ΘΑ ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ Θα σου μιλάω σαν να σε ξέρω από παλιά – γυμνασιόπαιδες ακόμη, στην Ασίνη. Ίσως πιο κει να σέρνει ασθματικά τα βήματά του ο ποιητής, κι ο ήλιος στο πυρωμένο στερέωμα χρυσός και τυφλός, θα...
ΘΑ ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ Θα σου μιλάω σαν να σε ξέρω από παλιά – γυμνασιόπαιδες ακόμη, στην Ασίνη.
Ίσως πιο κει να σέρνει ασθματικά τα βήματά του ο ποιητής, κι ο ήλιος στο πυρωμένο στερέωμα χρυσός και τυφλός, θα τον φορέσει προσωπίδα κάποιος από τους Ατρείδες πριν μπει στον τύμβο.
Αλλά ποιος νοιάζεται, ποιος νοιάζεται, έτσι όπως κάθεσαι στην άμμο, κι εγώ στα γόνατα μπροστά σου, να σου βγάζω από τη φτέρνα τα αγκάθια του αχινού.
Βαραίνουν τα μαλλιά σου μουσκεμένα, πιο σκούρα τώρα, στάζουνε.
Πέντε χρονάκια να ’μουν μεγαλύτερος, θα σου ζητούσα να τα στύψω, να γλείφω ύστερα τα δάχτυλά μου ένα-ένα.
Φοράς, νομίζω, κόκκινο μαγιό, μπορεί και μαύρο – θυμάμαι μόνο πράγματα κοίλα και κυρτά στο σώμα σου, ξανθές σκιές και χνούδια.
Και πόσο ρόδινη η πατούσα σου, πόσο τη ζάρωσε και τη μαλάκωσε το αλάτι.
Σε ξέρω τόσο, που ακόμη και ό,τι επιννοώ για σένα είναι αλήθεια.
Παράδειγμα – έξι χρονών πρωτόβαψες τα νύχια των ποδιών σου με της μαμάς σου το μανό.
Σ’ είδε μετά εκείνη, πρώτα γέλασε, ύστερα σε μάλωσε, ύστερα ξαναγέλασε.
Μυρίζεις θάλασσα και γυναίκα.
Μυρίζεις πιο πολύ γυναίκα. “Πονάς;” ρωτάω και ζουλάω με τα νύχια. “Πονάω", λες, κι εγώ ζουλάω περισσότερο. * Θα σου μιλάω σαν να μην σε ξέρω καθόλου – μόλις που αναδύεσαι για την πρώτη συνάντηση από τις κυλιόμενες.
Διασχίζεις δρυμούς στη συνέχεια, κινείσαι τώρα σαν θνητή Βαλκυρία ανάμεσα σε λύκους.
Θέλω να πω ότι έρχεσαι προς το μέρος μου με τον τρόπο ακριβώς που θέλουν οι άντρες για ν’ απομουρλαθούν.
Κεφάλι αγέρωχο, με βλέμμα να υπερίπταται του πλήθους, βγαίνοντας έξω τελικά για να με δεις.
Λες τ’ όνομά σου, μα ευθύς αμέσως το ξεχνώ – χρόνο σου δίνω να εντοπίσεις τις ρωγμές μου, να βρεις Ανοπαία ατραπό, σούρουπο να εισβάλεις στα γραπτά μου.
Γι’ αυτό σε πάω και με πάς ανάμεσα από γκράφιτις, καθώς το άστυ γύρω καταργεί τα τσιμέντα του.
Θα συνεχίσω, ασφαλώς, να μην σε ξέρω, γιατί μετά δεν θα θυμάμαι τίποτα.
Μια αίσθηση μονάχα ότι ο λυρισμός είναι ένα είδος ιαχής, κάτι σαν λάγνο έαρ – τι να μου κάνουν ύστερα τα γέλια, οι λέξεις, τα ποτάμια; τι να μου κάνουνε τα τσίπουρα; Κι όπως τραβάει σε μάκρος η παράσταση – “Για πες μου, πώς σε λένε;” ρωτάω πάλι.
Μου λες και το ξαναξεχνάω στη στιγμή, αφού θα σου μιλάω πάντα σαν να μη σε ξέρω καθόλου. * Θα σου μιλάω σαν να σε ξέρω.
Σαν να μην σε ξέρω καθόλου θα σου μιλάω.
Γιατί τα θαύματα δεν έχουνε διάρκεια, κρατούν όσο το “κρακ” ενός γυαλιού που θρυμματίζεται απ' το τακούνι σου.
Έλα, λοιπόν.
Έλα και ξαναφύγε.
Και να που έρχεσαι απ΄τη θάλασσα, φεύγεις σκυφτή και κροταλίζουνε τα καλντερίμια – το δέρμα μόνο ανατριχιάζοντας γνωρίζει τι θα πει ψυχή.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους