Αγαπημένη μου Ελένη, χρόνια σου πολλά με την αγάπη μου. Εκεί όπου ο ίσκιος αποκτά φωνή Για τον «Θρήνο του Ίσκιου» της Ελένη Κοντόζογλου Υπάρχει ένα γκρίζο που διατρέχει τον Θρήνο του Ίσκιου της...
Αγαπημένη μου Ελένη, χρόνια σου πολλά με την αγάπη μου. Εκεί όπου ο ίσκιος αποκτά φωνή Για τον «Θρήνο του Ίσκιου» της Ελένη Κοντόζογλου Υπάρχει ένα γκρίζο που διατρέχει τον Θρήνο του Ίσκιου της Ελένης Συκά-Κοντόζογλου.
Όχι το συμπαγές γκρίζο της απόγνωσης, αλλά εκείνο το αβέβαιο χρώμα που γεννιέται όταν το φως εξακολουθεί να υπάρχει, μόνο που δεν φτάνει παντού.
Μέσα σ’ αυτή τη μεθόριο γράφονται τα ποιήματα της συλλογής.
Εκεί όπου η χαρά έχει ήδη υποψιαστεί τη λύπη της και η ζωή γνωρίζει, ακόμη και στις πιο φωτεινές εκδοχές της, πως κάπου δίπλα της βαδίζει ο ίσκιος.
Οι λέξεις της ποιήτριας μοιάζουν κάποτε σχεδιασμένες με κάρβουνο.
Έχουν ένταση, αφήνουν αποτύπωμα, μα διατηρούν συγχρόνως κάτι εύθραυστο, σχεδόν επισφαλές, σαν να μπορούσε μια δυνατή βροχή να τις ξεβάψει.
Κι ίσως ακριβώς αυτή η ευθραυστότητα να αποτελεί ένα από τα περισσότερο ενδιαφέροντα στοιχεία της γραφής της.
Γιατί πίσω από τις μεγάλες λέξεις που επιστρατεύει — ζωή, θάνατος, αγάπη, ψυχή, χρέος, άβυσσος, αιωνιότητα — δεν διακρίνεται η βεβαιότητα εκείνου που γνωρίζει.
Διακρίνεται μάλλον το τρέμουλο εκείνου που ρωτά.
Και οι μεγάλες λέξεις είναι δύσκολες στην ποίηση.
Έχουν κουβαλήσει αιώνες λυρισμού, πίστης, απελπισίας και υπερβολής.
Έχουν φθαρεί από τη χρήση τους.
Όμως η Ελένη Συκά Κοντόζογλου δεν τις αποφεύγει.
Τις πλησιάζει σχεδόν άοπλη και τις επαναφέρει στο ποίημα, σαν να εξακολουθεί να πιστεύει ότι κάτω από τις αλλεπάλληλες επιστρώσεις τους υπάρχει ακόμη ένας αρχικός πυρήνας νοήματος.
Αυτή η εμπιστοσύνη στη λέξη ενέχει ασφαλώς έναν κίνδυνο: κάποτε ο ποιητικός λόγος αγγίζει τα όρια της ρητορικότητας, κάποτε το συναίσθημα ζητά περισσότερο χώρο απ’ όσο αντέχει η φόρμα.
Όμως αυτή ακριβώς η έκθεση στον κίνδυνο χαρακτηρίζει τη γραφή της.
Δεν καταφεύγει στην ειρωνική απόσταση ούτε προστατεύεται πίσω από την αποδόμηση. Εκτίθεται.
Υπάρχει, λοιπόν, μια ψυχή που τρέμει μέσα σ’ αυτά τα ποιήματα.
Όχι επειδή φοβάται, αλλά περισσότερο επειδή αντιλαμβάνεται το μέγεθος της ζωής.
Σαν να επιχειρεί να αγκαλιάσει πράγματα μεγαλύτερα από το ανθρώπινο ανάστημα και να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι τα χέρια δεν θα φτάσουν.
Από αυτή την αδυναμία γεννιέται ένα μεγάλο μέρος της συγκίνησης της συλλογής.
Ο ίσκιος, άλλωστε, είναι εύστοχη επιλογή ήδη από τον τίτλο.
Δεν είναι σκοτάδι.
Για να υπάρξει χρειάζεται φως.
Και ίσως εκεί βρίσκεται μια από τις υπόγειες εντάσεις του βιβλίου: η ποιήτρια γράφει για όσα χάνονται, αλλά δεν γράφει από έναν τόπο όπου όλα έχουν χαθεί.
Ακόμη και όταν κατεβαίνει προς την άβυσσο, διατηρεί τη μνήμη του φωτός.
Ακόμη και όταν θρηνεί, εξακολουθεί να αναζητεί έναν λόγο για να αγαπά τη ζωή.
Γι’ αυτό και η θλίψη της δεν είναι ακινησία. Κινείται.
Μεταβάλλεται από προσωπική εξομολόγηση σε ερώτημα για την ανθρώπινη συνθήκη, επιστρέφει στο εγώ και ύστερα πάλι το εγκαταλείπει.
Το πρόσωπο που μιλά δεν αρκείται για πολύ στον εαυτό του.
Αναζητεί τον άλλον, τους πολλούς, εκείνη την αδιευκρίνιστη κοινότητα ανθρώπων που έχουν αγαπήσει, φοβηθεί, πονέσει και αναρωτηθεί κάποτε τι απομένει όταν ο χρόνος περάσει από πάνω τους.
Ακόμη και η ίδια η ποίηση μέσα στη συλλογή δεν αντιμετωπίζεται ως τεχνική.
Αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ανάγκη επιβίωσης.
Η ποιήτρια δεν παρατηρεί τον κόσμο από ασφαλή απόσταση.
Τον υφίσταται.
Η λέξη έρχεται κατόπιν, σαν δεύτερη λειτουργία της αναπνοής για να περισώσει κάτι από εκείνο που, αν δεν ειπωθεί, κινδυνεύει να χαθεί.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η ουσιαστικότερη ιδιομορφία της συλλογής.
Σε μια εποχή κατά την οποία μεγάλο μέρος της σύγχρονης ποίησης δυσπιστεί απέναντι στη συγκίνηση, η Ελένη Συκά Κοντόζογλου δεν τη φοβάται, δεν την υπονομεύει, δεν της κλείνει το μάτι, δεν την ανακαλεί μόλις την εκφέρει.
Την αφήνει να υπάρξει ολόκληρη.
Αυτό κάνει τη γραφή της περισσότερο εκτεθειμένη, όμως της χαρίζει εκείνη την παλαιά, σχεδόν λησμονημένη σοβαρότητα του ανθρώπου που πιστεύει πως η ποίηση μπορεί ακόμη να μιλήσει για τα μεγάλα χωρίς να απολογηθεί γι’ αυτό.
Και ίσως ο Θρήνος του Ίσκιου να βρίσκεται ακριβώς εκεί: όχι στη βεβαιότητα του νοήματος, αλλά στην ανάγκη αναζήτησής του.
Στην απόσταση ανάμεσα στο χέρι που απλώνεται και σε εκείνο που τελικά κατορθώνει να αγγίξει.
Στην αγωνία να σωθεί κάτι από τη φθορά, έστω μία λέξη, ένα ίχνος, μια μικρή απόδειξη ότι περάσαμε.
Οι λέξεις της Ελένης Συκά Κοντόζογλου παραμένουν έτσι πάνω στη σελίδα σαν γραμμές από κάρβουνο.
Δεν ξέρεις αν γράφτηκαν για να αντέξουν στη βροχή ή επειδή κάποιος γνώριζε εξαρχής πως κάποτε η βροχή θα έρθει.
Και τότε αποκτά διαφορετικό βάρος εκείνη η απλή παραδοχή σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής: «Όταν ο πόνος γίνεται ποίηση…» Σταυρούλα Δεκούλου
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους