(Στον Έρωτα υπάρχει πάντα και μόνο η πρώτη φορά) ο δάσκαλος ... Βρήκε τη Χρυσάνθη κατάχλομη να κλαίει με αναφιλητά, καθισμένη σε μια καρέκλα και στο χέρι της να τρέμει ένα φύλλο χαρτί. —Η Ελένη μας...
(Στον Έρωτα υπάρχει πάντα και μόνο η πρώτη φορά) ο δάσκαλος ... Βρήκε τη Χρυσάνθη κατάχλομη να κλαίει με αναφιλητά, καθισμένη σε μια καρέκλα και στο χέρι της να τρέμει ένα φύλλο χαρτί. —Η Ελένη μας έφυγε, μάνα.
Μας παράτησε, μάνα.
Άπλωσε το χέρι και της έδωσε το γράμμα.
Εξηγούσε ότι έφευγε να φτιάξει τη ζωή της με ένα καλό παιδί που την αγαπάει για να ακολουθήσει το όνειρό της ως τραγουδίστρια.
Να μην ανησυχούνε, τους αγαπάει και θα τους σκέφτεται όλους.
Τα πόδια της δεν τη βαστάξαν, λυγίσανε και έκατσε ανοίγοντάς τα, σαν μόλις να είχε βιαστεί, σοκαρισμένη στο δάπεδο.
Το πρόσωπό της μαράζωσε, γέρασε μέσα σε μια στιγμή.
Δίπλωσε το γράμμα και το φώλιασε μέσα στον κόρφο της.
Το τελευταίο χρονικό διάστημα η Ελένη σχετιζόταν κρυφά με έναν φαντάρο από τη Θεσσαλονίκη, που υπηρετούσε στο όμορο με το χωριό στρατόπεδο. ...στ᾽ορκίζομ᾽ Αντζουλίνα μου στην πρώτη ευκαιρία Μπράβο, μπράβο μπράβο Ζαχαρία πως θα σε κάνω μια έμμορφη και μια τρανή κυρία Μπράβο, μπράβο μπράβο Ζαχαρία Αντζουλίνα σ᾽αγαπώ Αντζουλίνα σε ποθώ Αντζουλίνα θα σε πάρω με παπά και με κουμπάρο... Ακουγόταν από μακριά η ναζιάρικη μελωδική φωνή της Ελένης καθώς άπλωνε την μπουγάδα στον αύλειο χώρο του σπιτιού της.
Την πλησίασε γοητευμένος κι από περιέργεια ένας νεαρός φαντάρος και πάνω από το χαμηλό πέτρινο τοιχάκι που περίφραζε την αυλή, χειροκροτούσε. —Μπράβο, μπράβο, μπράβο Ζαχαρία... —Μπράβο, μπράβο, μπράβο κοπελιά, επευφημούσε με παλαμάκια ο φαντάρος.
Έτσι ξεκίνησε η καριέρα της Ελένης στο τραγούδι.
Σε λίγους μήνες απολυόταν και θα την έπαιρνε μαζί του στη Θεσσαλονίκη, όπου δούλευε ως μουσικός σε λαϊκά μαγαζιά.
Ζαχάρωνε το φανταράκι στα μυστικά τους ραντεβού, αλλά δεν τον άφηνε επ᾽ουδενί να προχωράει πέρα από τα πρέποντα ερωτόλογα και χαϊδολογήματα, που και αυτά ξεπερνούσαν τα χρηστά ήθη της εποχής στο χωριό.
Έλιωνε και έκανε υπομονή.
Εξάλλου την είχε ερωτευθεί και του είχε υποσχεθεί να τον ακολουθήσει.
Ο έρωτάς τους, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ήταν ένας επιπόλαιος έρωτας, μακριά από τον βαθύ, τραγικό έρωτα του δασκάλου της, που άφησε σημάδια από τραύματα στην παιδική της ψυχούλα να τα κουβαλάει για πάντα.
Κατάφερε να βγάλει το δημοτικό σχολείο έχοντας χάσει δυο χρονιές.
Είχε αρχίσει να μεστώνει, να αποκτά τα χαρακτηριστικά νέας κοπέλας και αντίληψη της γυναικείας φύσης της.
Γινόταν η μετάβαση από την αθωότητα σε μια απρόσμενη σωματική και εσωτερική μεταλλαγή συναισθημάτων, επιθυμιών και ενοχών που δεν ελέγχονταν και έπρεπε να προστατευτεί, χωρίς να γνωρίζει πώς.
Ήδη ένιωθε την ανεπιτήδευτη έκφραση των φιλοφρονημάτων από συνομήλικούς της, σαν να γυμνάζονταν για την επόμενη μέρα που θα πάλευαν στην αρένα της ερωτικής τους αυτοεκτίμησης, αλλά και τις σουβλερές ματιές σαν πισώπλατες μαχαιριές να την ακολουθούν σκοτεινές από μεγαλύτερους, ακόμη και από γέρους. • Ένοχα, τρομαγμένα, σε ένα απαγορευμένο άσπαστο κώδικα σιωπής, τα μάτια της ψυχής της συνομιλούσαν με αυτά του νεαρού δασκάλου της, τα απεγνωσμένα γλυκά, να αποφεύγουν να διασταυρωθούν με τα δικά της.
Στην αρχή η καρδιά της άνοιξε για πρώτη φορά σαν δροσερό ερωτικό μπουμπούκι της άνοιξης.
Μετά ξεκίνησε το βασανιστήριο να καίγεται κάτω από τον ανηλεή ήλιο του έρωτα της καρδιάς της, αναζητώντας απελπισμένη την πηγή να ξεδιψάσει.
Μια πηγή απρόσιτη για τα χείλη της, το κορμί της, την ψυχή της.
Τη νύχτα των Θεοφανίων, είχε διαβάσει σε ένα λαϊκό περιοδικό ότι αργά, όταν όλοι κοιμούνται, οι εκλεκτοί με πίστη που ξαγρυπνούν, βλέπουν τον ουρανό να ανοίγει και τα αστέρια να κατεβαίνουν με φτερά αγγέλων.
Τότε μπορεί να εισακουσθεί μία ευχή απ’ τον Θεό και να εκπληρωθεί.
Στα νύχια των ποδιών της σηκώθηκε η Ελενίτσα , αφού περίμενε να βεβαιωθεί ότι όλοι οι άλλοι έχουν κοιμηθεί και πήγε στο παράθυρο της κουζίνας, που κρατούσε απ’ έξω τους εφιάλτες της νύχτας που κλυδωνίζονταν πάνω στα σκιώδη ακόμη σαν γυμνά άσαρκα δάκτυλα κλαδιά της κερασιάς.
Ανέμενε, οπλισμένη με πίστη και παλεύοντας να νικήσει τη νύστα της, να ανοίξει η πύλη του ουρανού να κάνει την ευχή της, για τη μοναδική ευτυχία που ονειρευόταν.
Ο ουρανός κλειδωμένος χωρίς αστέρια, χωρίς αγγέλους, ξημέρωσε.
Από τότε έχασε την πίστη της. «Με ξεγέλασες και εγώ τον αγαπώ τόσο πολύ» Ο δάσκαλος προερχόταν από μια επαρχιακή πόλη της νότιας Ελλάδας και σπούδασε δουλεύοντας στην Αθήνα.
Διορίστηκε μετεμφυλιακά στο χωριό της Ελένης που είχε τότε διακόψει το σχολείο.
Με παρότρυνση από τη μεγάλη της αδελφή τη Χρυσάνθη, να έχει τουλάχιστον το απολυτήριο δημοτικού, συνέχισε την επόμενη χρονιά για να βγάλει τις δύο εναπομείνασες τάξεις.
Ο δάσκαλος ήταν αγαπητός στα παιδιά και νέος.
Η βέργα που είχε πάνω στην έδρα ήταν για να τη βλέπουν μόνο οι γονείς, που θεωρούσαν ότι το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο και τον προέτρεπαν να τη χρησιμοποιεί αλύπητα, για να γίνουν τα παιδιά τους άνθρωποι.
Ενώ τα παιδιά τον αγαπούσαν και έτρεχαν κοντά του σαν κλωσόπουλα κάτω από τις φτερούγες του, ήταν απόμακρος με τους ενήλικες στο χωριό.
Ευγενικός αλλά λιγομίλητος και δεν συναναστρεφόταν με τον παπά, ούτε με τον κοινοτάρχη ούτε και με τον χωροφύλακα στο καφενείο, όπως όλοι οι προηγούμενοι που πέρασαν από το σχολείο.
Αυτό έδινε λαβές στις κακές γλώσσες για διάφορα σχόλια και κουτσομπολιά που αρέσκονταν να επινοούν οι χωριανοί ώστε να υπάρχει μια δυσαρέσκεια για την αξιοσύνη του ως δάσκαλος, γεγονός που εγκυμονούσε κινδύνους για πειθαρχικές διώξεις.
Πραγματικά δεν ήταν κοινωνικός άνθρωπος και από τότε που σπούδαζε.
Προτιμούσε στον ελεύθερο χρόνο του να πηγαίνει στη βιβλιοθήκη ή να κλείνεται στο δωμάτιό του.
Αν του περίσσευαν κάποια χρήματα, πολύ σπάνια, θα πήγαινε σε κάποιο θέατρο ή θα αγόραζε κανένα βιβλίο.
Αγαπούσε την ποίηση.
Έγραφε και αυτός, αλλά δεν περνούσε από το μυαλό του να στείλει ποιήματά του σε περιοδικά ή σε εκδότες. «Τι τον ενδιαφέρει τον κόσμο τι αισθάνομαι και τι σκέφτομαι εγώ;» Έγραφε, έσκιζε, έκαιγε.
Στο χωριό, πέρα από την τάξη του, υπήρχε το απόλυτο κενό, μια ζωή αποκλεισμένη από κάθε διέξοδο που αναζητούσε να καταλαγιάζει τις ανησυχίες του.
Στο απόλυτο κενό αφήνεσαι να σε καταπιεί.
Την επόμενη χρονιά εγγράφηκε και η Ελένη.
Κοίταξε τον φάκελό της, είδε τα κενά χρόνια της μαθητείας της.
Κακή μαθήτρια στις αποδόσεις της στις μικρότερες τάξεις με προβληματική συμπεριφορά.
Τον κατέλαβε ένα άσχημο προαίσθημα. Η Ελένη δεν ταίριαζε στην τάξη του μαζί με τα άλλα παιδιά και ο ίδιος θεώρησε τον εαυτό του ελλιπή στη διδακτική του προσέγγιση για τις απαιτήσεις της ηλικίας της.
Από τις πρώτες μέρες υπέδειξε παντελή αδιαφορία για συμμετοχή της στις διεργασίες της τάξης, ένας απλώς παρατηρητής, αποσπασμένη αλλού, εκτός μαθή-ματος.
Ο ίδιος άρχισε, για αδιευκρίνιστο λόγο, να αισθάνεται άβολα, έξω από τα νερά του στα οποία είχε τον έλεγχο.
Θέλησε να την πλησιάσει να βρει την άκρη του νήματος για να την προσεγγίσει, χωρίς να τολμά να ομολογήσει στον εαυτό του ότι το κίνητρό του κατευθυνόταν και από μια άλλη μύχια σκέψη.
Ένα μεσημέρι την κράτησε στην τάξη μετά το σχόλασμα και τη ρώτησε με τι πράγματα της αρέσει να ασχολείται και αν θέλει να συνεισφέρει, να βοηθήσει κάπου αν μπορεί.
Η απάντησή της τον ξάφνιασε, σαν να γνώριζε τι θα απαντούσε αυτός αν του κάνανε την ανάλογη ερώτηση στην ηλικία της. «Μου αρέσει μόνο να κάνω όνειρα». Έχασε την ψυχραιμία του, αισθάνθηκε να τον καταπίνει ο καθρέφτης του αδιέξοδου εαυτού του και σαν να αλλάξανε οι ρόλοι, εκλιπαρούσε βαθιά μέσα του να τον τραβήξει, δίνοντάς του τον μίτο της διαφυγής, απ᾽τον λαβύρινθο της ανούσιας περιπλάνησης της ύπαρξής του στη μηδαμινότητα του αναίτιού της.
Του ζήτησε αν μπορεί να της φέρνει περιοδικά, από αυτά που στα εξώφυλλά τους έχουν αστέρες του σινεμά.
Φεύγοντας πέταξε απότομα ένα διπλωμένο φύλλο από το μπλοκ ζωγραφικής της πάνω στο θρανίο και βγήκε τρέχοντας στην αυλή, σαν κυνηγημένο αγρίμι.
Παγωμένος από την τροπή που πήραν τα πράγματα το ξεδίπλωσε, ήταν μια παιδιάστικη ζωγραφιά.
Μια μαδημένη μαργαρίτα με τρία δάκρυα να έχουν κυλήσει στη ρίζα της και τα άκομψα γράμματά της από κάτω: Μαγαπά, Δεν Μαγαπά, Μαγαπά.
Αδύνατον πια να σταθεί σε χλωρό κλαρί.
Το θλιβερά πληκτικό χωριό μετουσιώθηκε στον πλανήτη που καθήλωνε κάθε πτυχή της ύπαρξή του με την ελκτική του δύναμη επικεντρωμένη στο όραμα της μαθήτριάς του.
Τις νύχτες νηστικός, το σώμα του εξαϋλωμένο δραπέτευε πέρα από τους φυσικούς ορίζοντες, στροβιλιζόμενο στη δίνη των λέξεων, για να νοσφισθεί το απόλυτο από το πάθος που φώλιασε στην καρδιά του.
Έγραφε, μουτζούρωνε, διόρθωνε.
Αυτή την φορά τα καθαρόγραφε και τα φύλαγε.
Δεν του ανήκαν, όπως τα τάματα που προσφέρονται παρακαλετά, να ευοδωθούν οι ευχές των προσκυνητών.
Φαντασιωνόταν να τα διαβάζει σε κείνη και στα άδολά της μάτια να εικονίζονται τα παλλόμενα μαρτύρια της ψυχής του.
Θα βούρκωνε το στήθος της και θα ανάβλυζε στα παιδικά καθαγιασμένα δάκρυά της των παθών του η λύτρωση.
Θα χτυπούσε η καρδιά του μέσα απ᾽τη δική της και θα αναδυόταν η λάμψη της ομορφιάς της να καλύψει το πλανερό φως του ήλιου. Η Ομορφιά, η Ομορφιά των πάντων θα φώλιαζε στη φούχτα του και αυτός θα την εναπόθετε στα πόδια της σε ένδειξη υποταγής και ευγνωμοσύνης.
Δεν άντεξε στην αποκάλυψή της.
Αντιλαμβανόταν πως ο καρπός της απόλυτης πληρότητας της συμπαντικής ουσίας μέσα στο κορμί του ήταν απαγορευμένος.
Θα διαλυόταν, θα διαχέονταν παρασέρνοντάς τον ασυγκράτητα στο κενό του απείρου.
Τα ποιήματά του άρχισαν να γίνονται όλο και πιο ασυνάρτητα, οι λέξεις να εμπλέκονται, χωρίς να δένουν σε ακατάληπτους στίχους, καθώς αναμοχλεύονταν ασυνείδητες αφηρημένες εικόνες στο μυαλό του.
Εγκατέλειψε το χωριό και εξαφανίστηκε.
Αναζήτησε το χείλος του κόσμου, δώθε απ᾽τ᾽όνειρο και κείθε από τη γη, στην έρημο της Αυστραλίας. Η Ελενίτσα μέσα στη σάκα της βρήκε τεύχη περιοδικών και ένα βιβλίο," Κώστας Ουράνης, Ποιήματα ". Μέσα στις σελίδες του υπήρχε ένα ξεχασμένο χειρόγραφο φύλλο. Η ΣΚΙΑ Στα ερειπωμένα της Τροίας τείχη καπνός μες στους καπνούς γυρνάει η σκιά του περιπλανώμενη αλύτρωτα σε δρόμους που ανέτελλε και εβάδισε Εκείνη συθέμελα τα σκέπασε όλα η στάχτη της πυρκαγιάς που ακόμη καίει η ομορφιά της και απόμεινε μονάχα αποκαΐδι το σκυλευμένο του κορμί έξω από τα τείχη ΗΩραία Ελένη έφυγε για τη Θεσσαλονίκη μονάχα με δύο αλλαξιές στο βαλιτσάκι της που σκέπαζαν ένα βιβλίο με ποιήματα. ( ΤΟ ΡΕΜΑ, Εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2026)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους