ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΦΩΚΙΩΝΟΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗ ΣΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΧΑΡΗ, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», μετέπειτα πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών «Αξιότιμε κύριε Χάρη, Με ιδιαίτερο ενδιαφέρο παρακολουθώ τη συζήτηση γύρω από...
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΦΩΚΙΩΝΟΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗ ΣΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΧΑΡΗ, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», μετέπειτα πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών «Αξιότιμε κύριε Χάρη, Με ιδιαίτερο ενδιαφέρο παρακολουθώ τη συζήτηση γύρω από τις ναυτικές παροιμίες μεταξύ των κ.κ. Μ. Πετρίδη, Γ. Βλαχογιάννη κα της δ. Γ. Πολυχρονοπούλου και βλέπω με μεγάλη μου λύπη πως κανένας τους δεν μπορεί να πλησιάσει την τόσο καθαρή αλήθεια στην ερμηνεία της, όσο μοναχή της παρουσιάζεται, από την παροιμία αυτή, αν μπορεί, να είναι παροιμία αυτή καθ’ εαυτή μια διαταγή καπετανήσια.
Όμως δεν πρέπει να τους παρεξηγούμε, αφού οι άνθρωποι αυτοί, ούτε ναυτικοί είναι, ούτε καν τη στοιχειώδη μόρφωση και πείρα του πελάου έχουν.
Γιατί το «΄Ηρθε του Σταυρού, σταύρωνε κι αρμένιζε», αν ήταν θαλασσινοί, θα το εξηγούσαν όπως ακριβώς σημαίνει, χωρίς τόσες και τόσες ερμηνείες που του δίνουν.
Για τούτο απορώ πώς στη μεγάλη αυτή συζήτηση δεν βρέθηκε ένας ναυτικός λογοτέχνης από τους τόσους να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Με τις μικρές μου γνώσεις και πληροφορίες θέλω να σας δώσω κι εγώ εκείνο που είναι στην πραγματικότητα.
Και σε μας τους Ζακυνθινούς καπεταναίους , η ναυτική ας πούμε παροιμία των διαξιφισμών υπάρχει, αν και απόλυτο ναυτικό αξίωμα και διαταγή μαζί: «Του Σταυρού, σταύρωνε και δένε/ του Άι Γιωργιού, τσιμάριζε κι αμόλα…» Είναι γνωστό πως οι θαλασσινοί μας αρμενίζουν σ’ ανοιχτές θάλασσες το καλοκαίρι, είτε για εμπόριο, είτε για σπογγαλιεία.
Κι η τελευταία αυτή δουλειά γίνεται σε μακρινές θάλασσες από τον τόπο μας από τους Ψαριανούς και τους Υδραίους θαλασσόλυκους που ξέρουν ότι οι μπουνάτσες σε εκείνα τα μέρη πολύ τους εξυπηρετούν, αφού οι αγέρηδες κι οι φουρτούνες έχουν τραβηχτεί πίσω στο Νότο, κάτω στην Αφρική, όπου ο καταιγιστικός χειμώνας εκεί οργιάζει (αντικυκλωνικά συστήματα του Πλανήτου μας και υφέσεις ατμοσφαιρικαί) . Όμως σαν περάσει του Σταυρού και ο καιρός βαίνει προς την προχειμωνιάτικη εποχή, όπου τα νερά ανεβαίνουν από το Νότο προς Βορριά, κι εδώ ακόμα ίσως τούτη να είναι η ετυμολογία με βαθύτερη έννοια του Σταυρώματος, στα κανάλια λένε τα νερά στραυρώνουνε, δηλαδή κινούνται τα ρεύματα προς τα πάνω και διασταυρώνονται, παρατηρήσεις υδατογραφικής διεθνούς υπηρεσίας, την εποχή αυτή πιότερο έντονα από κάθε άλλη, ώστε και με το μάτι να το βλέπει κανείς.
Ανεξάρτητα από το σχέδιο των πανιών κάθε πλεούμενο, προκειμένου για πρίμα κάνει σταύρωση.
Κι εκεί που γίνεται εμφανέστερο το σταύρωμα είναι ανάμεσα στο λατίνι και την ψαροπούλα.
Τούτα τα δύο είδη είναι οι πιο αντιπροσωπευτικοί τύποι των πανιών του μεσαίωνα στα ελαφρά σκάφη και ιδίως στα κουρσάρικα και ίσως ακόμα είναι αντίγραφα τροποποιημένα κάπως των ποταμόπλοιων των αρχαίων Αιγυπτίων στα οποία ομοιάζουν περισσότερο, παρά σ’ εκείνα των ελληνικών τριήρεων.
Τα καράβια την εποχή του φθινόπωρου είναι στα έμπα, ζακυνθ. Φρασεολογία.
Αντίθετα στα έβγα, γιατί αρχίζει η εποχή της καλοκαιρίας και τα πέλαα ημερώνουν από το κατάβασμα.
Σήμερα ο σημαιοφόρος του Β.Π.Ν. λέει Άπωσον στο ναύτη του.
Και ο καπετάνιος αν ξέρει να ελληνίσει θα πει Σταύρωσον ή λαϊκώτερα Σταύρωσε.
Η έννοια βγαίνει αν προστρέξουμε στην αιτία και στην ανάγκη που γίνηκε, και όχι στο πώς η αναμονή μιας ερωτευμένης υπαρξούλας στ’ απάνεμο λιμάνι στο σπιτικό της, το διαμόρφωσε για να τραγουδήσει σαν σε άμετρη νοσταλγία για τον ξενητεμένο της αγαπητικό, σε έμμετρο κατασκεύασμα που σώθηκε ως εμάς τους μηχανοαρμενιστάδες σαν κάτι παλιό που το έχουμε και μιλούμε και κάνουμε γύρω του πνεύμα… Με εξαίρετη υπόληψη, ΦΩΚΙΩΝ Γ. ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 284, 15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1938 . . .
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους