χρόνια συμμετείχε ενεργά στους πολιτισμικούς πολέμους που συγκλόνισαν την Αμερική.
Βοήθησε να διαμορφωθεί η νέα ριζοσπαστική Δεξιά, η οποία τελικά έφερε τον Τραμπ στην εξουσία.
Σήμερα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα κομμάτι αυτού του ίδιου κινήματος που θεωρεί ότι δεν είναι αρκετά ριζοσπαστικός.
Ο άνθρωπος που κάποτε βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της επίθεσης εναντίον του κατεστημένου καλείται πλέον να υπερασπιστεί τη δική του θέση απέναντι σε μια νέα γενιά δεξιών ακτιβιστών που θεωρούν ότι εκπροσωπεί το παρελθόν.
Η κρίση του Daily Wire, η απώλεια επιρροής και το μέλλον της συντηρητικής επανάστασης Έχοντας αφιερώσει πάνω από είκοσι χρόνια στους πολιτισμικούς πολέμους που διχάζουν την Αμερική, ο Μπεν Σαπίρο είναι, με έναν παράδοξο τρόπο, ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της ίδιας της ριζοσπαστικής Δεξιάς που τελικά κατέκτησε την εξουσία, τροφοδοτούμενη από την οργή, τον αντισυστημισμό και την απόρριψη των παραδοσιακών ελίτ.
Σήμερα, όμως, το The Daily Wire βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νέα πραγματικότητα.
Η επιτυχία που γνώρισε κατά την περίοδο της ανόδου του Τραμπ δεν είναι πλέον δεδομένη.
Το μέσο, το οποίο είχε οικοδομήσει την ταυτότητά του πάνω στην αντίθεση προς το πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο, δυσκολεύεται πλέον να διατηρήσει την ίδια δυναμική σε μια εποχή όπου η πολιτική του πλευρά βρίσκεται στην εξουσία. «Μία από τις μεγάλες αδυναμίες αυτών των νέων συντηρητικών μέσων είναι ότι το κοινό τους είναι βαθιά αντισυστημικό», εξηγεί ο Σκοτ Γκρίερ. «Κατά συνέπεια, όταν η δική τους πλευρά βρίσκεται στην κυβέρνηση, είναι πολύ δύσκολο να διατηρήσουν την ίδια ένταση υποστήριξης από το ακροατήριό τους.» Η παρατήρηση αυτή αγγίζει ένα θεμελιώδες παράδοξο της νέας Δεξιάς: τα μέσα που δημιουργήθηκαν για να πολεμήσουν το σύστημα χρειάζονται την ύπαρξη ενός ισχυρού αντιπάλου για να διατηρούν τη δυναμική τους.
Όταν η πολιτική τους παράταξη κερδίζει, χάνουν μέρος της επαναστατικής τους ενέργειας.
Η υποχώρηση ενός μιντιακού γίγαντα Πριν από την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, το Daily Wire κατάφερνε να συγκεντρώνει στο Facebook εκατομμύρια περισσότερες προβολές από μεγάλα παραδοσιακά τηλεοπτικά δίκτυα, όπως το CNN ή το Fox News.
Σήμερα, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει.
Ο αριθμός των συνδρομητών που πληρώνουν για το περιεχόμενό του έχει μειωθεί.
Σύμφωνα με το μέσο Semafor, η εταιρεία έχασε περίπου το ένα τρίτο των συνδρομητών της μέσα σε έναν χρόνο.
Παράλληλα, οι απολύσεις έγιναν συχνότερες, γεγονός που ενίσχυσε την αίσθηση ότι η άλλοτε ασταμάτητη μηχανή της συντηρητικής ενημέρωσης έχει αρχίσει να επιβραδύνει.
Και ενώ το Daily Wire εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως «η βασική φωνή του αμερικανικού αντισυστημικού κινήματος», ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν ότι έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε ένα πιο συμβατικό, καθιερωμένο μέσο. «Το Daily Wire επένδυσε σημαντικά ποσά σε ακριβές παραγωγές ψυχαγωγικού περιεχομένου, οι οποίες δεν είχαν την αναμενόμενη επιτυχία», σχολιάζει ο Χάουαρντ Πολσκιν, ιδρυτής του The Righting, ενός παρατηρητηρίου για τα δεξιά μέσα ενημέρωσης.
Ωστόσο, προσθέτει ότι το βασικό του πλεονέκτημα παραμένει το πολιτικό περιεχόμενο και κυρίως τα podcasts. «Συνεχίζει να έχει ισχυρή παρουσία στον χώρο αυτό, φιλοξενώντας προσωπικότητες όπως ο Τζόρνταν Πίτερσον, ο Μάικλ Νόουλς και ο Άντριου Κλάβαν.» Η μάχη για το μέλλον της Δεξιάς Παρά τις δυσκολίες, το Daily Wire δεν εγκαταλείπει τις φιλοδοξίες του.
Η εταιρεία φέρεται να εξετάζει την άντληση περίπου 100 εκατομμυρίων δολαρίων, ενόψει πιθανής εισαγωγής της στο χρηματιστήριο τα επόμενα χρόνια.
Το στοίχημά της είναι ότι η συντηρητική επανάσταση δεν έχει ολοκληρωθεί.
Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα είναι προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί αυτή η επανάσταση.
Ο ίδιος ο Σαπίρο επιμένει ότι η δική του θέση εξακολουθεί να αντανακλά περισσότερο την ευρύτερη αμερικανική κοινή γνώμη από ό,τι οι πιο ακραίες φωνές που τον αμφισβητούν. «Νομίζω ότι αυτά που λέω αντιστοιχούν πολύ περισσότερο στη γενική άποψη των Αμερικανών, αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις, παρά στις φαντασιώσεις ορισμένων εξτρεμιστών», δήλωσε πρόσφατα.
Όμως η πραγματικότητα του πολιτικού τοπίου γίνεται πιο σύνθετη.
Η παραδοσιακή υποστήριξη των Αμερικανών προς το Ισραήλ έχει μειωθεί αισθητά.
Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις της Gallup, η θετική στάση απέναντι στο Ισραήλ βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Αυτή η αλλαγή της κοινής γνώμης εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, γιατί το ζήτημα του Ισραήλ έχει γίνει τόσο διχαστικό μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο MAGA. Ο Μπεν Σαπίρο βρίσκεται σήμερα σε μια δύσκολη θέση.
Από τη μία πλευρά, παραμένει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και επιδραστικούς εκπροσώπους της αμερικανικής συντηρητικής σκέψης.
Από την άλλη, το πολιτικό περιβάλλον που ο ίδιος βοήθησε να δημιουργηθεί έχει μετακινηθεί προς μια κατεύθυνση που συχνά τον ξεπερνά.
Ο άνθρωπος που κάποτε έδωσε στη νέα Δεξιά τα εργαλεία για να πολεμήσει το κατεστημένο καλείται τώρα να αποδείξει ότι δεν ανήκει ο ίδιος στο παλιό κατεστημένο.
Η μάχη του Μπεν Σαπίρο δεν είναι πλέον μόνο εναντίον της Αριστεράς.
Είναι μια μάχη για το ποια Δεξιά θα επικρατήσει στην Αμερική μετά τον Τραμπ. Le Figaro 25/7/26
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους